Θέλετε τώρα να σας πω, κοντά στο αναµµένο
τζάκι το παραµύθι µου, παιδιά σας περιµένω…
Για τη Λιουλάνθη λόγιασα, ωραίο παραµύθι,
απόψε έτσι ολόγυρα, στη λάµψη της φωτιάς µας,
αφουγκραστείτε τους παλιούς, τους χτύπους της καρδιάς µας.
Από τη Μαρουσιώτικη Συλλογή Παραµυθιών του Δηµήτρη Μασούρη
Μια νύχτα λοιπόν σαν απόψε χριστουγεννιάτικη, ήτανε στον τόπο μας μια κόρη πολύ όμορφη. Είχε τις χάρες τ’ ουρανού και της γης. Μια λυγεράδα, μια κορμοστασιά, ένα ανάλαφρο περπάτημα. Ήτανε τίμια και καλοσυνάτη. Της άρεσε να πηγαίνει στο δάσος, να κόβει λουλούδια, ν’ακούει τα πουλιά να λαλούνε. Όλες οι κοπέλες του χωριού τη ζήλευαν για την προκοσύνη της και το σιγύριο της. Πρώτη μέσα στις πρώτες νιές του χωριού μας σας λέω. Λουλούδι του Ήλιου, έτσι έλαμπε.
Η Λιουλάνθη ήτανε ψυχοκόρη της Ρουμπίχης του Σπηλιουλιέκου. Η Ρουμπίχη, σκληρή γυναίκα ταμαχιάρα (=πλεονέχτρα), είχε δύο κόρες κακάσχημες, την Μπαμπούλω και τη Σκιαζάρω, όνομα και πράμα. Δεν τις έβανε να κάνουν τίποτες. Όλα η Λιουλάνθη. Ράφια, πιάτα, χύτρες, χάλκινα, ασημένια, λάτρα, όλα στο σπίτι αστράφτανε. Α! και κουβάλημα στο κουβάλημα νερό με το μαστέλο απ’ το πηγάδι του Παπασταμάτη. Ξεθέωμα. Άλλο να σου λέω και άλλο να λογιάζεις.
Λέγανε οι παλιοί πως το πηγάδι του Παπασταμάτη ήτανε μαγεμένο. Κι όταν σουρούπωνε, δεν έπρεπε να πηγαίνει κανείς κείθε για νερό, γιατί ένας Αράπης, κοιμότανε μέσα μαζί με τα στοιχειά κι όταν τρανταζότανε το νερό ξυπνούσαν και έκαναν κακό. Όμως ο Αράπης, μόλις έβλεπε τη Λιουλάνθη, γινότανε η καρδιά του. Χώρια που τη συμπόναγε, γιατί νυχτιάτικα την έβλεπε να κουβαλάει νερό με το μαστέλο. Και δεν μπόραγε να το σηκώσει. Και πάντα η Λιουλάνθη ξυπνούσε πολύ πρωί, για να βάλει μπουγάδα, να ζυμώσει, να μαγερέψει και να προλάβει όλες τις δουλειές της μέρας. Ο Αράπης το ’ξερε αυτό και της έλεγε:
Λιουλάνθη πιάσε τώρα το προζύμι
κι αύριο μάλαμα κι ασήμι
θά ’χεις κόρη να πιαστείς
και να καλοπαντρευτείς.
Την Λιουλάνθη πολλοί τη θέλανε για νύφη, γιατί ’τανε προκομμένη και στέλνανε πολλά προξενιά. Περισσότερο όμως τη ζηλεύανε η Ρουμπίχη και οι κακάσχημες κόρες της, που προξενήτρα δε ζύγωνε για δαύτες. Για τούτο την πρόγκιζαν και την κατάτρεχαν κι ό,τι άσχημο γινότανε σ’αυτήνε το φόρτωναν. Στα χέρια τους η Λιουλάνθη περνούσε κόλαση.
