Στο πλαίσιο του 35 Φεστιβάλ Παιδιού που διοργάνωσε και φέτος το ΠΕΑΠ (Περιβάλλον – Αθλητισμός – Πολιτισμός), του Δήμου Λυκόβρυσης – Πεύκης, πραγματοποιήθηκε διαγωνισμός λογοτεχνικού κειμένου.
Στους βραβευθέντες συγκαταλέγεται και η μαθήτρια του 2ου Γυμνασίου Πεύκης, Βασιλική Ψαρρά, η οποία πήρε έπαινο για το διήγημα «Μία πατρίδα για τη Χάναν». Εμείς μιλήσαμε μαζί της, τόσο για τον διαγωνισμό όσο και για τα όνειρά της όταν μεγαλώσει.
– Πώς αποφάσισες να λάβεις μέρος στον διαγωνισμό;
«Μου είχαν πει πως γράφω πολύ καλές εκθέσεις και λόγω του ότι είχα χρόνο να το γράψω στις διακοπές του Πάσχα, αποφάσισα πως ήταν ευκαιρία να συμμετάσχω».
– Πότε ξεκίνησες να γράφεις;
«Ξεκίνησα να γράφω παράλληλα με τον διαγωνισμό, και από τότε συνεχίζω να ασχολούμαι. Βέβαια, πλέον γράφω περισσότερο ποιήματα, αφού η ποίηση είναι κάτι που μου κινεί το ενδιαφέρον».
– Σκέφτεσαι να ασχοληθείς επαγγελματικά με την ποίηση;
«Είναι μία πολύ ωραία ιδέα που μου έχει περάσει από το μυαλό, οπότε είναι πολύ πιθανόν. Μέχρι τότε πάντως θα συνεχίσω να ασχολούμαι ερασιτεχνικά για δική μου ικανοποίηση».
– Για ποιο λόγο προτιμάς την ποίηση από την πεζογραφία;
«Η ποίηση μου αρέσει πιο πολύ, επειδή σε βοηθάει να εκφράσεις τα βαθύτερα συναισθήματά σου. Επιπλέον, πιστεύω πως ένα ποίημα έχει βαθύτερο νόημα από ένα αφήγημα».
– Η βράβευσή σου ήταν κάτι που το περίμενες;
«Η αλήθεια είναι πως όχι επειδή το έγραψα σε σύντομο χρονικό διάστημα και το θεωρούσα λίγο ερασιτεχνικό. Παρ’ όλα αυτά, αισθάνθηκα πολύ ικανοποιημένη για το αποτέλεσμα».
– Τι ήταν αυτό που σε ενέπνευσε να γράψεις το διήγημα;
Η παιδική εργασία είναι κάτι που με εμπνέει ως θέμα, αφού καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με μικρά παιδιά που δουλεύουν παράνομα κάτω από αντίξοες συνθήκες, ειδικά στο κέντρο της Αθήνας.
– Τι σου αρέσει να διαβάζεις στον ελεύθερο χρόνο σου;
«Μου αρέσει να διαβάζω κυρίως μυθιστορήματα ελλήνων συγγραφέων όπως η ‘‘Νινέτ’’ της Ζορζ Σαρή, που είναι και η αγαπημένη μου συγγραφέας.
– Ποια είναι τα ενδιαφέροντά σου πέρα από την ενασχόλησή σου με το γράψιμο;
«Εδώ και δύο χρόνια είμαι στην ομάδα βόλεϊ Ηρακλής Κηφισιάς, ενώ παλιότερα έκανα για 7 συνεχόμενα έτη κολύμβηση. Επίσης, έχω ασχοληθεί με το μπαλέτο και γενικότερα με τον χορό, αφού πέρυσι έκανα χιπ χοπ και λάτιν».
– Πώς κατορθώνεις να συνδυάζεις το διάβασμα με τον αθλητισμό;
«Το κλειδί είναι να αφιερώνεις ποιοτικό χρόνο στο διάβασμα, έτσι ώστε να προλαβαίνεις να κάνεις πράγματα που σου αρέσουν, κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό».
Το βραβευμένο διήγημα
ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΝΑΝ
Η Χανάν μετά από μια δύσκολη διαδρομή είχε φτάσει πια στο προορισμό της. Βγήκε από τη βάρκα και γεμάτη ανασφάλεια άρχισε να περπατάει στη σκιά του φεγγαριού. Είχε πλέον ξημερώσει. Η Χανάν φοβόταν το φώς του ήλιου. Ντρεπόταν για το μελαμψό της χρώμα, τα ρούχα της και όλα αυτά το πρωί φαίνονταν. Άρχισε να περπατάει καμπουριασμένη ανάμεσα στο κόσμο και παρακολουθούσε τον τρόπο που τη κοίταζαν.
