Κλέβει την πρωτιά και στην οικολογία το Παπαδιαμάντης όταν περιγράφει, υμνεί στην πραγματικότητα, «… δένδρον μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλική δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν!», σε μια οικογενειακή εξόρμηση στην εξοχή. Η περιγραφή του δένδρου των παιδικών του χρόνων, της απόλαυσης, της μαγείας και γοητείας που αποκόμιζε απ’ αυτό, αποτελεί εξ ολοκλήρου το θέμα του ιδιαίτερα ποιητικού αυτού διηγήματος. «Μ’ έθελγε, μ’ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμό της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω… […] Από τα φύλλα της εστάλαζε κ’ έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Εντυπωσιακοί, λατρευτικοί οι χαρακτηρισμοί της: «περικαλλές δένδρον», «κόρη παρθενική του βουνού», «η δρυς η μαγική», «πλάσμα έμψυχον», «η πρώτη παιδική μου ερωμένη», «νύμφη των δασών».
Η απόλαυση μοναδική, όταν επιτέλους μετά από πορεία φθάνει «στην παιδική του ερωμένη» και ξαπλώνει κάτω απ’ αυτήν. «… ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζον αναβλέπων εις τους κλώνας της τους κραταιούς, και ηνοιγόκλειον ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών αναπαύονται εις τους κλώνας της, έμελπον τρελά τραγούδια… Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον την ψυχήν μου…»
Η περιγραφή του δένδρου δεν είναι παρά ένας ύμνος στο φυσικό περιβάλλον και στην αέναη, άρρηκτη και αναζωογονητική σχέση του ανθρώπου με αυτό.
Τι απογοήτευση όμως όταν ξαναγυρίζοντας μετά από χρόνια, η θέση της βασιλικής δρυός των παιδικών του χρόνων ήταν άδεια! Το τέλος του διηγήματος φέρνει ίσως τα σημάδια μιας προειδοποίησης, ενός συμβολισμού, μιας προφητείας για την καταστροφή του περιβάλλοντος από τον άνθρωπο, που θα συμπαρασύρει στον όλεθρο και τον ίδιο: «Μια γραία με την ρόκαν της» δίνει λόγο για τον αφανισμό του δένδρου και το θρύλο που το ακολουθούσε λέγοντας: «Σαν το ’κοψε κ’ ύστερα, (ο σχωρεμένος ο Βαργένης) δεν είδε χαΐρι και προκοπή. Αρρώστησε, και σε λίγες μέρες πέθανε… Το μεγάλο Δέντρο ήταν στοιχειωμένο. (Υπό την βασιλικήν δρυν)
Και όμως τόλμησε! Να καταπιαστεί με ένα θέμα ταμπού, ένα θέμα που ακόμα και τώρα, πολύ περισσότερο τότε, καλύπτεται από πέπλο μυστηρίου, την πορνεία της εποχής του. Δεν δίστασε να κατέβει τα σκαλοπάτια και να πλησιάσει τη ζωή του περιθωρίου. «Ήτο ανώγειον χαμηλόν, με σίδηρα χονδρά, είδος αραιάς κιγκλίδος ή εξεχούσης σχάρας, εις τα παράθυρα» λέει περιγράφοντας τον οίκο ανοχής, «το ιδιόκτητο» κατάστημα της κυρά – Σπυριδούλας που «… ήτον παπαδοπούλα, και σόι μάλιστα. Πολύ ευλαβής εις τα θεία. Κάθε μήνα ο παπά – Παντελής, ο εφημέριος του γειτονικού ναού, ήρχετο και της έψαλλεν αγιασμόν, εις το ”ιδιόκτητον”. […] Τακτικά, τετράκις του έτους, εξωμολογείτο και μετελάμβανε. Και διετήρει το ”ιδιόκτητο”. Ήτο ιδιοκτήτρια του οικήματος, φύλαξ της μάνδρας, βοσκός της αγέλης». Η καλυμμένη πίσω από τον ευσεβισμό ανομία ξεσκεπάζεται! Εύρυθμη η λειτουργία του ”Ιδιόκτητου” καταστήματος, απαράβατοι οι κανόνες, λεπτομερής η περιγραφή. «… αυστηρά εθιμοταξία όσον αφορά την είσοδον. […] Έκρουε τις την θύραν με την χείρα ή με το ρόπτρον, ή με την ράβδον του, ελαφρά ή δυνατά. Μετά ήμισυ λεπτόν, ένα παράθυρον έτριζεν έσω της αυλής εις την γωνίαν, έχον θέαν άνω του αυλόγυρου προς τον δρόμον. Γυναικεία φωνή πρώτα:
– Ποιος είναι; Ο κρούσας την θύραν έλεγε τ’ όνομά του, ή αλλιώς απήντα:
– Ένας φίλος
– Και τι θέλετε;
[…]
– Θέλω την… Αννέτα, την Ρόζα, την Λίζα (όνομα και μη χωριό)
Άλλοτε πάλιν επροτίμα να είπη: την Σμυρνιά, την Πολίτισσα, την Μαλτέζα, (χωριό και μη όνομα)».
Άραγε, εξιλεώνεται η κυρά – Σπυριδούλα για το «κατάστημα» που διατηρεί αφού οι προθέσεις της είναι «αγαθές»; «ότι κάνει αυτή, το κάνει για το καλό, κι αυτές που έχει στο σπίτι της βρίσκονται σε καλά χέρια. Αν ήταν αλλού, θα ήταν πολύ χειρότερα», διοχετεύει η ίδια στο στόμα της υπηρέτριας του ”σπιτιού”. (Το ”Ιδιόκτητο”)
Ο Παπαδιαμάντης ήταν δυναμικά παρών σε όλα τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής του. Η στάση του και οι παρεμβάσεις του ενός επί της ουσίας ηθικού, έντιμου, αγνού, ανθρωπιστή, αληθινού χριστιανού. Έχουν οξύτητα εκεί όπου στόχος είναι η αλλαγή, η βελτίωση κακώς κειμένων, η αρμονικότερη συμβίωση των απλών ανθρώπων. Όμως, και συγκατάβαση, συμπόνια, ανοχή προς τις ανθρώπινες αδυναμίες, τους πειρασμούς, τις κακίες, τους εγωισμούς που είναι οι αιτίες όλων των κοινωνικών αποκλίσεων, αφού πιστεύει ότι ο Χριστός ήταν συγκαταβατικότερος εκείνων που τον ερμήνεψαν στη γη!
Γράφει η Μαρία Σπυροπούλου-Θεοδωρίδου
Φιλόλογος
Συνεργάτρια της Βορέειου βιβλιοθήκης
mar.spirop@gmail.com






































































































