Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, όμως, τα όνειρα και οι φιλοδοξίες της ξεπερνούσαν τα σύνορα του νησιού. Σπούδασε φιλολογικά, ακολουθώντας μια ενδιαφέρουσα ακαδημαϊκή περιπλάνηση από την Κύπρο, στην Ισπανία, στο Λονδίνο και μετά πάλι στην Ισπανία, όπου συνέχισε με διδακτορικές σπουδές.
Με ταλέντα και κρυμμένα όνειρα που ήρθαν στην επιφάνεια με φόντο την πανέμορφη Βαρκελώνη και με τη στήριξη του συντρόφου της και ανθρώπων από το χώρο του κινηματογράφου, εδώ και μία δεκαετία προωθεί τον Ελληνικό και Κυπριακό Κινηματογράφο, ανοίγοντας ένα «παράθυρο» με ευρωπαϊκό… αέρα σε ανεξάρτητους δημιουργούς, να παρουσιάσουν τη δουλειά τους σε ένα πιο ευρύ κοινό.
Η διευθύντρια της καλλιτεχνικής εταιρείας OKTANA Casa de Cultura, Άννα Έλληνα, μιλάει στην «Α» για το 8ο Φεστιβάλ Κυπριακού και Ελληνικού Κινηματογράφου της Βαρκελώνης, που ολοκληρώθηκε τον περασμένο Φεβρουάριο, αλλά και όλα όσα προηγήθηκαν, τις ευκαιρίες καλλιτεχνικής και επαγγελματικής δραστηριότητας στην Ισπανία, την γαστρονομική έκθεση προώθησης ελληνικών και κυπριακών προϊόντων «ΑΜΒΡΟΣΙΑ», αλλά και όλα τα όνειρά της για το μέλλον που εστιάζονται στην προσωπική πρόκληση να πετυχαίνει αυτό που για πολλούς φαντάζει αδύνατο!
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΑΡΑΠΟΓΛΟΥ

Πώς επέλεξες την Ισπανία και, συγκεκριμένα, τη Βαρκελώνη για να χτίσεις μια νέα ζωή;
Μέσα από τις σπουδές μου, αλλά και αργότερα, όταν επισκεπτόμουν την Ισπανία για να διδάξω, άρχισε να μου αρέσει πολύ ο τρόπος ζωής. Είδα μια χώρα που έχει έναν τρόπο σκέψης, παρόμοιο με το δικό μας, αλλά πολύ καλύτερες ευκαιρίες εργασίας και ένα πολύ υψηλότερο βιοτικό επίπεδο.
Όταν κάποια χρόνια αργότερα εμφανίστηκε η ευκαιρία, δεν χρειάστηκε να το σκεφτώ. Κατά την περίοδο των σπουδών μου είχα ταξιδέψει αρκετά και είχα επισκεφτεί ήδη τρεις φορές την Βαρκελώνη. Κατά συνέπεια, όταν αποφάσισα να ζήσω στην Ισπανία, ήταν η πρώτη επιλογή.
Η Βαρκελώνη είναι μια πόλη που έχει τα πάντα, τουλάχιστον όλα όσα ψάχνω εγώ και πάρα πολλές ευκαιρίες για εργασία, γνωριμίες, δικτύωση και για μια πολύ καλή ζωή. Έφτασα εδώ και σιγά σιγά άρχισα μια καινούργια καριέρα, πολύ διαφορετική από τα πράγματα που έκανα στην Κύπρο. Υπάρχει μια φράση που λέει πως, αν θες να καταφέρεις κάτι που δεν είχες ποτέ, πρέπει να κάνεις πράγματα που δεν έχεις κάνει ποτέ πριν. Αυτό ακριβώς έκανα!
Ανάμεσα σε αυτά ήταν και η ενασχόληση με τον κινηματογράφο. Πώς προέκυψε;
Εδώ στη Βαρκελώνη ανακάλυψα ταλέντα που δεν ήξερα ότι είχα. Δεν είχα ασχοληθεί καθόλου με τα κινηματογραφικά όσο ήμουν στην Κύπρο. Δεν είχα κάποια επαφή. Όταν ήρθα εδώ, είχα ένα κύκλο με ανθρώπους που ασχολούνταν με τον κινηματογράφο. Ο σύντροφός μου ήταν παραγωγός, σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Μπήκα από νωρίς σαν co-productor σε δικές του παραγωγές και άρχισα να μαθαίνω.
