Δεν είναι η μοναδική αναφορά του Παπαδιαμάντη στη διοίκηση.
Απογοητευμένος από την ελληνική δημόσια διοίκηση και συνάμα προφητικός, εκφράζει αμφιβολίες για την ικανότητα των Ελλήνων να αυτοδιοικηθούν, λέγοντας: «Δεν λέγομεν, ότι οι άνθρωποι του τόπου ήσαν εκτάκτως κακοί. Αλλού ίσως είναι και χειρότεροι. Αλλά το πλείστον κακόν οφείλεται αναντιρρήτως εις την ανικανότητα της ελληνικής διοικήσεως. Θα έλεγε τις, ότι η χώρα αυτή ηλευθερώθη επίτηδες, δια να αποδειχθή, ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν». (Βαρδιάνος στα Σπόρκα)
Η επικαιρότητα δημιουργεί κίνητρο για ενασχόληση με κοινωνικά θέματα καυτά, πληγές που ταλανίζουν τις κοινωνίες διαχρονικά, μηδέ της μικρής κοινωνίας της Σκιάθου εξαιρουμένης. Ένα από αυτά η χαρτοπαιξία, με ανάμεσα σε άλλα παρεπόμενά της την τοκογλυφία. Είναι το θέμα ενός ιδιαίτερα συγκινητικού χριστουγεννιάτικου διηγήματός του.
Ο ασβεστάς μπάρμπα Στέργιος στέλνεται από την γυναίκα του Θοδωριά μέσα στη νύχτα να φέρει το γιατρό, γιατί το μοναδικό παιδί που τους άφησε ο Χάρος, ο Λευτεράκης, είναι βαριά άρρωστο. Αναζητώντας τον γιατρό, ο μπάρμπα Στέργιος τον βρίσκει αργά τη νύχτα στο καφενείο εν μέσω όλων των παραγόντων του χωριού (του υπολιμενάρχη, του υγειονόμου, του γραμματέα του ειρηνοδικείου, του τηλεγραφητή κ.λπ.) «να παίζουν τα χαρτάκια». Απορροφημένος ο γιατρός από το παιχνίδι. Οι εκκλήσεις του μπάρμπα Στέργιου τον αφήνουν αδιάφορο. Βρίσκει πρόφαση το χιόνι που έπεφτε πυκνό για να καθυστερήσει την επίσκεψη. Οι παίκτες εν τω μεταξύ κερνούν τον μπάρμπα Στέργιο μοσχάτο και τον εμπλέκουν στο παιχνίδι. «Τον έδραξεν (ο γραμματικός του ειρηνοδικείου) από του αγκώνος με την στιβαράν χείραν του, και τον έβαλε, με το είδος εκείνο της φιλικής βίας όπερ τινές άνθρωποι αγαπώσι να μετέρχονται προς τους ασθενέστερους τον χαρακτήρα, τον έβαλε να καθίσει πλησίον του».Ο μπάρμπα Στέργιος αρχίζοντας από τη δεκάρα, παίζει αδιάκοπα μέχρις ότου χάνει όλα τα λεφτά του. Η αργοπορία του γιατρού, βυθισμένου στον οίστρο της χαρτοπαιξίας αναπόφευκτα οδηγεί τον μικρό Λευτεράκη στον θάνατο. Ο θάνατος του παιδιού βουλιάζει τον μπάρμπα Στέργιο και τη Θοδωριά σε ανείπωτη οδύνη. Δεν φτάνει όμως αυτό. Άλλα δεινά τους περιμένουν. Ο μπάρμπα Στέργιος δεν έχει άλλη επιλογή παρά να καταφύγει στον τοκογλύφο και να βάλει ενέχυρο «δυο σκουλαρίκια αργυρά της γυναίκας του και ένα δακτυλίδι».
Εκβιαζόμενος από τον ίδιο δίνει επίσης «ό,τι μεταξωτόν ένδυμα είχε η Θοδωριά» προκειμένου να βρει λεφτά να θάψει το παιδί του! Τα συμπεράσματα αυτονόητα.
