Ο νεοπλατωνισμός αποτέλεσε μεταφυσική, ηθική και μυστικιστική φιλοσοφική σχολή και γι’ αυτό το λόγο κατέχει κεντρικό ρόλο στην ιστορία των θρησκειών, του αποκρυφισμού και της τέχνης. Σχηματίστηκε στην Αλεξάνδρεια κατά τον 3ο αιώνα από το φιλόσοφο Αμμώνιο, τον επικαλούμενο Σακκά, που δίδασκε εκεί. Σημαντικοί μαθητές του υπήρξαν ο Ωριγένης, ο Ερέννιος και ο Λογγίνος, αλλά την περαιτέρω ανάπτυξη, συστηματοποίηση και διάδοση της κίνησης αυτής πραγματοποίησε ο μαθητής του Πλωτίνος (204-270), ο οποίος υπήρξε υπέρμαχος του μυστικισμού και της ατομικής βύθισης, μέσω του διαλογισμού και της ενδοσκόπησης, στην ενιαία θεία δύναμη, στον αιώνιο κόσμο των ιδεών. Έτσι προσέφερε μία λυτρωτική φιλοσοφία, που δεχόταν τη δυνατότητα ανύψωσης του ανθρώπινου πνεύματος στο τέλειο.
∆ρ Στέλλα Μουζακιώτου, καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης, επιμελήτρια Εκθέσεων
Ο Μιχαήλ Άγγελος (1475-1564) ήταν ο εικαστικός που αποκωδικοποίησε με επιτυχία τις νεοπλατωνικές ιδέες και τις έκανε αναπόσπαστο κομμάτι της γλυπτικής τέχνης. Ο πολιτιστικός και καλλιτεχνικός περίγυρος στον οποίο έζησε στα χρόνια της διάπλασής του, δεν μπορεί να γίνει κατανοητός σε βάθος, αν δεν λάβουμε υπόψη τη σημασία που προσέλαβε η νεοπλατωνική σκέψη στην υψηλή κοινωνία των Μεδίκων. Το νεοπλατωνικό σύμπαν κυριαρχείται από δύο αρχές, μια θεϊκή και μια αποτελούμενη από την αδρανή ύλη. Ο άνθρωπος, με την καθοδήγηση της λογικής, αντιπροσωπεύει ένα προνομιούχο στάδιο της πραγματικότητας. Επειδή είναι προορισμένος να φτάσει στη θεϊκή τελειότητα, πρέπει να παλέψει ενάντια στην υλική φύση των ενστίκτων. Στην αντίθεση αυτή οφείλεται το δράμα του ανθρώπου, που έχει συνείδηση της αδυναμίας του να φτάσει το θεϊκό ιδεώδες λόγω της ίδιας της φύσης του. Από την αδυναμία αυτή πηγάζει ο μελαγχολικός και νοσταλγικός χαρακτήρας της τέχνης που θέλει να απεικονίσει αυτή την εσωτερική πάλη.
Στις αρχές του 1519 ο Μιχαήλ Άγγελος λαξεύει τέσσερις «Δεσμώτες» (εικ.1). Κανένας τους δεν ολοκληρώθηκε, η εμφάνιση όμως του ανολοκλήρωτου είναι ακριβώς αυτή που εκφράζει απόλυτα τη δύναμη και τη ζωτικό-
τητά τους, στη σπασμωδική προσπάθεια να απελευθερωθούν από την ύλη που τους κρατά
δεμένους, ως δεσμώτες αλλά και επαναστάτες. Προβάλλεται το μοτίβο της αγωνίας, ως πεπρωμένου του ανθρώπου που θέλει να φτάσει την τελειότητα. Η φιγούρα έχει τα πόδια σταυρωμένα, σε κίνηση αργής συστροφής του σώματος, στην προσπάθεια αποδέσμευσής της από το υλικό στοιχείο που τη φυλακίζει.