Μια νύχτα σαν την αποψινή, το λοιπόν, άγρια φεγγαρόφωτα μεσάνυχτα έστειλε η Ρουμπίχη τη Λιουλάνθη στο δάσος για νερό. Εκεί κοντά στο Ταβανάκι στον γκρεμό, στο κούφωμα της ρεματιάς, που βγαίνουν τα καλικατζάρια, άρχισε να τραγουδάει. Φοβότανε. Ξάφνου μπροστά της πετάχτηκε ένα σκιουράκι. Είχε μιαν όμορφη φουντωτή ουρίτσα και κρατούσε ένα ρόδι.
– Λιουλάνθη, της φώναξε, ο Αράπης μού ’χει μιλημένα για σένα. Πάρε αυτό το ρόδι, θα σε κάνει αόρατη μέσα στη νύχτα και, όταν θελήσεις βοήθεια, σπάστο.
Η Λιουλάνθη πήρε το ρόδι, το έκρυψε κάτω από το μποξά της και συνέχισε το δρόμο της. Έφτασε στα Καισάρια και πριν στρίψει για το πηγάδι άκουσε κλάματα. Είδε μπροστά της ένα μωρό τυλιγμένο σε άσπρη πάνα. Φοβήθηκε γιατί ήξερε πως αυτό τα φεγγαρόφωτα μεσάνυχτα ήτανε κακοσημαδιά, πλάνεμα ανεράιδας. Τότες κοντά στα δύο πεύκα δίπλα απ’ το ασβεστοκάμινο πετιώνται πέντε καλικατζάρια που ρεκάζανε σαν παλιοτραγιά, σαλτάροντας. Τραγουδούσανε τσεβδά (=ψευδά, βραδύγλωσσα).
Καλκανίδα, παλπασίδα
τέτοιο πλάμα δεν το είδα
μαστέλο βλέπω να παγαίνει στο πηγάδι για νερό
γύρω γύρω από τούτο
ν’αρχινήσω το χορό.
Η Λιουλάνθη προχωρούσε
χωρίς να σταματάει. Άγγιζε μόνο μέσα στο μποξά της το ρόδι κι όλο προχωρούσε. Ήτανε αόρατη. Τα καλικατζάρια δίπλα της σκαμπάζανε την παρουσία της, τραγουδούσανε, χορεύανε και λέγανε:
Νογάω (=νιώθω) ανάσα κοπελιάς
να προσπερνάει σιμά μου,
ε, να μπόραγα να αρπάξω στο νερό να τη βουλιάξω,
μες της στέρνας τα φυλλώματα ως τα ξημερώματα.
Έφτασε στο πηγάδι. Ο Αράπης έλειπε. Το νερό ξεχείλιζε, έβγαινε όξω από το πηγάδι. Άκουσε μια λεπτή βατραχοφωνίτσα
– Βοήθεια. Κοίταξε ολόγυρα, είδε ένα μικρό ομορφούλικο τοσοδούλι βατραχάκι, που είχε σφηνωθεί στη ρωγμή του βράχου. Η Λιουλάνθη πήγε προς τα εκεί.
– Εσύ μίλησες; του είπε.
– Ναι, βγάλε με από το βράχο, παρακάλεσε. Η Λιουλάνθη άπλωσε το χέρι της και το ’βγαλε.
– Τι μεγάλη χάρη, που μου έκανες, της είπε. Το χάιδεψε και το έφερε στο πρόσωπό της. Το φίλησε.
– Ποτέ στη ζωή μου δε βρήκα άνθρωπο να με φιλήσει, της είπε. Η Λιουλάνθη τα ’χασε και έπειτα, κοιτάζοντας ξαφνιάστηκε, θαμπώθηκε: Ένα όμορφο βασιλόπουλο ήτανε μπροστά της.