Η χαρτοπαιξία καταδικάζεται όταν ο Παπαδιαμάντης αποφαίνεται: «…κατά το αξίωμα των χαρτοπαικτών, δύο άνθρωποι κερδίζουν· όστις δεν παίζει ποτέ και όστις εισπράττει το βιδάνιο». (Ο πολιτισμός εις το χωρίον)
«Μεσούντος του Ιουλίου, ενέσκηψεν αίφνης μία θύελλα, οποίαν ολίγοι άνθρωποι έλεγαν ότι ενθυμούντο». Η ξαφνική αυτή νεροποντή δίνει αφορμή να σατιριστεί και να στιγματιστεί η γηραιά, ξιπασμένη κυρία που «είχε ξενιτευτεί και είχε λάβει σύζυγον, όπως αυτή διηγείτο, έναν Αμερικανόν στρατηγόν […] και επί έτη σχεδόν είχε ξεχάσει τα ρωμαίικα». Να κατακριθεί για την ξενομανία, την υπεροψία και την απαξίωση της πατρίδας της. Ξενομανία που εγγίζει τα όρια της γελοιότητας και της ανοησίας της γηραιάς κοσμοπολίτισσας κυρίας όταν φθάνει εκείνη να λέει: «-Μα τι τόπος είναι αυτός; Τι γελοίος τόπος; Να βρέχει εις τέτοια σαιζόν, σ’ αυτόν τον τόπο! Φανταστείτε, κύριοι. Στην Γαλλία, στην Αμερική, δεν βρέχει τόσον ανόητα!» (Η γραία και η θύελλα)
Αλήθεια, πόσο «συντηρητικός» μπορεί να θεωρηθεί ο Παπαδιαμάντης όταν προσπαθεί να καταρρίψει μύθους, αγκυλώσεις και προκαταλήψεις, όσον αφορά την αρμονική συνύπαρξη ανθρώπων διαφορετικών θρησκευμάτων, όταν στηλιτεύει τον αντιεβραϊσμό, θέμα που κανένας στην εποχή του δεν είχε τολμήσει να θίξει;
«Τρεις άνθρωποι, τρία διαφορετικά θρησκεύματα, τρεις φυλαί» γράφει. «Ο Αντώνιος Αλμπέργος, Σικελιώτης, ο Σαββατίνος ή Σάλβος ή Σάββας, Εβραίος από την Κέρκυραν και ο Λύσανδρος Παπαδιονύσης από τους δικούς μας». Χαρακτηριστικό τους η έλλειψη θρησκευτικού φανατισμού. Φίλοι αχώριστοι και γκαρδιακοί, μοιράζονται όμορφες στιγμές της καθημερινότητας, συχνάζουν στο ίδιο «καπηλείον» και «ως κοινόν γνώρισμα είχον μεγάλην κλίσιν εις τα γιουβέτσια… […] «Οι τρεις αυτοί το «είχαν δίπορτο». Έκαμναν μαζί Χριστούγεννα αλλά Φράγκα, καρναβάλι αλλά Ιταλιάνα, και πάλιν μαζί έκαμναν Χριστούγεννα αλά Γκρέκα…»
Η αρμονική συμβίωση διαταράσσεται όμως. Αιτία της η δολοφονία Χριστιανής κόρης στην Κέρκυρα, που αποδίδεται σε Εβραίους. Ταυτόχρονα διαδίδεται η πρόθεση των τελευταίων, σύμφωνα με τον θρύλο, να πιούν το χριστιανικό αίμα της. Ο Παπαδιαμάντης είναι γνώστης των αρνητικών κοινωνικών στερεότυπων που αφορούν τους Εβραίους. Παραμένει ωστόσο αμερόληπτος και σκεπτικός, όταν ο Εβραίος Σάλβος αποκαλύπτει ότι η κόρη που δολοφονήθηκε ήταν Εβραιοπούλα, ανιψιά του και είχε βιασθεί και δολοφονηθεί από Χριστιανούς. Εκφράζει δυσπιστία και για τις δυο εκδοχές, που τις αποδίδει στις προκαταλήψεις γράφοντας: «Τι να πιστεύει κανείς; Προχθές ακόμη ήτον Ρωμιοπούλα, σφαγείσα και αιμορροφηθείσα από Εβραίους, και σήμερον είναι Εβραιοπούλα, βιασθείσα και φονευθείσα από Ρωμιούς… Πώς τόση τύφλωσις!… Πόθεν τόση αντίφασις;… Από κακίαν εμπιστεύθη το πρώτον, ή από κακήν επίδρασιν απεδείχθη το δεύτερον;»
Βλέποντας όμως τα δάκρυα του Σάλβου για το χαμό της Εβραιοπούλας ανιψιάς, αντικρίζοντας τον ανθρώπινο πόνο… «Εντοσούτω τα δάκρυα του Σάλβου ήσαν δάκρυα. […] Ο Λύσανδρος εστάθη, τον εκοίταξε και πάλιν εν συμπεράσματι καθ’ εαυτόν είπε: «Μήπως οι Εβραίοι δεν είναι άνθρωποι; Ιδού ο άνθρωπος αυτός κλαίει…» (Ο αντίκτυπος του νου)






































































































