Διαφορετικοί κανόνες
Λέει και ξαναλέει, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο κύριος Σαμαράς να κάνουμε ό,τι κάνουν και στην Ευρώπη. Δηλαδή τι εννοεί; Μήπως δεν γνωρίζει ότι δεν υπάρχει κοινή αντιμετώπιση του θέματος στις ευρωπαϊκές χώρες; Ή μήπως θέλει να κάνουμε ό,τι κάνουν στην Ολλανδία για παράδειγμα; Εκεί το επάγγελμα άνοιξε το 2000. Και γνωρίζετε, κύριοι της αντιπολίτευσης, τι έγινε; Η νέα νομοθεσία που ίσχυσε εκείνη την περίοδο αφενός ήρε τους ποσοτικούς περιορισμούς και αντικατέστησε το καθεστώς σταθερού τιμολογίου με αυτό του μέγιστου.
Ή μήπως εννοεί ο κύριος Σαμαράς να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Ιρλανδίας στην οποία το 2000, η πρόσβαση στην αγορά απελευθερώθηκε με την άρση των ποσοτικών περιορισμών. Αλλά και στο Ηνωμένο Βασίλειο (Λονδίνο) η αγορά των ταξί στο Λονδίνο ρυθμίζεται μέσα από προδιαγραφές ποιότητας και απαιτήσεις ικανότητας των υποψήφιων οδηγών και υπάρχουν δύο τύποι ταξί, τα συμβατικά ταξί και τα ιδιωτικά οχήματα προς μίσθωση. Τα μισθωμένα οχήματα δεν υπόκεινται σε ποσοτικούς περιορισμούς και το τιμολόγιο τους δεν ρυθμίζεται. Αλλά και στην Αυστρία και την Ουγγαρία η εθνική νομοθεσία προβλέπει την ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά σε συνδυασμό με την επιβολή αυστηρών κανόνων ποιότητας στις υπηρεσίες που παρέχονται. Τι ακριβώς εννοεί λοιπόν ο κύριος Σαμαράς, όταν λέει να ακολουθήσουμε το ευρωπαϊκό πρότυπο;
Το ίδιο ισχύει με το περίφημο πληθυσμιακό κριτήριο. Τι θα πει πληθυσμιακό κριτήριο έτσι γενικά και αόριστα; Δύο – δυόμιση ταξί ανά χίλιους κατοίκους , όπως σήμερα στην Αθήνα; Τρία ταξί ανά χίλιους κατοίκους, όπως στη Βουδαπέστη και τη Μαδρίτη; Τέσσερα ταξί ανά χίλιους κατοίκους, όπως στην Πράγμα και το Βουκουρέστι, ή 10 ταξί ανά χίλιους κατοίκους, όπως στη Βαρκελώνη, το Ελσίνκι και το Μπέλφαστ. Δεν υπάρχουν ενιαία πληθυσμιακά κριτήρια. Και για να τελειώνουν οι μισές αλήθειες, ας πούμε επιτέλους ότι όταν οι ιδιοκτήτες ταξί μιλούν για πληθυσμιακά κριτήρια εννοούν τέτοια πληθυσμιακά κριτήρια, ώστε το επάγγελμα να παραμείνει κλειστό, ώστε να μην προκύπτει η δυνατότητα έκδοσης νέων αδειών. Υπεκφυγή και πρόσχημα είναι, λοιπόν, έτσι γενικά και αόριστα το πληθυσμιακό κριτήριο. Δεν σημαίνει τίποτα παρά μόνο ένα βολικό άλλοθι σε όσους, όπως ο κ. Σαμαράς, θέλουν να παραμείνει το επάγγελμα κλειστό και με αυτό τον τρόπο κλείνουν το μάτι στους ιδιοκτήτες ταξί. Είναι λυπηρό ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης να μετατρέπεται σε εκπρόσωπο τύπου του προέδρου των ιδιοκτητών ταξί.