– Μια κακιά μάγισσα με καταράστηκε, της είπε, να γίνω βατραχάκι, γιατί δεν ήθελα να πάρω γυναίκα μου την κακάσχημη κόρη της. Και όχι μόνον έμενα, μα καταράστηκε κι ολόκληρη τη χώρα και το παλάτι μάγεψε να βουλιάξει μέσα στη γης. Μα έλα τώρα, που ξανάγινα άνθρωπος και λυθήκανε τα μάγια με το φίλημά σου να πάμε στο παλάτι. Όλη η χώρα βγήκε από τη γης και όλοι μας περιμένουνε.
Το βασιλόπουλο χτύπησε παλαμάκια και να! σου μπροστά ένα ολόασπρο βαρβάτο άλογο. Καβαλίκεψαν Λιουλάνθη και βασιλόπουλο και αστραπή βρεθήκανε σ’ένα πανέμορφο παλάτι, που μόλις είχε ζωντανέψει και μια χώρα, που πριν από λίγο είχε πάρει τ’απάνω της.
Η Λιουλάνθη, μόλις την είδανε οι βαλέδες και οι ορντινάντσες του παλατιού, τρέξανε, της φέρανε μια μεταξένια ολάσπρη αστραφτερή φορεσιά, τη φόρεσε κι έκρυψε στον κόρφο της το ρόδι. Το ίδιο έκαναν και για το βασιλόπουλο. Του φέρανε μιαν άσπρη ολόμορφη στολή με χρυσά πλάκα τα γαλόνια, να! Αρχίσανε τα τραγούδια, οι μουσικές. Ο ντελάλης βροντοφώνησε το γάμο.
Όμως η κακιά μάγισσα το ’μαθε απ’ τη γοργολαλού, το σημαδιάρικο κακοπούλι και τρέχει στο παλάτι. Πριν όμως φτάσει, σταμάτησε στο πηγάδι του Παπασταμάτη για να πιεί νερό και κάθησε σ’ένα βράχο δίπλα απ’το πηγάδι να ξαποστάσει. Τότες τα καλικατζάρια όρμησαν, την έριξαν στο νερό και την πνίξανε.
Η Ρουμπίχη του Σπηλιουλιέκου σαν είδε πως η Λιουλάνθη άργησε, πήρε το στρατί, πέρασε τον τούρκικο δρόμο περικοπά (=έκοψε δρόμο) δίπλα απ’ τ’ασβεστοκάμινο. Εκεί βρήκε τον Αράπη κι έμαθε πως η Λιουλάνθη παντρεύεται το βασιλόπουλο της Αστρένιας, που το ’χε μαγέψει βατραχάκι η κακιά μάγισσα, πνιγμένη τώρα απ’ τα καλικατζάρια.
– Γίνεται ο γάμος, της είπε.
Εκείνη γένηκε θεριό. Γύρισε φουρκισμένη, το ’πε στις κόρες της. Τοιμαστήκανε για το γάμο. Φορέσανε ό,τι καλύτερο είχαν. Ανεβήκανε στη σούστα. Χτύπησε ο σεΐζης με το καμουτσίκι το άλογο και μπουχός. Και να! που όλοι πορεύονται σ’αυτόν τον ντουνιά. Ο πρίγκηπας της Ανεβροχιάς, ένας κακάσχημος ξερακιανός στεγνός σαν τηγανίτα σαρακοστιανή, μόλις είδε το σκιάχτρο την Μπαμπούλω, πλάνταξε από αγάπη για δαύτηνε. Το ίδιο έπαθε και ο πρίγκηπας της Χαλαζιάς. Κακόμορφος, ατσούμπαλος και κείνος,
κρουσταλλιασμένο σκουτί,
για τη μικρότερη ασχημομούτσουνη Σκιαζάρω. Τριπλός ο γάμος μάνι μάνι. Φαντάσου τι άσχημα παιδιά θα έκαναν. Αλλά η μοίρα του καθενού στον ουρανό είναι γραμμένη. Η Ρουμπίχη έλεγε και ξανάλεγε με καμάρι.
– Ποιος το καλό μου θέλει! Ο χρόνος την ομορφιά ροκάνισε την ασχήμια ξαφάνισε. Πρίγκιπες είναι κι ό,τι να ’ναι.