Κατ’ επέκταση άρχισα να μαθαίνω και για τον Ελληνικό και τον Κυπριακό Κινηματογράφο, για τις αξιοσημείωτες σύγχρονες παραγωγές πριν περίπου μια δεκαετία. Είχαμε τις πρώτες πολύ καλές κυπριακές ταινίες. Και έτσι, γεννήθηκε η ιδέα να κάνω εδώ ένα Φεστιβάλ αφιερωμένο στον Ελληνικό και τον Κυπριακό Κινηματογράφο.
Ποια ήταν η «σπίθα» που άναψε τη φλόγα;
Οι ταινίες μας, τόσο κυπριακές όσο και ελληνικές, δεν είχαν ποτέ καμία ευκαιρία να έρθουν στην Ισπανία. Δεν υπάρχει κάποια δικτύωση, κάποιο κύκλωμα διανομής που να φέρνει εδώ τις ταινίες μας, πέρα από τις ταινίες του Λάνθιμου που έφτασαν εδώ λόγω διαφορετικής διανομής. Για τις υπόλοιπες ανεξάρτητες και μικρότερου budget ταινίες δεν υπήρχε καμία διέξοδος.
Ήταν κάτι που το σκεφτόμουν για αρκετά χρόνια. Έχουμε πάρα πολλούς φιλέλληνες εδώ που θα μπορούσαν να στηρίξουν την προσπάθεια. Επίσης, στη σκέψη μας ήταν να δοθεί μια νέα ευκαιρία σε κυπριακές και ελληνικές ταινίες, όχι μόνο να ταξιδέψουν στην Ισπανία αλλά μέσα από υπηρεσίες μετάφρασης και προώθησης που προσφέρουμε εμείς, να επεκταθούν και σε άλλες Ισπανόφωνες χώρες
Έκανα διάφορες κινήσεις και, τελικά, με τους κατάλληλους ανθρώπους και συνεργάτες έγινε πραγματικότητα.
Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι;
Σε αυτό το εγχείρημα είχα δίπλα μου τον επίσης Κύπριο καλλιτεχνικό παραγωγό Νίκο Ζαβαλλή που ζει στη Βαρκελώνη, καθώς και τον σύντροφό μου, Juanjo Lopez Martinez. Και οι δύο πίστεψαν αυτήν την… τρελή ιδέα και το πώς, αν καταφέρναμε να την υλοποιήσουμε, θα μπορούσε πραγματικά να φέρει έναν νέο αέρα στη Βαρκελώνη για τον ελληνικό Πολιτισμό.
Πώς άρχισε να χτίζεται η ιδέα μέχρι να γίνει πραγματικότητα;
Άρχισα να βλέπω ελληνικές και κυπριακές ταινίες και ξεκίνησα την αναζήτηση αναφορικά με χρηματοδοτικά πλαίσια, τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα με στόχο την ενθάρρυνση της κινηματογραφικής παραγωγής. Κύπριοι και Έλληνες οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στο εξωτερικό να επιστρέφουν πλέον πίσω στις χώρες τους, ώστε να φτιάξουν εκεί ταινίες. Σκέφτηκα ότι έχουμε πολύ όμορφες ταινίες και ήταν κρίμα που δεν έρχονταν και στην Ισπανία. Όταν ρωτήσεις κάποιον για Κύπρο-Ελλάδα το μόνο που σκέφτονται είναι ήλιος, θάλασσα, διακοπές και τοποθεσίες για γυρίσματα ξένων παραγωγών. Δεν σκέφτονται ότι και εμείς έχουμε μια κινηματογραφική παραγωγή, η οποία σε πολλά θέματα και εκφραστικές δυνατότητες είναι πολύ κοντά στην Ισπανική. Έτσι, σκέφτηκα ότι θα ήταν πάρα πολύ όμορφο να δώσουμε την ευκαιρία σε αυτές οι ταινίες να έρθουν εδώ, να τις γνωρίσει το ισπανικό κοινό και να δει και το άλλο μέρος του ελληνικού Πολιτισμού.

