Η Αμερικανίδα νομπελίστα Περλ Μπακ είχε κάποτε δηλώσει πως «η πρόοδος περιέχει μέσα της τον σπόρο της ευτυχίας». Μελετώντας κανείς την πρόοδο της Έφης Ρευματά στον χρόνο και στο εγχώριο καλλιτεχνικό σύμπαν, εύκολα εξάγει το συμπέρασμα πως η ίδια έχει καταφέρει, όχι απλά, να βρει αυτόν τον ιδιαίτερο «σπόρο» αλλά και να τον κάνει να καρποφορήσει.
Ηθοποιός, σκηνοθέτης, μεταφράστρια, μία ολοκληρωμένη και πολυσχιδής καλλιτεχνική προσωπικότητα, η Έφη Ρευματά (κόρη των ηθοποιών Μάκη Ρευματά και Έλλης Κωνσταντίνου), θεωρεί πως «η ευτυχία μετουσιώνεται σε ένα ιντριγκαδόρικο θεατρικό κείμενο που παίρνει ζωή, σε μία ομάδα ηθοποιών που εμπνέει και εμπνέεται, σε καλλιτεχνικές συγκυρίες που φέρνουν ταιριαστούς -και προπάντων ταλαντούχους- ανθρώπους κοντά».
Σε αυτές ακριβώς τις σκέψεις «πατά» και η φετινή θεατρική της αποστολή στη σκηνή του θεάτρου «ΕΛΕΡ – Ελένη Ερήμου», οδηγώντας την μέσα από το εξαιρετικά επίκαιρο «Push Up» σε μία ακόμη ευτυχή συνεύρεση με τον Γερμανό συγγραφέα Ρόλαντ Σίμελπφενιγκ.
Υπογράφοντας τη μετάφραση και διασκευή του κειμένου αλλά και τη σκηνοθεσία της παράστασης, εξερευνά σε βάθος τη φύση και την πλοκή των ανθρωπίνων σχέσεων στα σύγχρονα, αδίστακτα εργασιακά περιβάλλοντα, ρίχνει «φως» στις δόλιες παγίδες του αυτοπροσδιορισμού, ενώ «τροφοδοτεί» το κοινό με σκέψεις για το burn out και την «συναδελφική» αδηφαγία.
«Όλοι, λίγο ως πολύ, έχουμε βιώματα που με τρόπο παράξενο, μας τοποθετούν πάνω σε αυτή την σκηνή, μας βγάζουν από το ρόλο του θεατή και μας κάνουν ενεργά συμμετέχοντες», αποκαλύπτει η ίδια στην συνάντησή μας, λίγο πριν «ανοίξει» η αυλαία της Κυριακάτικης παράστασης, μια από τις τελευταίες καθώς το «πέσιμο» της αυλαίας θα γίνει το Σάββατο 14 Μαρτίου.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΛΟΥΚΙΑ ΧΡΥΣΟΒΙΤΣΑΝΟΥ
Για δεύτερη φορά μετά τον «Ιδομενέα» (2014), καταπιάνεσαι με έργο του Σίμελπφένιγκ. Το θέμα ή η γραφή του σε κέρδισαν στο «Push up»;
Αγαπώ τον Σίμελπφένιγκ γιατί είναι βαθιά υπαινικτικός, σε όλα του τα έργα και γιατί, εδώ ειδικά, δίνει έμφαση και αξία στο ότι ο καθένας έχει τη δική του οπτική γωνιά στο πως βλέπει και ορίζει τα πράγματα.
Μετά από τον «Ιδομενέα» μετέφρασα μερικά ακόμα έργα του. Οδηγήθηκα στο Push up, λόγω του θέματός του. Με τον παραγωγό μου τον Αντώνη Λάμπρο, επιδιώκαμε καιρό να «ανεβάσουμε» μία παράσταση για τις εργασιακές σχέσεις και τους αξιακούς κώδικες ανθρώπων σε πολυεθνικές. Και εγώ και ο Αντώνης, λόγω επαγγελματικών συγκυριών, όταν συνεργαζόμασταν σε μία ναυτιλιακή, έχουμε συνυπάρξει με αυτούς τους ανθρώπους. Οι ήρωες, λοιπόν, του Σίμελπφένιγκ ως χαρακτήρες, μας ήταν εξαιρετικά οικείοι.
Ξεκινώ την παράσταση με ένα ξέφρενο εταιρικό πάρτι -κάτι που δεν υπάρχει στο πρωτότυπο έργο: Εκεί οι συνάδελφοι «ξεγυμνώνουν» το εγώ τους, επιδίδονται σε σεξουαλικές πράξεις, ματαιοπονούν, κινούνται μεταξύ ευδαιμονίας και αποσύνθεσης, δομούνται και αποδομούνται ως χαρακτήρες και εν τέλει, εξιλεώνονται όταν απεγκλωβίζονται από την αυστηρή εργασιακή τους ταυτότητα.
