Όταν αρνούνται να της δώσουν τα χρήματα που οι παππούδες της άφησαν στον τραπεζικό λογαριασμό το 1948, η Σοράγια αποφασίζει να τα κλέψει. Η Σοράγια και ο Εμάντ δηλαδή γίνονται εγκληματίες.
Ωστόσο, ήδη τους συμπεριφέρονται σα να είναι εγκληματίες! Είναι παράνομο για έναν Παλαιστίνιο να πηγαίνει στην Ιερουσαλήμ, παράνομο να χτίσει ένα σπίτι, παράνομο να κάνει αυτού του είδους τα πράγματα… Τα βασικά πράγματα. Έτσι, όταν παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους, αποφασίζουν να γίνουν εγκληματίες. Κι αυτό περιλαμβάνει την είσοδό τους στο Ισραήλ παράνομα.
Το δεύτερο μέρος του έργου διαδραματίζεται στο Ισραήλ. Από τη μία μεριά, βρίσκονται εκεί παράνομα, από την άλλη όμως μοιάζουν σχεδόν ελεύθεροι…Είναι οι δύο χώρες τόσο διαφορετικές μετά απ’ όλα αυτά;
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων πολλοί θα μου έλεγαν, «Δεν καταλαβαίνω: πού είμαστε; Πού είναι αυτοί στην ταινία»; Και, κατά κάποιον τρόπο, αυτό είναι και το ενδιαφέρον μέρος του έργου. Τα σύνορα είναι τόσο αυθαίρετα, πού είναι στην πραγματικότητα αυτά τα σημεία ελέγχου; Υπάρχουν 600 τέτοια σημεία στη Δυτική Όχθη και δεν κρατούν ξεχωριστά τους Παλαιστίνιους από τους Ισραηλινούς, χωρίζουν τους Παλαιστίνιους από τους Παλαιστίνιους. Το τείχος χωρίζει τους Παλαιστίνιους από τους άλλους Παλαιστίνιους. Και ναι, λοιπόν, μόλις μπαίνουν στο Ισραήλ, δεν υφίστανται πια ελέγχους, γιατί δεν υπάρχουν τείχη… Και ναι, λοιπόν είναι ελεύθεροι…εφόσον μπορούν να παραμένουν αόρατοι.
Όταν είναι στο Ισραήλ, η Σοράγια πηγαίνει να δει το σπίτι στην Τζάφα, απ’όπου έφυγε ο παππούς της το 1948. Και ο Εμάντ γυρίζει στο χωριό της οικογένειάς του, Νταγουαΐμα, το οποίο είναι τώρα γεμάτο συντρίμμια. Στο τέλος της ταινίας, με πολύ απλά λόγια εξηγείται τι συνέβη στην Νταγουαΐμα το 1948.
Θεώρησα ότι δεν ήταν απαραίτητο να μιλήσω ειδικά για το μακελειό στην Νταγουαΐμα. Είναι ο τόπος καταγωγής του Εμάντ και κρύβει το βάρος της ιστορίας του τόπου του μέσα του. Όταν εκείνος και η Σοράγια συναντιούνται για πρώτη φορά, λέει ότι είναι από την Νταγουαΐμα, εκείνη καταλαβαίνει και δεν μιλούν γι’ αυτό, αλλά εκείνη γνωρίζει πολύ καλά την ιστορία του τόπου. Και μόλις φτάνουν στο χωριό, το μόνο «σημάδι» καταστροφής είναι το μνημείο που αποφασίζουν να χτίσουν. Αυτή είναι μία ιδιαίτερη στιγμή ανάμεσά τους και ήθελα να το διατηρήσω ένα προσωπικό στιγμιότυπο της σχέσης τους. Αλλά είναι αλήθεια ότι στη Νταγουαΐμα έγινε μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές, ωστόσο από τις πιο άγνωστες.
Για να γυρίσουμε στη Σοράγια, κατά κάποιο τρόπο, δεν έχει πραγματικό λόγο να βρίσκεται στην Παλαιστίνη, εκτός από την ανάγκη της να θυμηθεί. Εκτός από πολιτικό πρόβλημα, το θέμα των προσφύγων είναι ένα ανθρωπιστικό πρόβλημα, αυτοί οι άνθρωποι έχουν ένα πολύ ισχυρό δεσμό με τη γη τους και πάνω απ’ όλα με το γεγονός ότι οι σφαγές και οι εθνικές καθάρσεις ποτέ δεν έχουν αναγνωριστεί.
