ΞΥΠΝΗΣΕ….
Βρισκόταν σε ένα άσπρο δωμάτιο με πολλούς ορούς γύρω της. Στη χώρα τους το έλεγαν hivandanots (νοσοκομείο) και εκεί πήγαιναν οι βαριά άρρωστοι. Δίπλα της καθόταν ένα αγόρι περίπου στην ηλικία της. Κρατούσε το χέρι μιας νεαρής γυναίκας. Η γυναίκα αυτή έμοιαζε στη μαμά της. Ήταν τρυφερή και αγκάλιαζε το αγοράκι στοργικά, σαν τη μαμά της όταν αγκάλιαζε εκείνη. Αχ, γιατί να μην είναι και η δική της μαμά εκεί; Γιατί να μην μπορεί να αγκαλιάσει τη μαμά της όπως το αγοράκι δίπλα της; Γιατί; Γιατί; Γιατί;
Όταν η γυναίκα βγήκε από το δωμάτιο η Νατάσα άρχισε να μιλάει με το αγόρι.
Το αγόρι μόλις αντίκρισε τη Χανάν θυμήθηκε την αδερφή του, που είχε χάσει πριν λίγο καιρό λόγω μιας σοβαρής ασθένειας. Είχαν το ίδιο γλυκό πρόσωπο.
– Γεια, είπε διστακτικά, φοβισμένη μήπως το αγοράκι δεν της μιλούσε, με λένε Χανάν. Εσένα; – Γεια σου Χανάν, είπε απότομα, Γιώργο, Γιώργο με λένε.
– Χάρηκα. Γιατί είσαι εδώ; Σε χτύπησε κανείς; Εμένα με χτύπησε ένα αυτοκίνητο στη μεγάλη λεωφόρο καθώς δούλευα, με παρέσυρε και με κόλλησε σε μία μεγάλη κολώνα. – Δουλεύεις; Ρώτησε απορημένος. – Ναι, γιατί σου φαίνεται περίεργο; Εσύ μάλλον από ό,τι κατάλαβα δεν δουλεύεις. Ε; Ρώτησε σοκαρισμένη. – Φυσικά και δεν δουλεύω και ούτε πρόκειται να δουλέψω μέχρι να φτάσω σε κάποια ηλικία. Δεν ξέρεις ότι απαγορεύεται να δουλεύεις σε τέτοια ηλικία; – Κάτι έχω ακούσει. Αλλά όταν δεν έχω τα απαραίτητα πρέπει να δουλέψω για να ζήσω, και ας είναι παράνομο. Αλλιώς κάποια στιγμή θα συμβεί το μοιραίο. – Μην ανησυχείς, κάποια λύση θα βρούμε για να μην χρειάζεται να δουλεύεις. – Το ελπίζω. Τώρα πες μου γιατί είσαι εδώ; Έχεις χτυπήσει;
– Όχι. Ήρθα για να βγάλω της αμυγδαλές μου και το μόνο ευχάριστο είναι ότι θα χάσω 4 μέρες από το σχολείο. – Τι είναι το σχολείο και θα το χάσεις; Ρώτησε γεμάτη απορία.
– Δεν ξέρεις τι είναι το σχολείο; Είναι ένα κτίριο όπου πάνε τα παιδιά της ηλικίας μας και μαθαίνουνε διάφορα πράγματα, σημαντικά για να δουλέψουνε όταν μεγαλώσουνε. Και εγώ είμαι χαρούμενος που δεν θα πάω στο σχολείο για 4 μέρες, γιατί οι δάσκαλοι μας βάζουνε να διαβάζουμε πολλά μαθήματα στο σπίτι. – Κατάλαβα. Και εγώ πήγαινα σχολείο στο Ιράν. Αλλά τώρα που ήρθα στην Ελλάδα σταμάτησα. – Ζούσες στο Ιράν; Έφυγες λόγω του πολέμου; Οι γονείς σου που είναι, πέθαναν;… Είπε ο Γιώργος, και δίσταξε να πει τη τελευταία του φράση. – Ναι. Ζούσα στο Ιράν και όταν άρχισε ο πόλεμος και αφού έχασα τη μητέρα μου και την αδερφή μου αποφάσισα να έρθω να ζήσω και να δουλέψω στην Ελλάδα. Είπε την τελευταία της λέξη και μετά ένα δάκρυ κύλησε στα μάγουλα της.
