Στο Μουσείο Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών το φιλότεχνο κοινό θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει την παράσταση: «ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ του Γ. Ρίτσου».
Μια από τις πιο συγκλονιστικές ποιητικές φωνές του 20ού αιώνα αναμετριέται με τον αρχαίο μύθο και τον μεταμορφώνει σε σύγχρονο υπαρξιακό κάλεσμα.
Η ΑΜΑΡΥΣΙΑ μίλησε με την Λυσάνδρα Αναστασοπούλου που σκηνοθετεί την παράσταση αλλά και ενσαρκώνει τον ρόλο της Περσεφόνης επί σκηνής.
Σε μια άκρως ενδιαφέρουσα κουβέντα, η καλλιτέχνης μας μιλάει για την παράσταση, για το τι την έκανε να επιλέξει το συγκεκριμένο έργο αλλά και γιατί θα πρότεινε σε κάποιον/α να δει τη συγκεκριμένη παράσταση.
Οι απαντήσεις της συγκινούν και εμείς δεν έχουμε παρά να σας παραδώσουμε τη σκυτάλη.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΑΚΗ
Η «Περσεφόνη» του Γιάννη Ρίτσου: Σκηνοθετείτε αλλά και ενσαρκώνετε τον ρόλο της Περσεφόνης. Μιλήστε μας για την παράσταση.
Η παράσταση είναι μια σκηνική ανάγνωση του ποιητικού λόγου του Γιάννη Ρίτσου μέσα από ένα σύγχρονο, σωματικό και εσωτερικό θέατρο. Η Περσεφόνη δεν παρουσιάζεται μόνο ως μυθολογική μορφή, αλλά ως μια γυναίκα που περνά μέσα από κύκλους απώλειας, σιωπής και τελικά αφύπνισης. Η σκηνοθετική προσέγγιση προσπαθεί να αποδώσει αυτή τη μετάβαση από το σκοτάδι στη συνειδητότητα, μέσα από λιτά σκηνικά μέσα, έντονη κινησιολογία και έναν χώρο όπου ο λόγος, το σώμα και η σιωπή λειτουργούν ισότιμα. Είναι μια παράσταση περισσότερο βιωματική παρά αφηγηματική.
Πόσο εύκολο ή πόσο δύσκολο είναι να αναμετρηθεί κανείς σκηνοθετικά με τέτοιου είδους έργα;
Η ποίηση στη σκηνή είναι πάντα μια πρόκληση. Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να μεταφέρεις την ποιητική ένταση στη σκηνή χωρίς να τη βαρύνεις με περιττές εξηγήσεις. Η σκηνοθεσία οφείλει να δημιουργήσει έναν χώρο όπου το ποίημα αναπνέει και ο θεατής μπορεί να το βιώσει, όχι απλώς να το κατανοήσει. Εμείς τουλάχιστον αυτό θα προσπαθήσουμε να κάνουμε.
Αλήθεια γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο έργο;
Η «Περσεφόνη» του Γιάννη Ρίτσου με συγκίνησε βαθιά γιατί μιλά για την επιστροφή στον εαυτό. Μέσα από τον μύθο, ο Ρίτσος αγγίζει υπαρξιακά ζητήματα: τη μνήμη, την απώλεια, την αναγέννηση. Είναι ένα έργο που φωτίζει την εσωτερική διαδρομή μιας γυναίκας που περνά από το σκοτάδι στο φως, από την αθωότητα στη συνειδητότητα. Αισθάνθηκα ότι αυτός ο λόγος συνομιλεί πολύ έντονα με τη σύγχρονη εποχή.
Γιατί θα προτείνατε σε κάποιον να δει την παράσταση;
Γιατί δεν πρόκειται μόνο για μια θεατρική παράσταση αλλά για μια εμπειρία. Ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς μια ιστορία· καλείται να μπει σε έναν εσωτερικό χώρο, όπου ο μύθος λειτουργεί σαν καθρέφτης προσωπικών βιωμάτων. Η Περσεφόνη μάς θυμίζει ότι όλοι οι άνθρωποι περνούν περιόδους «κάτω κόσμου», αλλά ίσως εκεί η μεταμόρφωση να μπορεί να καταστεί εφικτή.
Ποια μερίδα, ποια κοινωνική τάξη εκπροσωπεί η Περσεφόνη σήμερα, κατά τη γνώμη σας;
Δεν θα έλεγα ότι εκπροσωπεί μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη. Η Περσεφόνη είναι περισσότερο ένα αρχέτυπο. Αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο που βιώνει τον εσωτερικό διχασμό ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, ανάμεσα στην αθωότητα και τη γνώση. Στη σημερινή εποχή θα έλεγα ότι εκφράζει ιδιαίτερα τον σύγχρονο άνθρωπο που μέσα στους τόσους θορύβους και περισπασμούς αναζητά την ταυτότητά του, την ισορροπία του ανάμεσα σε ρόλους, προσδοκίες, προσωπική ελευθερία και την κατανόηση εαυτού.
Περιγράψτε μου την εμπειρία σας. Πώς νιώθει κανείς όταν σκηνοθετεί και συγχρόνως βρίσκεται επί σκηνής;
Είναι μια πολύ απαιτητική αλλά και βαθιά δημιουργική διαδικασία. Όταν σκηνοθετείς και ταυτόχρονα παίζεις, πρέπει να λειτουργείς με δύο διαφορετικές συνειδήσεις: από τη μία ως δημιουργός της συνολικής εικόνας της παράστασης και από την άλλη ως ηθοποιός που ζει τη στιγμή πάνω στη σκηνή. Απαιτεί πειθαρχία αλλά και εμπιστοσύνη στη δουλειά που έχει προηγηθεί στις πρόβες. Όταν όμως συμβεί αυτή η ισορροπία, είναι μια εμπειρία εξαιρετικά ζωντανή και αληθινή.