Ο Γάλλος γλύπτης, Ωγκίστ Ροντέν (1840-1917), είναι η πιο επαναστατική μορφή στην Ιστορία της Γλυπτικής Τέχνης του 19ου αιώνα, αφού καταφέρνει να κάνει κάτι πολύ περισσότερο από απλές νατουραλιστικές συνθέσεις, αποτυπώνοντας με ιδιαίτερα αριστοτεχνικό και πειστικό τρόπο τα ανθρώπινα συναισθήματα και τις ψυχικές καταστάσεις στο χαλκό και το μάρμαρο. Το προσωπικό του ύφος προκαλεί συζητήσεις και αντιδράσεις μεταξύ των κριτικών, αφού το πρώτο έργο του είναι τόσο ρεαλιστικό (Εποχή του Χαλκού), ώστε κατηγορήθηκε ότι για το πρόπλασμα είχε χρησιμοποιήσει εκμαγείο από ζωντανό μοντέλο!!! Ο Ροντέν υλοποιεί με το δικό του τρόπο ένα ιδιαίτερο πλαστικό ιδεώδες της ομορφιάς, καθιστώντας μάταιη οποιαδήποτε προνομιακή ερμηνεία του έργου του, αφαιρώντας του κάθε οπτική συνοχή. Η έλλειψη της δομικής «συνάφειας» και η οπτική στα γλυπτά του, οφειλόμενη στη σύγχυση μεταξύ της επιφάνειας και του ανατομικού βάθους, δημιουργεί στο θεατή μια ταραχή στην αντίληψη, μια «κρίση» των συνηθισμένων τρόπων αντιμετώπισης των έργων τέχνης. Αυτή η ανατροπή της αντίληψης θα αναδείξει τη συμβολή του μεγάλου δημιουργού στην εξέλιξη της γλυπτικής τέχνης του 20ου αιώνα.
Το πιο φιλόδοξο έργο του Ροντέν, που τον απασχόλησε για είκοσι περίπου χρόνια και δεν τελείωσε ποτέ, είναι οι «Πύλες της Κολάσεως» (1880-1917). Πρόκειται για έργο προορισμένο για τη διακόσμηση της χάλκινης θύρας του Μουσείου Διακοσμητικών Τεχνών του Παρισιού και το θέμα του βασιζόταν στη Θεία Κωμωδία του Δάντη (εικ.2). Στο έργο αυτό, η απαισιοδοξία, η αγωνία και η ψυχική οδύνη αποδίδονται με εξπρεσιονιστική αμεσότητα και έντονη δραματικότητα. Ορισμένες μορφές, όπως οι γονατιστοί νέοι με τα τεντωμένα προς τα πάνω χέρια και το ριγμένο προς τα πίσω κεφάλι, μοιάζουν να απελευθερώνουν απεγνωσμένες κραυγές που χάνονται στον ουρανό. Πρόκειται για τη συνολική σύλληψη μιας σύγχρονης Κόλασης σε συνεχή αναβρασμό, μια απροσδιόριστη σύνθεση που αποτελεί ένα ανησυχητικό σύμβολο της ψυχικής αστάθειας του ανθρώπου που αναζητά την προέλευση και τον προορισμό της ύπαρξής του.
Ο δημιουργός διαισθάνεται την πραγματικότητα που κρύβεται στον άμορφο όγκο του μαρμάρου. Όλη η δουλειά του, η έντασή του, απελευθερώνεται με τη σκληρή και ταυτόχρονα εμπνευσμένη και τεχνικά πρόσφορη προσπάθεια να αποδεσμεύσει από την ύλη αυτό που κρύβεται μέσα της, μια πραγματικότητα και μια αλήθεια που αλλιώς θα έμεναν κρυφές. Είναι προφανές ότι μια τέτοια ιδέα οφείλεται στο νεοπλατωνισμό που έχει διαποτίσει ιδεολογικά το έργο του και σε αυτόν μπορεί να αποδώσει κανείς αυτή την υψηλή διαίσθηση μιας ζωτικής ενέργειας που ενυπάρχει στην ύλη, στην οποία φτάνει μόνο ο καλλιτέχνης, απελευθερώνοντας τη μορφή. Η μέθοδος μη ολοκλήρωσης των γλυπτών (non finito) χαρακτηρίζει σχεδόν ολόκληρη την παραγωγική του δραστηριότητα και είναι κάτι σαν στιλιστική του υπογραφή, εκτός από αισθητική αρχή. Για το κοινό, καλλιτεχνική ολοκλήρωση σήμαινε ότι όλα έπρεπε να είναι τελειοποιημένα. Αψηφώντας αυτές τις ευτελείς συμβάσεις, για να εκφράσει το όραμά του ο Ροντέν επέβαλε εκείνο που ο Ρέμπραντ είχε διεκδικήσει ως αναφαίρετο δικαίωμα, να θεωρεί δηλαδή πως ένα έργο τελείωσε μόνο όταν ο ίδιος είχε εκπληρώσει τον καλλιτεχνικό του στόχο.







































































