Είχε πια νυχτώσει και τα δυο παιδιά αποφάσισαν να κοιμηθούν. Πριν κοιμηθούν όμως, ο Γιώργος έδωσε μια υπόσχεση στη Χανάν, το πρωί θα έβρισκε μια λύση στο πρόβλημά της.
Όταν ήρθε το πρωί και πριν ξυπνήσει η Χανάν ο Γιώργος είπε στους γονείς του, που είχαν πάει από πρωί πρωί να τον δουν στο νοσοκομείο, τη είχε σκεφτεί για την Χανάν ώστε να σταματήσει να δουλεύει, αλλά και ότι έμοιαζε στην αδερφή του. Οι γονείς του, αφού σκέφτηκαν για λίγο την πρόταση του Γιώργου, αποφάσισαν να την δεχτούν.
Έτσι την επόμενη μέρα και αφού οι δύο γονείς σκέφτηκαν πρώτα τον τρόπο που θα ανακοίνωναν στη Χανάν την απόφαση που πήραν ως οικογένεια, πήραν τον δρόμο για το νοσοκομείο. Εκεί συνάντησαν τα δύο παιδιά που έτρωγαν το πρωινό τους. Πράγματι η Χανάν έμοιαζε πολύ με την αδικοχαμένη κόρη τους. Οι δύο γονείς συγκινήθηκαν. Είχε έρθει η κρίσιμη στιγμή.
Ο Γιώργος πλησίασε τους γονείς του και έπειτα τους αγκάλιασε. Πήρε αυτός το λόγο πρώτος για να μιλήσει στην Χανάν.
– Χανάν, θυμάσαι χθες πως σου είχα δώσει μια υπόσχεση; Είπε ο Γιώργος όσο πιο γλύκα μπορούσε. – Ασφαλώς και θυμάμαι. Είπε η έφηβη. – Να… ξέρεις… Τη φράση του Γιώργου διέκοψε ο πατέρας του. – Γεια σου Χανάν, είπε τρυφερά σαν να μιλούσε στο παιδί του, από ό.τι κατάλαβες είμαι ο πατέρας του Γιώργου.
Με λένε Ανδρέα και τη γυναίκα μου τη λένε Δήμητρα. Θα θέλαμε σαν οικογένεια να σου κάνουμε μια πρόταση. – Μάλιστα, είπε ανυπομονώντας να ακούσει τι ήθελε να της πει ο κύριος Ανδρέας. – Λοιπόν,ο Γιώργος μας είπε πως δουλεύεις, κάτι το οποίο δεν θα έπρεπε να συμβαίνει.
Γι’ αυτό αποφασίσαμε, αν θέλεις και εσύ βέβαια, να έρθεις να ζήσεις μαζί μας όταν γίνεις καλά και βγεις από το νοσοκομείο. Εσύ τι λες; – Με μεγάλη μου χαρά, αλλά θα προτιμούσα να βοηθούσα στις δουλειές του σπιτιού ώστε να νιώθω ότι συνεισφέρω σε κάτι.
– Αυτά θα τα συζητήσουμε αργότερα, είπε η κυρία Δήμητρα. Λοιπόν, ΚΑΛΩΣΗΛΘΕΣ ΣΤΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΧΑΝΑΝ! Έτσι, η Χανάν, αφού έγινε καλά πήγε σε ελληνικό σχολείο, δεν χρειάστηκε ποτέ να έχει περισσότερες υποχρεώσεις απ’ όσες έχουν τα υπόλοιπα παιδιά.
Να διαβάζει και να φτιάχνει το δωμάτιό της. Συνέχισε να είναι εξαιρετική μαθήτρια, ενώ με τον Γιώργο έγιναν κολλητοί φίλοι».




































































































