Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,
Όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
θα αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου
με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.
Οδυσσέας Ελύτης (Άξιον Εστί)
Η προσωπικότητα και το έργο του Παπαδιαμάντη έχουν πολλαπλώς παρουσιαστεί και εκτενώς αναλυθεί, απόψεις έχουν εκφραστεί, κριτικές και μελέτες εμπεριστατωμένες έχουν εκπονηθεί. Η εικόνα του ως κοσμοκαλόγηρου, αναχωρητή και αποκλειστικά θρησκευόμενου είναι μια πλευρά της πολυδιάστατης και σύνθετης προσωπικότητάς του, εκείνη η οποία έχει ως επί πλείστον αναδειχθεί και εδραιωθεί στη συλλογική συνείδηση. Δεν είναι όμως η μοναδική. Η άποψη επίσης ότι ο Παπαδιαμάντης δεν είχε καμία σχέση με τα προβλήματα της εποχής του, ότι ήταν κλεισμένος στον εαυτό του και παραδομένος μόνο στην αναπόληση και τη νοσταλγία του είναι αβάσιμη, μονοδιάστατη και ανακριβής. Στη γνωστή εισαγωγή των απάντων του, ο Γ. Βαλέτας αναδεικνύει και μια άλλη όψη της προσωπικότητάς του, πλην αυτής του απόκοσμου, ρομαντικού μυθιστοριογράφου και ηθογράφου αφηγητή, αυτή του «αγωνιστή της προόδου και του φωτισμού».
Το ενδιαφέρον και η αγωνία του Παπαδιαμάντη για όλα τα πολιτικά, κοινωνικά και εκκλησιαστικά δρώμενα της Ελλάδας διαφαίνεται σε μεγάλο μέρος του έργου του.
Παράλληλα, η διαρκής παρουσία του στον δημοσιογραφικό χώρο, εργαζόμενος σε μια εφημερίδα νεωτερίζουσα για την εποχή, την «Ακρόπολη» του Γαβριηλίδη, δεν μπορεί παρά να τον βρίσκει πάντα στο επίκεντρο των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων.
Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε οξύς παρατηρητής και εις βάθος αναλυτής των κοινωνικών φαινομένων του καιρού του. Ένα απλό περιστατικό σε μια φτωχογειτονιά του νησιού του ή της Αθήνας, ένα θλιβερό συμβάν, μια δυσάρεστη κοινωνική κατάσταση, ένα αναπάντεχο καιρικό φαινόμενο, ένα στιγμιότυπο της καθημερινότητας δημιουργούν λογοτεχνία, ήρωες απέριττων διηγημάτων, ενώ ταυτόχρονα θίγονται θέματα καυτά που απασχολούν το μικρόκοσμο των ταπεινών εκείνης της κοινωνίας.
Ο Παπαδιαμάντης είναι ο πρώτος που μίλησε για τα ναρκωτικά, περιγράφοντας παραστατικά και γλαφυρά τον τύπο του σημερινού έμπορου ναρκωτικών στο πρόσωπο του «χονδρού, προγάστορα, βωμολόχου, κυνικού, χαλκοπρόσωπου» αρχιμόρταρου Φαραμπάλα, ο οποίος «εστρώνετο όλη την ημέρα έξωθεν του καφενείου». Αυτός, ο παραγωγός «είχε τους μόρτηδές του, τους έβοσκε, τους εποίμαινε, τους εσαλάγα, τους εσφύριζε και τους ωδήγει εις νομάς… απωλείας» προωθώντας τους να «λάβουν πείραν τους χασίς και άλλων πραγμάτων». Θίγει επίσης στο ίδιο διήγημα τις αγαθές σχέσεις του μόρταρου Φαραμπάλα με την κομματοκρατία, γιατί… «είχε ψήφους ο αρχιμόρταρος» (Κοινωνική αρμονία)
Οι ιδέες του θρησκευόμενου Παπαδιαμάντη για το γάμο προηγούνται της εποχής του, αφού ο ανθρωπισμός του ξεπερνά το θρησκευτικό και εκκλησιαστικό τυπικό. Μιλάει για τη Χριστίνα τη Δασκάλα και τη ζωή της τη μίζερη και μαυρισμένη. Ο κομματάρχης Παναγής ο Νταληκανάτας, αφού της παρέχει τις απαραίτητες συστάσεις για να διοριστεί, την εκμεταλλεύεται πείθοντάς την να συζήσουν, υποσχόμενος γάμο τον οποίον όμως ποτέ δεν πραγματοποιεί. Έτσι, αυτή ζει στο κοινωνικό περιθώριο και στη χλεύη των συγχωριανών της, που «δεν της επιτρέπουν» να πάει ούτε στην εκκλησία τη Μεγάλη Εβδομάδα, την δε Μεγάλη Παρασκευή «έκλαιγε μέσα της, κ’ εμοιρολογούσε τα νιάτα της και τα φίλτατά της όσα είχε χάσει…»
Προς έκπληξιν, ο Παπαδιαμάντης αποφαίνεται προτείνοντας τον πολιτικό γάμο: «Χωρίς στεφάνι! Οπόσα τοιαύτα παραδείγματα!… Αλλά δεν πρόκειται να κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ελλείψει όμως άλλης προνοίας, χριστιανικής και ηθικής, δια να είναι τουλάχιστον συνεπείς προς εαυτούς και λογικοί οφείλουν να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον». (Χωρίς στεφάνι)
Άραγε, μπορεί ένας ψόφιος σκύλος να αποτελέσει αντικείμενο ενός διηγήματος;
Ασφαλώς ναι, όταν στα χέρια του Παπαδιαμάντη γίνεται ευκαιρία για καυτηρίαση της αναποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης. Το ψοφίμι του σκύλου δίνει την αφορμή να μιλήσει για τον αδιάφορο «παχύμισθο υπάλληλο της κυβερνήσεως» που παρ’ όλο τον παχυλό μισθό του «δεν αποφάσιζε να αποκόψη λεπτά δι’ έναν πτωχόν λούστρον, όπως σκάψη λάκκον και θάψη το ψοφίμι», και να μιλήσει για τη διαχρονική πληγή της μεταβίβασης ευθυνών από υπηρεσία σε υπηρεσία, «-Να σου πω, του λέγει: πας στο Τμήμα, να πης του σκοπού, να πη του σταθμάρχη, να στείλη ένα αστυφύλακα, να βρη ένα σκουπιδιάρη, να παν εδώ παραπάνω, που λέει ο κύριος εδώ… είναι ένα σκυλί ψόφιο… να το πάρουν απ’ εκεί, να το πετάξουν πουθενά;» Τέλος η «σφοδρότατη θύελλα» αναλαμβάνει την ευθύνη να διευθετήσει επιτέλους το πρόβλημα. Το επόμενο πρωί «είχε παρασύρει τας σαπράς σάρκας και είχε διαλύσει την δυσοσμίαν». (Το ψοφίμι)







































































































