«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Ο χρόνος είναι λίγος γι‘ αυτό μπαίνω αμέσως σε πολιτικές σκέψεις, ερμηνείες και συμπεράσματα.
Είμαι σοσιαλίστρια, για κάποιους συγκεκριμένους λόγους.
Σίγουρα, καταρχήν, γιατί δεν συμφωνώ με τον καπιταλισμό.
Είτε με την ακραία μορφή του νεοφιλελευθερισμού, είτε με την πιο ήπια μορφή που αναπτύσσει κατά καιρούς στη Δύση.
Γιατί και αυτή η ήπια μορφή του είναι αποτέλεσμα είτε πολέμων, είτε ληστειών άλλων ηπείρων, είτε εκμετάλλευσης των μεταναστών.
Πρέπει όμως να τονίσω το εξής: Ο καπιταλισμός σήμερα δεν έχει καμία σχέση με το χτες. Το 68, για παράδειγμα, το σύστημα διέθετε κοινωνικά αποθέματα, ενσωμάτωνε εκτεταμένες κοινωνικές ομάδες, μέχρι και τον Κον Μπετίτ έκανε υπουργό.
Ένας τέτοιος καπιταλισμός, και ας μη βιαστούν κάποιοι να με κατηγορήσουν ως ρεφορμίστρια, ένας καπιταλισμός που δεν εξαθλιώνει, που δεν περιθωριοποιεί, που δεν πετάει τους πολίτες του σαν στημένες λεμονόκουπες, έχει μια πολιτική δυναμική.
Η πολιτική δυναμική που έχει αφορά στο εξής: όταν η J.P Morgan, με το πάτημα ενός κουμπιού, καταστρέφει τις οικονομίες τριών ευρωπαϊκών χωρών, τότε έχουμε σίγουρα ανάγκη από πολίτες μορφωμένους, καλλιεργημένους, ενδυναμωμένους, από πολίτες συνειδητούς, και όχι από πολίτες κατεστραμμένους, ρημαγμένους και εγκαταλελειμμένους στα αρπακτικά όρνεα. Και για το λόγο αυτό είμαι σοσιαλίστρια.
Γιατί πιστεύω ότι τούτο το σύστημα θα φτάσει στο τελευταίο του στάδιο όχι μόνο από τις αντιθέσεις του, αλλά ΚΑΙ από ένα κίνημα που δεν θα διαπραγματεύεται την επιβίωσή του ή την ενσωμάτωσή του, όπως σήμερα, αλλά ισχυρό και δυνατό θα επιχειρεί τη ρήξη και την ανατροπή.
Δεν αρκεί, είπε ο Μαρξ, να πάει η ιδέα προς το πραγματικό, πρέπει και το πραγματικό να πάει προς την ιδέα. Και για να πάει το πραγματικό προς την ιδέα πρέπει καταρχήν να είναι ζωντανό.
Το ΠΑΣΟΚ από το ‘74, από τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά και αργότερα, εξαιρώντας κακές παρενθέσεις, αργότερα λοιπόν με το Γιώργο Παπανδρέου, μίλησε γι’ αυτό το είδος του πολίτη, του δυνατού, του εύρωστου, του ενεργού, του συνειδητού.
Μίλησε γι’ αυτήν την κοινωνία, της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης, της κοινωνικής συνοχής.
Μίλησε γι’ αυτό το οικονομικό μοντέλο, το μοντέλο της δίκαιης αναδιανομής του πλούτου.
Κι ερχόμαστε στο σήμερα. Στο ασφαλιστικό, σαν μια κορυφαία πολιτική στιγμή, μιας κορυφαίας πολιτικής επιλογής. Από μία σοσιαλιστική κυβέρνηση…
Και τι μας λέει η κυβέρνηση. Ότι και τα μέτρα αυτά και τα προηγούμενα και αυτά που θα έρθουν, γιατί θα έρθουν κι άλλα, ήδη εν μέσω διαπραγματεύσεων είχαμε τη σφήνα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για μείωση μισθών και στον ιδιωτικό τομέα, μας λέει ότι είναι μεν άδικα, αλλά είναι αναγκαία για τη σωτηρία της πατρίδας.
Αυτό σε επίπεδο ηθικής είναι ανήθικο, όπως αιώνες τώρα έχουμε καταλήξει για την ανηθικότητα του δόγματος ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.
Και όταν «τα μέσα» είναι η εξαθλίωση του λαού, τότε η σωτηρία δεν είναι της πατρίδας, αλλά όσων την απομυζούν.
Σε επίπεδο ιδεολογικό είναι ακατανόητο.
Γιατί εάν δεν μπορείς να είσαι σοσιαλιστής μέσα στην κρίση, μέσα δηλαδή στην ιστορική και πολιτική συγκυρία που ωριμάζει και τη δυνατότητα και τη σκοπιμότητα της δίκαιης αναδιανομής του πλούτου, τότε δεν μπορείς ποτέ να είσαι σοσιαλιστής, παρά μόνο νεοφιλελεύθερος.
Σε επίπεδο πολιτικό είναι ανέντιμο.
Γιατί από τη μία κόβουμε μισθούς και συντάξεις, που ειδικά οι συντάξεις θα έχουν και πενιχρό, αλλά και μακρινό οικονομικό αντίκρισμα για το κράτος, και από την άλλη νομιμοποιούμε στα νοσοκομεία παρανομίες δισεκατομμυρίων με το επιχείρημα ότι θα είναι η τελευταία φορά.






































































