Η διασκευή και η σκηνοθεσία υπηρέτησαν, ωστόσο, ορισμένες προσαρμογές προκειμένου το ελληνικό κοινό να ταυτιστεί ευκολότερα με τα μηνύματα του «Push up».
Το έργο του Σίμελπφενιγκ είναι σπονδυλωτό. Έμπλεξα μεταξύ τους, τις ιστορίες των τριών ζευγαριών, ξεφεύγοντας από την σπονδυλωτή αφήγηση του συγγραφέα. Με αυτή την αλλαγή – και με την προσθήκη του πάρτι στην έναρξη – το έργο θεωρώ πως έγινε πιο οικείο στο ελληνικό κοινό. Το κάθε ζευγάρι είναι, στην πραγματικότητα, οι δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου χαρακτήρα.
Και ποια είναι, θεωρείς, τα μηνύματα αυτά που δρουν εντονότερα στον ψυχισμό του κοινού;
Ο θύτης εύκολα γίνεται θύμα, το θύμα εύκολα γίνεται θύτης. Η παράσταση, εξυμνεί ένα σύστημα επαναλαμβανόμενο που δεν αλλάζει, απλώς μετουσιώνεται σε κάτι παρεμφερές. Το «τέρας» όμως παραμένει. Πατάς επί πτωμάτων για να ανέβεις και εν τέλει αυτό δεν σου βγαίνει σε καλό. Και μετά; Πόσο εύκολα θυσιάζεις κομμάτια του εαυτού σου, της ηθικής σου; Στο τέλος, αυτό που καταλαβαίνεις είναι ότι, οι ρόλοι θύτης και θύμα μπλέκονται, όπως και στη ζωή, και ότι και οι δύο βγαίνουν οι χαμένοι του παιχνιδιού.
Βλέπουμε στο θέατρο πολυσυλλεκτικό κοινό από διαφορετικά ηλικιακά γκρουπ. Πώς σε κάνει να αισθάνεσαι αυτό;
Είναι μία ευχάριστη έκπληξη! Από κάθε ομάδα ανθρώπων εισπράττω στο τέλος και διαφορετικά σχόλια. Πέφτουν μέσα σε πολλά και αυτό είναι άκρως ενθαρρυντικό. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς μου λένε και πράγματα που δεν τα είχα σκεφτεί καν. Κάποιοι παραδέχονται ότι και οι ίδιοι, αισθάνονται στην εργασία τους ως ρομπότ, δηλαδή έχουν μπει σε μία κατάσταση πιλοτική, σε μία λούπα. Στην ίδια λούπα που μπαίνουν και οι πρωταγωνιστές του “Push up” επί σκηνής.
Προέρχεσαι από μία οικογένεια ηθοποιών. Πώς αντιμετώπισαν την ενασχόλησή σου με τον χώρο;
Ο μπαμπάς μου έμμεσα προσπάθησε να με αποτρέψει. Χρειάζεται «γερό στομάχι» μου έλεγε και με συμβούλευε να κάνω κάτι άλλο. Σπούδασα οικονομικά στη Γερμανία, συνέχισα Ελλάδα, στο Οικονομικό της Νομικής αλλά, καθότι το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, μπήκα και στη δραματική Σχολή του Εθνικού και αργότερα στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ. Αργότερα ο μπαμπάς μου, παραδέχτηκε «Ε, ναι παιδί μου δεν θα μπορούσες να κάνεις κάτι άλλο!». Παρ’ όλα αυτά, για τα πρώτα χρόνια συνέχισε να μου λέει «Αν τελικά ακολουθήσεις αυτή τη δουλειά….» και εγώ παρεξηγούμουν. Τώρα που διδάσκω υποκριτική σε νεαρά παιδιά τους λέω ακριβώς το ίδιο.
INFO
Συγγραφέας: Ρόλαντ Σιμμέλπφενιγκ (Roland Schimmelpfennig)
Μετάφραση – Διασκευή – Σκηνοθεσία: Έφη Ρευματά
Σκηνικά – Κοστούμια: Μαργαρίτα Τζαννέτου
Επιμέλεια κίνησης – Χορογραφία: Άννα Μάγκου
Μουσική σύνθεση: Φοίβος Σαμαρτζής
Σχεδιασμός φωτισμών: Αντώνης Καρανδεινός
Διανομή (Ηθοποιοί): Κώστα Ανταλόπουλος, Αθανασία Κουρκάκη, Θεμιστοκλής Μαλεσάγκος, Φανή Παναγιωτίδου, Νίκος Στεργιώτης, Βιβή Φωτοπούλου
Φωνή: Γιώργος Νινιός (ακούγεται)





































































