Κι όμως ζήλευε τη Λιουλάνθη. Το ίδιο και οι κόρες της. Ζήλεια να δουν τα μάτια σου και το έδειχναν με τα ζηλιάρικα φερσίματά τους. Δεν υποφέρονταν!
Και η Λιουλάνθη, για ν’ απαλλαγεί από δαύτες, στάθηκε στη μέση της σάλας του παλατιού, έβγαλε το ρόδι από τον κόρφο της του ’δωσε μια χάμω κι είπε: Φτάνει πια ως εδώ! Το ρόδι έσπασε και ξάφνου παρουσιάστηκε το σκιουράκι:
– Αφεντικίνα, τι με θες;
Το και το εκείνη.
– Γένηκε.
Αμέσως τα πρόσωπα που δεν αγαπούσαν τη Λιουλάνθη ’ξαφανιστήκανε μέσα σ’ ένα σύγνεφο στους τόπους τους μακριά από δώθε την Ανεβροχιά και τη Χαλαζιά, παίρνοντας μαζί τους και τη Ρουμπίχη του Σπηλιουλιέκου. Έτσι απαλλάχθηκε από δαύτες η Λιουλάνθη. Το βασιλόπουλο με τη Λιουλάνθη βασιλέψανε στην Αστρένια, γιατί ο βασιλιάς μόλις είχε πεθάνει. Η Αστρένια ήταν εδώ κοντά μας κάνε (=ίσως) στο πανέμορφο δάσος με τα γλυκόφωνα πουλιά τα γερεμένια (=δροσερά, δυνατά, ιαματικά) νερά και τα καρπερά δέντρα.
Η ζωή άρχισε ξανά, παιδιά μου ήσυχα και ωραία! Το πηγάδι του Παπασταμάτη βρισκότανε κι αυτό λίγο παραπάνω από μας στο δάσος του Τσιγκρού. Το σκέπασαν τα χώματα, χάθηκε, ούτε που σήμερα μπορεί κανείς να ξέρει, που ακριβώς ήτανε. Το δάσος μόνο ξέμεινε κουτσουρεμένο κι αυτό. Τούτα μου τα ’πε ο μπάρμπα Μητσαλιός, που κι αυτός τα ’χε ακουσμένα. Όμως ένα θε να σας πω πως τον Αράπη τον έβλεπαν και μετά πολλοί να πλανιέται στο δάσος από τότες, που πνίγηκε στο πηγάδι η κακιά μάγισσα, δε σίμωσε κείθε. Κοιμόταν πότε στον κούρουκλα της βελανιδιάς, πότε ανέβαινε στα δέντρα, ήτανε χωρίς στέγη. Πολλοί ξέρανε πως θα τον συναντήσουνε στα Καισάρια, στα Τριανέμια, στη Ντάπια ή στο βουλισμένο (=βουλιαγμένο) ασβεστοκάμινο. Παρακάλιε με το πιο γλυκό του πρόσωπο να τον συγχωρέσουνε, αν είχε βλάψει τους συντοπίτες, για να βρει ανάπαψη. Περάσανε τα χρόνια, στερνά τον είδε πάνω απ’ τη σταυρωτή στέρνα, στη ρίζα του ήμερου πεύκου ο γελαδάρης ο Κουκιάς. Ήτανε κι αυτός αλαφροΐσκιωτος.
Αυτά γένηκαν έτσι και να σας ειπώ, μάτια μου, πως τέτοια σήμερα δε ματαγίνονται. Ψέματα ή αλήθεια, αυτά ’ναι παραμύθια.
(Από τη θάλασσα της Μαρουσιώτικης Λαογραφίας, με αφηγητή τον Μιχάλη Μίμηνα συνέλεξε –1955– ο Δημήτρης Μασούρης).






































































