Αυτή είναι ακριβώς η περίπτωση της Σοράγια. Είναι μια Αμερικανή πολίτης, που δεν έχει ζήσει ποτέ από κοντά την πραγματικότητα της ζωής στην Παλαιστίνη. Ωστόσο, έχει ζήσει την πραγματικότητα της πλειονότητας των Παλαιστινίων, που ζουν εκτός συνόρων της Παλαιστίνης. Οι Παλαιστίνιοι, ζουν σε όλο τον κόσμο. Κι έπειτα υπάρχει η έλλειψη αναγνώρισης των όσων έχουν υποστεί… με αποκορύφωμα τη λογομαχία που έχει η Σοράγια με την Ίριτ, μια Ισραηλινή καλλιτέχνη που τώρα ζει στο σπίτι των παππούδων της. Η Ίριτ είναι ευγενική, δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Πολλοί άνθρωποι σκέφτονται με αφέλεια πως το πρόβλημα είναι πως οι Ισραηλινοί και οι Παλαιστίνιοι δεν συμπαθούν οι μεν τους δε και ότι αυτή η κατάσταση έχει διαρκέσει εδώ και αιώνες σαν να υπάρχει ένα μίσος εκ γενετής. Αλλά αυτός είναι μόνο ένας τρόπος να αποφεύγουμε το πραγματικό πρόβλημα. Αυτό που η Σοράγια όντως χρειάζεται σε αυτό το σημείο της ταινίας είναι ένα είδος αναγνώρισης, την οποία ποτέ δεν εισπράττει.
Γράψατε κάπου ότι σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο, όπου κανείς δεν μπορεί να δει μια λύση, ο κινηματογράφος μπορεί να παίξει ένα ρόλο, να πει κάτι.
Ο κινηματογράφος μπορεί να προσφέρει μία υπέροχη συμφωνία για την Παλαιστίνη. Με πολλούς τρόπους. Υπάρχουν τόσες πολλές ιστορίες, τόσα πολλά πράγματα, Έχουμε μειώσει όλοι τις ζωές μας κι έχουμε συμβιβαστεί με την αφάνεια, λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν ότι τόσα πράγματα έχουν απαγορευτεί, τα βιβλία μας, οι φωνές μας έχουν φιμωθεί, στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες μας δολοφονήθηκαν… Υπάρχει, λοιπόν, αυτή η επιβεβλημένη ησυχία που διαρκεί έως τώρα και ο κινηματογράφος είναι απλώς ένας διαφορετικός τρόπος να εκφραστούμε. Κάθε Παλαιστινιακό έργο που γυρίζεται για μένα αποτελεί ένα θαύμα.
Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια για τους ηθοποιούς σας;
Γνωρίζω εδώ και πολύ καιρό την Σουχεΐρ Χαμάντ, καθώς συνηθίζαμε να διαβάζουμε ποίηση μαζί. Η Σουχεΐρ είναι ποιήτρια. Η ιστορία της μοιάζει πολύ με της Σοράγιας: μια οικογένεια που διώχτηκε το 1948, γεννημένη σε καταυλισμό προσφύγων, μια ζωή στη ζωή της εργατικής τάξης των μεταναστών του Μπρούκλιν και μια ταυτότητα να μένει βαθιά ριζομένη μέσα της, ανάμεσα σε άλλες ταυτότητες… Όταν της είπα για την ιδέα μου για την ταινία, απάντησε, «Αποκλείεται, εγώ δεν είμαι ηθοποιός. Δεν ξέρω πως να το κάνω, δε θα μπορούσα ποτέ να είμαι κάποια που δεν είμαι». Την έπεισα να διαβάσει μόνο το σενάριο. Το διάβασε και είπε «Σίγουρα, αυτή είμαι εγώ και μπορώ να το κάνω γιατί δεν θα προσποιηθώ τίποτα»! Έτσι κατέληξα στην Σουχεΐρ και ήταν φανταστική στα γυρίσματα.
Και ο Σαλέχ Μπακρί;
Ο Σαλέχ είναι θεατρικός ηθοποιός και ο γιος του Μοχάμεντ Μπακρί, μεγάλου ηθοποιού του Ισραηλινού, Παλαιστινιακού και Ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Αρχικά, δεν με ενδιέφερε γιατί μου αρέσει να δουλεύω με μη επαγγελματίες ηθοποιούς και ανθρώπους των οποίων οι ζωές είναι κοντά στις ιστορίες που διηγούμαι… Αλλά όταν πέρασε από οντισιόν είδα αμέσως ένα αληθινό βάθος μέσα του. Έχει ένα είδος συγκρατημένης θλίψης και οργής. Αμμέσως ένιωσα πως ήταν ο ιδανικός για το ρόλο.
Η ταινία «Το αλάτι αυτής της θάλασσας» προβάλλεται στους κινηματογράφους από σήμερα 22 Ιανουαρίου 2009.





































































