Πόσο καιρό χρειάστηκε η προετοιμασία του πρώτου Φεστιβάλ;
Πήρε περίπου δύο χρόνια. Από την ιδέα, μέχρι να σχηματίσω μια ομάδα που να δουλέψουμε μαζί για την υλοποίησή του, μετά να βρεθεί η κατάλληλη χρηματοδότηση, που ήταν το κυριότερο. Με τη βοήθεια του Νίκου Ζαβαλή είχαμε χρηματοδότηση από την αργότερα από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και είχαμε στήριξη από τις Πρεσβείες της Κύπρου και της Ελλάδας, την Ελληνική Κοινότητα της Καταλονίας και άλλους φορείς.
Το πρώτο Φεστιβάλ ήταν το δύσκολο, γιατί δεν μας ήξερε κανένας σε αυτόν τον Δονκιχωτικό αγώνα.
Η επιμονή σας, ωστόσο, δικαιώθηκε!
Όταν έγινε το πρώτο και είδαμε ότι το “στοίχημα” που έβαλαν μαζί μας πήγε καλά, μετά ήταν πιο εύκολο να μας εμπιστευτούν και να έχουμε περισσότερες χρηματοδοτήσεις. Πλέον, περισσότεροι δημιουργοί μας στέλνουν τις ταινίες τους ώστε να τις παρουσιάσουμε. Σε όλους όσοι μας στέλνουν τις ταινίες τους, προσφέρουμε δωρεάν μετάφραση και υπότιτλους ισπανικά, τους οποίους προσφέρουμε, ώστε να μπορέσουν να στείλουν την ταινία και σε άλλα ισπανόφωνα φεστιβάλ.
Πλέον μετά από 8 χρόνια, το Φεστιβάλ Κυπριακού και Ελληνικού Κινηματογράφου έχει γίνει γνωστό μέσα στην Ισπανία και ταξιδεύει σε όλη τη χώρα. Φορείς από διάφορες πόλεις μας καλούν να κάνουμε μικρότερης διάρκειας φεστιβάλ, προβάλλοντας τις ελληνικές και τις κυπριακές ταινίες. Έχουμε προσκληθεί, μάλιστα, να κάνουμε κάτι αντίστοιχο μέχρι και στην Κούβα!
Στην Ισπανία ήταν πιο εύκολα τα πράγματα από γραφειοκρατικής πλευράς;
Πέρα από το φεστιβάλ, έχω και εμπειρία χρηματοδοτικών προγραμμάτων στην Ισπανία από τις κινηματογραφικές μας παραγωγές. Επομένως, μπορώ να πω ότι είναι κάπως πιο ανοιχτά τα πράγματα σε σχέση με την Ελλάδα.
Δεν είναι όλα συγκεντρωμένα σε ένα φορέα. Υπάρχουν πολλοί φορείς από τους οποίους μπορείς να ζητήσεις χρήματα. Υπάρχουν πάρα πολλά προγράμματα για ιδιώτες, για κυβερνητικούς φορείς ή ΜΚΟ με στόχο να επενδύσουν στην κουλτούρα και σε ό,τι προωθεί τον Πολιτισμό.
Επομένως είναι πολύ πιο ανοιχτοί να ακούσουν το αίτημά σου. Γιατί ξέρουν πως όποια χρηματοδότηση δώσουν, δεν είναι λεφτά χαμένα. Υπάρχουν πολλοί που επενδύουν με ενδιαφέρον σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις ή παραγωγές και αυτό κάνει την όλη συνεργασία πολύ πιο βαθιά και ουσιαστική.