Αλήθεια, κύριοι της αντιπολίτευσης, θα καταδικάσετε ή όχι τις πράξεις βίας που παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες. Τα λάδια για να μην μπορούν να περάσουν τα λεωφορεία με τους τουρίστες, τους αποκλεισμούς δρόμων που απαγορεύουν στους πολίτες να μετακινηθούν; Κύριοι συνάδελφοι της Αριστεράς, θα καταγγείλετε τις απολύσεις των συνδικαλιστών οδηγών από τους ιδιοκτήτες επειδή ζητάνε το άνοιγμα του επαγγέλματος; Θα καταγγείλετε εκείνους που έστειλαν στο νοσοκομείο τους συνδικαλιστές οδηγούς;
Πρέπει όλοι να καταδικάσουμε απερίφραστα, χωρίς αμφισημίες και διγλωσσίες την τρομοκρατία που ασκείται από τραμπούκους εις βάρος μελών του ελληνικού κοινοβουλίου που αρνούνται να υποκύψουν στα συντεχνιακά συμφέροντα. Και να αναλογιστούν τις ευθύνες τους όσοι, από τη μια, με δηλώσεις τούς λένε να σταματήσουν, και από την άλλη, τους κλείνουν το μάτι να συνεχίσουν, επειδή έτσι φαντάζονται ότι πλήττουν την κυβέρνηση.
Υπάρχουν βεβαίως και κάποια ερωτήματα για τα οποία αν και προφανείς οι απαντήσεις εξακολουθούν να τίθενται από όσους δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα. Ασκούν κριτική, δήθεν, στους χειρισμούς, ενώ γνωρίζουν ότι ουδέποτε στην πραγματικότητα υπήρξε το παραμικρό περιθώριο χειρισμών. Στο τέλος Ιουνίου ένα πολύ απλό, πολύ συγκεκριμένο και κατά τη γνώμη μου πολύ σημαντικό ερώτημα έπρεπε να απαντηθεί. Εμείς είπαμε και αναλάβαμε την ευθύνη για αυτό ότι πρέπει με διάλογο να προχωρήσει η απελευθέρωση του επαγγέλματος και να θεσπιστούν κανόνες.
Όποιος έχει την αντίθετη άποψη, ας αναλάβει την ευθύνη και ας το πει χωρίς μισόλογα. Γιατί περιθώριο χειρισμών δεν υπήρχε από το νόμο. Όλοι γνωρίζουν ότι η 2α Ιουλίου ως ημερομηνία για το άνοιγμα των επαγγελμάτων, δεν είναι δική μας, είναι του νόμου που ψηφίσαμε και ισχύει. Και ο μόνος δυνατός χειρισμός ήταν αυτός τον οποίο και κάναμε. Να καλέσουμε άμεσα σε διάλογο για τους κανόνες του ανοίγματος που προβλέπει ο νόμος. Και ο χειρισμός αυτός οδήγησε στη συμφωνία της 7ης Ιουλίου, κατά την οποία οι ιδιοκτήτες κατέθεσαν τη συμφωνία τους, και στη συνέχεια τις απόψεις τους με υπόμνημα που υπέβαλαν στις 13 Ιουλίου, και συμφώνησαν να αναμένουν τις προτάσεις του υπουργείου, το οποίο ασφαλώς όφειλε και οφείλει να λάβει υπόψη του και τις απόψεις των ιδιοκτητών ταξί, όπως και τις απόψεις των άλλων εμπλεκομένων, των εκπροσώπων του τουρισμού και των εργαζομένων.
Και αυτή τη συμφωνία, την προφανή και αυτονόητη, κάποιοι έσπρωξαν τους ιδιοκτήτες να αθετήσουν οδηγώντας τους στην απεργία, πριν καν παρουσιάσει το υπουργείο τις θέσεις του, με την απαίτηση ότι η πολιτεία όφειλε να υποκύψει στα τελεσίγραφά τους και να υιοθετήσει τις θέσεις τους. Να μην καταθέσει δηλαδή καν τη δική της πρόταση.





































































