Στην τηλεόραση έχετε συνεργαστεί με τον Αλέξανδρο Μορφονιό, τον Βασίλη Κεχαγιά, τον Βασίλη Καρφή, τον Μανούσο Μανουσάκη ενώ το 2020 συνεργαστήκατε και με τον Γιώργο Στραβόλαιμο στην ταινία μεγάλου μήκους «Το Δείπνο του Βοσκού». Πώς θα χαρακτηρίζατε την ποιότητα της σημερινής τηλεόρασης;
Η τηλεόραση τα τελευταία χρόνια έχει κάνει σημαντικά βήματα προς μια πιο ποιοτική κατεύθυνση. Βλέπουμε παραγωγές με μεγαλύτερη φροντίδα. Ωστόσο, όπως σε κάθε μέσο, συνυπάρχουν και διαφορετικά επίπεδα ποιότητας. Πιστεύω ότι όταν υπάρχει καλλιτεχνικό όραμα και σεβασμός στο κοινό, η τηλεόραση μπορεί να γίνει ένα πολύ δυνατό αφηγηματικό μέσο. Είδαμε φέτος για παράδειγμα στο MEGA την σειρά “Από τα Φάρασα στον Ουρανό”, με την ζωή του Αγίου Παϊσίου. Δεν ξέρω ποιος ουρανός άνοιξε και κατάφερε να προβληθεί αυτό το αριστούργημα αλλά σίγουρα έδωσε νόημα στον ρόλο που θα μπορούσε να έχει η τηλεόραση.
Τηλεόραση, θέατρο ή κινηματογράφος;
Κάθε μέσο έχει τη δική του μαγεία. Το θέατρο έχει τη μοναδικότητα της ζωντανής στιγμής, εκεί όπου η ενέργεια του ηθοποιού και του θεατή συναντιούνται. Ο κινηματογράφος έχει τη δύναμη της εικόνας και της λεπτομέρειας, ενώ η τηλεόραση προσφέρει τη δυνατότητα να φτάσει μια ιστορία σε πολύ μεγάλο κοινό. Αν θα είχα να διαλέξω ανάμεσα στα τρία η επιλογή θα σχετιζόταν περισσότερο με το έργο που θα παρουσιαζόταν παρά με το είδος των μέσων αυτών.
Θα θέλατε να μας πείτε κάτι που δεν γνωρίζει το κοινό για εσάς;
Ίσως ότι με ενδιαφέρει πολύ η έρευνα γύρω από τον συμβολισμό και τη σχέση του θεάτρου με την πνευματική εμπειρία. Με απασχολεί ιδιαίτερα το πώς η σκηνή μπορεί να γίνει ένας χώρος εσωτερικής μεταμόρφωσης, τόσο για τον ηθοποιό όσο και για τον θεατή.
Κλείνοντας, υπάρχει κάποιος ρόλος που θαυμάζετε πολύ και επιθυμείτε να ενσαρκώσετε;
Υπάρχουν αρκετοί ρόλοι που θα ήθελα κάποια στιγμή να συναντήσω στη σκηνή. Ένας από αυτούς είναι σίγουρα η Αντιγόνη από την τραγωδία του Σοφοκλή. Είναι μια μορφή βαθιάς ηθικής δύναμης, μία ύπαρξη που τολμά να υπερασπιστεί τον εσωτερικό της και Θείο νόμο απέναντι στην εξουσία και την κοινωνική επιβολή. Με συγκινεί η αφοσίωσή της στους “άγραφους νόμους” των Θεών ακόμη κι όταν γνωρίζει το τίμημα. Είναι ένας ρόλος με τεράστιο ψυχικό και πνευματικό βάθος, που κάθε ηθοποιός ονειρεύεται να προσεγγίσει κάποια στιγμή στη διαδρομή του.

Ταυτότητα παράστασης:
Η «Περσεφόνη» του Γιάννη Ρίτσου
Πρεμιέρα: 1 η Μαΐου
Σκηνοθεσία/Δραματουργία: Λυσάνδρα Αναστασοπούλου
Χορογραφίες: Ελένη Κόντζιλα & Αλέξιος Έντμαν
Μουσική σύνθεση: Γρηγόρης Πολύζος
Κουστούμια: Ειρήνη Χρανιώτη
Σκηνογραφία: Ιωάννης Καρράς
Αφήγηση: Άρης Πλιός
Σολίστ πιάνο: Νίκος Φλόκας
Άρπα: Λάζαρος Κατσίπης
Κιθάρα: Νίκος Αποστολόπουλος
Στο ρόλο της Περσεφόνης: Λυσάνδρα Αναστασοπούλου
Χορευτές: Ελένη Κόντζιλα & Αλέξιος Έντμαν
Εταιρεία παραγωγής: Weland
Πού: Μουσείο Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Θόλου 5 Αθήνα
Πρεμιέρα: 1 Μαΐου
Πότε: Κάθε μέρα από την 1 η έως 10 Μαΐου στις 20.30
Εισιτήρια: 23€ Κανονικό, 18€ Φοιτητικό/ Ομαδικό 10+, 10€ Άνεργοι/Ατέλεια
Προπώληση: TICKET SERVICES, Εκδοτήριο: Πανεπιστημίου 39, Αθήνα
Τηλέφωνο κρατήσεων: 2107234567
Διάρκεια: 75΄






































































