Πώς ήταν η αίσθηση όταν είδατε το πρώτο Φεστιβάλ να γίνεται πραγματικότητα;
Το πιο χαροποιό στο πρώτο φεστιβάλ και κάτι που συνεχίζει μέχρι και σήμερα στα φεστιβάλ μας, είναι η πλειονότητα των θεατών είναι ντόπιοι. Δεν είναι ένα φεστιβάλ για να έρθουμε εμείς οι Έλληνες να δούμε τις ταινίες μας. Έχουμε κατορθώσει ήδη από την πρώτη διοργάνωση, να τραβήξουμε πραγματικά το ενδιαφέρον των ντόπιων. Κι αυτός ήταν εξαρχής ο πρωταρχικός μου στόχος: να φέρω τις ταινίες ώστε να τις γνωρίσουν οι Ισπανοί. Ήταν η λεπτομέρεια που με έκανε πιο ευτυχισμένη!
Πώς γίνεται η επιλογή των ταινιών που προβάλλονται;
Μέχρι πριν δύο χρόνια είχαμε πρόσκληση ενδιαφέροντος. Τα τελευταία δύο χρόνια ο καλλιτεχνικός μας διευθυντής ο Κώστας Κοντονικόλας είναι υπεύθυνος για την επιλογή των ταινιών, μέσα από συνεργασίες που έχουμε με άλλα ελληνικά φεστιβάλ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούμε να επιστρέψουμε ξανά την ανοιχτή πρόσκληση. Είναι κάτι που ήδη το εξετάζουμε γιατί το Φεστιβάλ έχει μεγαλώσει αρκετά. Αν μπορούμε, με μια καλή χρηματοδότηση, να το επεκτείνουμε σε ημέρες, θα θέλουμε να έχουμε και ταινίες που έρχονται από τον ανεξάρτητο ελληνικό κινηματογράφο και μπορεί να μην είχαν άλλες ευκαιρίες να πάνε σε άλλα φεστιβάλ και να γίνουν γνωστές. Υπάρχουν πραγματικά “διαμάντια” και με ενδιαφέρει πάρα πολύ να τους δώσω αυτή την ευκαιρία.
Επίσης, έχουμε και δημιουργούς που μπορεί να μας στείλουν από μόνοι τους την ταινία . Θέλουμε να έχουμε ανοιχτές τις πόρτες προς όλες τις κατευθύνσεις.

Η εξέλιξη του φεστιβάλ είναι εντυπωσιακή. Έχουν προστεθεί πολλές, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες, παράλληλες δράσεις.
Όλα αυτά τα χρόνια, η επιτυχία του Φεστιβάλ είχε ως συνέπεια πολύς κόσμος να μας ζητά και άλλες παράλληλες δραστηριότητες. Ήδη από το δεύτερο Φεστιβάλ είχαμε καλεσμένους σκηνοθέτες και ηθοποιούς που έρχονταν από την Ελλάδα και την Κύπρο για παρουσιάσουν τις ταινίες και να συνομιλήσουν με τους θεατές, κι αυτό άρεσε πολύ στο κοινό. Στη συνέχεια, το διανθίσαμε με περισσότερα πράγματα. Για δύο συνεχόμενες χρονιές είχαμε δημιουργήσει το Δεκαήμερο Ελληνικής και Κυπριακής Κουλτούρας, στη διάρκεια του οποίου καθημερινά είχαμε συναυλίες, γευσιγνωσία, θέατρο σε συνεργασία με τον Θοδωρή Βουρνά, κινηματογραφικές προβολές, διαλέξεις, εκθέσεις φωτογραφίας… Ήταν κάτι που άρεσε πάρα πολύ στο κοινό. Επίσης, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, δημιουργούμε ένα κινηματογραφικό, networking, δηλαδή καλούμε σκηνοθέτες και ηθοποιούς να γνωριστούν με παραγωγούς, ηθοποιούς και σεναριογράφους που δραστηριοποιούνται εδώ στην Βαρκελώνη. Κάθε χρόνο φροντίζουμε να κάνουμε πολλά και διαφορετικά πράγματα.