Η Αθήνα ήταν μια επικίνδυνη πόλη και η Χανάν το ήξερε. Αυτό που δεν ήξερε ήταν πώς να αμυνθεί. Το βράδυ έφτασε και το φώς έφυγε. Η κοπέλα κοιμήθηκε έξω από ένα κεντρικό μαγαζί γύρω από ναρκομανείς που όλο το βράδυ τη κοίταζαν με ένα περίεργο βλέμμα. Όταν ο ήλιος ανέτειλε, η Χανάν γρήγορα μάζεψε τη κουβέρτα που είχε φέρει μαζί της από το Ιράν. Της θύμιζε τη πόλη της, τους συγγενείς της που είχαν πια χαθεί κάτω από τα κτίρια. Συγκινήθηκε, πήγε να κλάψει. Μα δεν έπρεπε. Έπρεπε να είναι δυνατή ή τουλάχιστον να δείχνει δυνατή.
Εκείνο το βράδυ είχε πάρει την απόφαση πως έπρεπε να δουλέψει. Ούτος ή αλλιώς τα περισσότερα παιδιά που είχαν το ίδιο χρώμα με αυτή δούλευαν. Τι δουλειά να έκανε όμως; Έκανε μια βόλτα στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας και διαπίστωσε ότι τα περισσότερα παιδιά είτε έπλεναν αμάξια είτε πουλούσαν χαρτομάντιλα. Τώρα είχε πια αποφασίσει. Πήγε σε ένα κεντρικό περίπτερο και με τα ελάχιστα λεφτά που είχε, αγόρασε πέντε πακέτα χαρτομάντιλα και στήθηκε υπομονετικά περιμένοντας το φανάρι να γίνει κόκκινο. Έπειτα άρχισε να προσπερνάει τα αυτοκίνητα βλέποντας το θυμωμένο βλέμμα των οδηγών να καρφώνεται πάνω της. Έτσι, άρχισαν να περνούν ήρεμα οι μέρες. Τίποτα δεν της φαινόταν πλέον περίεργο και τίποτα δεν έδειχνε ότι θα αλλάξει.
Μία μέρα που έμοιαζε με τις υπόλοιπες, η Χανάν ξεκίνησε να περπατάει σκεπτική για να πάει στη δουλειά της. Και ξαφνικά, καθώς περνούσε τη μεγάλη λεωφόρο, ένα αυτοκίνητο την παρέσυρε και τη κόλλησε σε μία κολόνα.
Λένε πως άμα πνίγεσαι στη θάλασσα, πριν βουλιάξεις για τα καλά, περνάει από μπροστά σου, σαν κινηματογραφική ταινία, όλη σου η ζωή. Κι η Νατάσα, που ένιωθε να πνίγεται στη στεριά, πέρασε από μπροστά της όλη η ζωή της στο Ιράν.
Το σπίτι τους ήταν στη κεντρική λεωφόρο με ένα φούρνο από κάτω. Η μαμά της κάθε σαββατοκύριακο πήγαινε στο φούρνο και της έπαιρνε πίτα. Με το μπαμπά της πήγαιναν κάθε Κυριακή στο πάρκο και έκαναν ποδήλατο, έπειτα έπαιρναν παγωτό. Στο σχολείο ήταν πρώτη μαθήτρια και όποτε πήγαιναν οι γονείς της να ρωτήσουν για τη πρόοδο της κόρης τους, ο δάσκαλος της τους έδινε συγχαρητήρια.
Αλλά από τότε που άρχισε ο πόλεμος, η ζωή της έχει αλλάξει πολύ. Ο μπαμπάς της έφυγε για να πολεμήσει και η μητέρα της με την αδερφή της χάθηκαν μετά από μία εβδομάδα κάτω από τα ερείπια της πολυκατοικίας όπου ζούσαν. Έτσι, η Χανάν αναγκάστηκε να έρθει και να δουλέψει στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Αθήνα.





































































