Να θεωρήσουμε ότι είστε ήδη σε διαδικασία προετοιμασίας για το επόμενο;
Και βέβαια, πολύ θα θέλαμε! Φυσικά, η χρηματοδότηση είναι πάντα ένα μεγάλο στοίχημα. Όταν γνωρίζουμε ποια θα είναι αυτή που θα έχουμε, μας βοηθάει να βάλουμε το επόμενο Φεστιβάλ σε κάποια πλαίσια, ώστε να ξέρουμε τα περιθώρια που έχουμε να κινηθούμε. Αλλά, ναι, εμείς πάντα θέλουμε να συνεχίζουμε! Ο αριθμός των θεατών κάθε χρόνο μεγαλώνει. Στις τρεις μέρες του Φεστιβάλ έχουμε πάνω από χίλια άτομα, ενώ στο τελευταίο μας Φεστιβάλ είχαμε συνολικά 14 ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους. Το κοινό θέλει, μας στηρίζει, κάνουμε κάτι που μας αρέσει πολύ και θεωρούμε ότι αυτό βοηθάει τον Ελληνικό και Κυπριακό κινηματογράφο να επεκταθούν στο εξωτερικό.
Με ποιους τρόπους μπορεί να συμβεί αυτό;
Όπως προανέφερα, μετά το Φεστιβάλ, πολλοί θα χρησιμοποιήσουν τους ισπανικούς υπότιτλους που προσφέρουμε, για να έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τις ταινίες τους και σε άλλες ισπανόφωνες χώρες.
Πέρα από αυτό, στο Φεστιβάλ έχουμε διαγωνιστικό τμήμα τόσο για μικρού όσο και για μεγάλου μήκους ταινίες. Οι ταινίες που βραβεύονται, παίρνουν αυτόματα και ένα συμβόλαιο με την μεγάλη ισπανική online πλατφόρμα ταινιών “Filmin”, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις θεάσεις τους. Όραμά μας εξαρχής ήταν να φέρουμε το ελληνικό και κυπριακό σινεμά στην Ισπανία και να ανοίξουμε πόρτες να πάει παρακάτω. Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι που σιγά σιγά παίρνει σάρκα και οστά!
Στην Ισπανία, όμως, κάνεις και άλλα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Μίλησέ μας και γι’ αυτά.
Το 2017 δημιούργησα την εταιρεία “OKTANA Casa de Cultura” που ασχολείται με ό,τι έχει να κάνει με εκφάνσεις Πολιτισμού: θέατρο, συναυλίες, κινηματογραφικές και θεατρικές παραγωγές, Φεστιβάλ. Όλα είναι κάτω από την ομπρέλα της OKTANA και μέσα από αυτήν έχουμε δραστηριοποιηθεί και με άλλους τρόπους προωθώντας τον ελληνικό Πολιτισμό. Έχουμε κάνει δράσεις και εκθέσεις εμπορικού χαρακτήρα, όπως η «ΑΜΒΡΟΣΙΑ» που διοργανώσαμε τρεις φορές με την Ναυσικά Τομαρά. Είναι μια γαστρονομική έκθεση προώθησης ελληνικών και κυπριακών προϊόντων από εταιρείες που δεν είχαν τρόπο να φέρουν στην Ισπανία τα προϊόντα τους. Κάνοντας αυτή την έκθεση, μπορέσαμε να βρούμε για τις εταιρείες αυτές κάποιους διανομείς, που άνοιξαν την πόρτα για εμπορικές συναλλαγές και εισαγωγή αυτών των ελληνικών προϊόντων μέσα στην Ισπανία.
Υπήρξε ανταπόκριση;
Και βέβαια. Τα τελευταία χρόνια η ισπανική αγορά έχει ανοιχτεί πολύ προς Ελλάδα και Κύπρο, γιατί έχουν αναγνωριστεί πολλά από τα προϊόντα μας ως προϊόντα πολύ ψηλής ποιότητας, βιολογικά και αγνά που ίσως δεν υπάρχει εδώ κάποιο ανάλογο. Υπάρχει αρκετό ενδιαφέρον και έχουμε δει μέσα από αυτή την έκθεση ότι, πραγματικά, πολλές επιχειρήσεις κατάφεραν να ανοίξουν το δρόμο προς την ισπανική αγορά.

Όμως, δεν μένεις μόνο σε αυτά.
Πέρα από αυτό στην OKTANA κάνουμε και κινηματογραφικές παραγωγές μικρού μήκους, βιντεοκλίπ, μέχρι κινηματογραφικές ταινίες. Τα τελευταία χρόνια κάναμε δύο ταινίες, οι οποίες είχαν αρκετή επιτυχία στην Ισπανία και στο εξωτερικό. Η πρώτη ονομάζεται “La Rebellion De Bernarda” (σ.σ. «Η Επανάσταση της Μπερνάρδα»). Είναι εμπνευσμένη από τον θεατρικό του Λόρκα, «Το σπίτι της Μπερνάρδα Άλμπα» και, μάλιστα, γυρίστηκε στην Ανδαλουσία, στο σπίτι της Μπερναρδα Άλμπα και του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Η ταινία αφηγείται μια σύγχρονη επανάσταση της «Μπερνάρδα» ενάντια στη μοίρα στην οποία η κοινωνική καταπίεση, αλλά και ο ίδιος ο δημιουργός του έργου καταδίκασαν αυτήν και τις κόρες της. Είναι μια φεμινιστική και ταυτόχρονα τρυφερή προσέγγιση του θέματος, η οποία γενικά άρεσε πολύ. Είχε πάρα πολλές προβολές εδώ στην Ισπανία, αλλά είχε και πολύ καλή ανταπόκριση σε παγκόσμιο επίπεδο. Είχε 33 επιλογές σε Φεστιβάλ και κέρδισε 10 βραβεία όχι μόνο στην Ισπανία, αλλά και στο εξωτερικό. Η σκηνοθεσία ήταν του Jorge Pastor, ο οποίος είναι ένας αναγνωρισμένος φωτογράφος, δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και πολυτάλαντος δημιουργός.
Η δεύτερη μας ταινία ήρθε δύο χρόνια μετά. Ονομάζεται “Teníamos un plan” (σ.σ. «Είχαμε ένα σχέδιο»). Γυρίστηκε στην Ανδαλουσία, σε ένα πανέμορφο, αλλά έρημο από την αστυφιλία χωριό και πραγματεύεται την ιστορία αγάπης μεταξύ δύο ηλικιωμένων, που προσπαθούν να πάρουν τον έλεγχο της ζωής τους ξανά στα χέρια τους και να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία: να καταφέρουν να ζήσουν όπως αυτοί θα ήθελαν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους. Εξαιτίας της επιτυχίας της πρώτης μας ταινίας είχαμε μεγαλύτερη χρηματοδότηση και έτσι μπορέσαμε να εξασφαλίσουμε τη συμμετοχή καταξιωμένων Ισπανών ηθοποιών, όπως τον Juan Meseguer και την María Garralón. Αυτή η ταινία είναι ακόμη σε διανομή, συμμετέχει σε φεστιβάλ και μέχρι τώρα έχει αποσπάσει τρία βραβεία.
Αυτήν την περίοδο, έχουμε στα σκαριά μια ταινία μεγάλου και μια ταινία μικρού μήκους.
Αυτές τις ταινίες υπάρχει δυνατότητα να τις δούμε στην Ελλάδα σε κάποια πλατφόρμα;
Το “La Rebellion De Bernarda” είχε προβληθεί στο Φεστιβάλ Λάρισας πριν από μερικούς μήνες και, αν δεν κάνω λάθος, βρίσκεται ακόμη σε μια Ισπανική πλατφόρμα. Δεν ξέρω κατά πόσο στην Ελλάδα έχετε πρόσβαση σε αυτήν. Το “Teníamos un plan” ακόμη βρίσκεται σε διανομή δεν μπορεί να μπει σε κάποια πλατφόρμα. Ελπίζουμε μετά τη διανομή του να μπορέσουμε να το βάλουμε κι αυτό.
Από τον τρόπο που περιγράφεις τα πράγματα γίνεται αντιληπτή η αγάπη για την Ελλάδα που συναντάς στην Ισπανία.
Από τα πρώτα χρόνια που άρχισα να έρχομαι στην Ισπανία, συνειδητοποίησα ότι οι Ισπανοί ξέρουν αρκετά πράγματα για την Ελλάδα και υπάρχει έντονο το αίσθημα του φιλελληνισμού. Όταν άρχισα να ζω στη Βαρκελώνη, το είδα να εκτοξεύεται. Οι Καταλανοί είναι ιδιαίτερα φιλέλληνες. Και αυτό μάλλον προέρχεται από το γεγονός ότι από αρχαιοτάτων χρόνων οι Έλληνες είχαν φτιάξει αποικίες εδώ στην Καταλονία. Από την ελληνική κοινότητα βλέπουμε ότι οι Καταλανοί ενδιαφέρονται πολύ να μάθουν ελληνικά και παραδοσιακούς χορούς.
Τα πρώτα χρόνια που αρχίσαμε το φεστιβάλ και αρχίσαμε να τους βλέπουμε ως θεατές των ταινιών, μας έλεγαν ότι από μικροί έχουν μεγαλώσει με την ιστορία της Ελλάδας, ξέρουν τον Πολιτισμό μας, τους ενδιαφέρει πάρα πολύ.
Υπάρχει μία σχέση πολύ στενή πολιτισμικά. Και αυτή η σχέση μπορεί να μεγαλώσει με έναν πιο σύγχρονο, πολιτιστικό διάλογο και κοινή πολιτιστική δημιουργία, είτε αυτή είναι κινηματογραφική είτε είναι σε άλλες τέχνες, όπως το θέατρο ή η μουσική. Έχουμε πάρα πολλούς Έλληνες μουσικούς που δραστηριοποιούνται τα τελευταία χρόνια στη Βαρκελώνη και έχουν δημιουργήσει σχήματα με ντόπιους μουσικούς. Εδώ στη Βαρκελώνη, την τελευταία δεκαετία, ζούμε μια εποχή κοινής δημιουργίας ντόπιων και Ελλήνων που μας χαροποιεί ιδιαίτερα.
Και έχει και σίγουρα πολλά περιθώρια εξέλιξης.
Και βέβαια. Είναι πολύ σημαντική σε αυτόν τον τομέα η οικονομική βοήθεια που δίδεται τόσο από το ελληνικό κράτος, όσο και από το ισπανικό για τέτοιου είδους συνεργασίες. Που φέρνουν τις χώρες κοντά και δίνουν την ευκαιρία να έχουμε συμπαραγωγές και να δημιουργούμε ένα νέο, μεσογειακό κράμα.
Πώς εισπράττει η ισπανική κοινωνία όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια;
Έχουν αυξηθεί οι Έλληνες μετανάστες. Εδώ στη Βαρκελώνη υπολογίζεται ότι έχουμε περίπου 5.000-6.000 Έλληνες και τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να έρχονται ολόκληρες οικογένειες. Ο λόγος είναι ξεκάθαρα οικονομικός. Βρίσκουν καλύτερες δουλειές και έρχονται για ένα καλύτερο μέλλον για αυτούς και τα παιδιά τους.
Όσον αφορά τα πολιτικά τεκταινόμενα, οι Ισπανοί νομίζω τους Έλληνες μας βλέπουν με μια συμπόνια και κατανόηση γιατί έχουμε κάπως βίους και ιστορία παράλληλη τις τελευταίες δεκαετίες. Έχουμε περάσει από φασιστικά καθεστώτα, εμφύλιους πολέμους, όχι ταυτόχρονα, αλλά σε κοντινές στιγμές. Και η οικονομική κρίση μας χτύπησε περίπου την ίδια περίοδο. Αντιμετωπίστηκε περίπου με τον ίδιο τρόπο και στις δύο χώρες και ως αποτέλεσμα ο λαός πληρώνει τα σπασμένα για τα λάθη που έγιναν σε άλλα πολιτικά και οικονομικά επίπεδα.
Επομένως, ναι, μας αντιμετωπίζουν με αρκετή κατανόηση. Καταλαβαίνουν από τι περάσαμε και τι περνάμε ακόμα. Γιατί παρόλο που κάποιες περιοχές της Ισπανίας μπορεί να ανθίσουν οικονομικά, πχ λόγω του τουρισμού, υπάρχουν άλλες περιοχές που η βάση της οικονομίας είναι η γεωργία και έχουν χτυπηθεί πάρα πολύ σοβαρά από την οικονομική κρίση. Και εκεί υπάρχει μεγαλύτερος αντίκτυπος των οικονομικών αρνητικών συνεπειών. Νομίζω ότι και σε αυτό το τομέα μας καταλαβαίνουν αρκετά.

Ποιο στοιχείο της ισπανικής κουλτούρας θαυμάζεις και θα άξιζε να υιοθετήσουμε;
Το πάθος για Δικαιοσύνη. Ειδικά οι Καταλανοί. Ακόμη κι αν τα πράγματα φαίνονται να πηγαίνουν καλά, έχουν συνέχεια μια αυτοκριτική διάθεση. Θα ήθελαν να είναι όσο δυνατόν καλύτεροι και πιο δίκαιοι. Αυτό πιστεύω είναι κάτι που και σε εμάς θα ήταν χρήσιμο.
Ο επαναπατρισμός υπάρχει ως ιδέα ή ως σκέψη σε κάποιο μέλλον;
Είμαι εκτός Κύπρου πάνω από 15 χρόνια. Αν υπολογίσω συνολικά, νομίζω πλέον κοντεύω αυτό το να είμαι εκτός Κύπρου περισσότερα χρόνια από ότι εντός Κύπρου. Παρ’ όλα αυτά, την αγαπάω και πηγαίνω συχνά, κρατώ στενή επαφή με την οικογένειά μου και τους φίλους μου. Δεν νιώθω σαν να είμαι αποκομμένη από όσα συμβαίνουν στο νησί. Αυτό που θα μου έλειπε ζώντας στην Κύπρο, θα ήταν οι επαγγελματικές ευκαιρίες που έχω εδώ στη Βαρκελώνη. Αν μπορούσα με κάποιο τρόπο να τις υλοποιήσω και να ζω στην Κύπρο, θα το σκεφτόμουν. Αλλά προς το παρόν, όπως έχουν τα πράγματα σήμερα δεν έχω τέτοιες σκέψεις.
Σε προσωπικό επίπεδο, τι ονειρεύεσαι για τα επόμενα χρόνια;
Γενικά στη ζωή μου, με κυνηγά η επιμονή μου να πραγματοποιήσω το αδύνατο. Αυτό που βλέπουν οι υπόλοιποι άνθρωποι σαν ένα άφταστο στόχο. Εύχομαι να συνεχίσω να έχω την ίδια δύναμη και το ίδια πάθος για να πραγματοποιώ τέτοιους “αδύνατους” στόχους.
Ελπίζω να είμαι καλά και να έχω δίπλα μου τους ανθρώπους που αγαπώ, αυτούς με τους οποίους έχω καλή συνεργασία και να γνωρίζω καινούριους, ώστε να μπορώ κάθε φορά να πάω στον επόμενο στόχο. Αλλάζουμε, δεν είμαστε πάντα ίδιοι. Η δική μου ενέργεια, το πάθος, η δοτικότητά, το αίσθημα δικαίου που μπορεί να έχω, ελκύει άτομα με τα οποία θα μπορούσα να έχω μια καλή συνεργασία και, ταυτόχρονα, μπορεί να απωθεί άτομα με τα οποία δεν μοιραζόμαστε τις ίδιες αξίες.
Αυτό θα ήθελα να συνεχίσω να κάνω στο μέλλον: να διευρύνω τους ορίζοντές μου και να πραγματοποιώ στόχους που σήμερα ίσως να μην φαντάζομαι καν ότι υπάρχουν.






































































































