«Όταν μιλάμε για επίπεδο κατά κεφαλήν καλλιέργειας σε μια κοινωνία, τι εννοούμε;
Μάλλον τον μέσο όρο σε επιδόσεις ανάπτυξης νοητικών ικανοτήτων, ευαισθησίας, διαισθητικής αντίληψης, βουλητικού σθένους, εκφραστικής αρτιότητας.
Τον μέσο όρο, για παράδειγμα, στην ικανότητα κατανόησης προτάσεων με απλά νοήματα, όχι περίπλοκη σύνταξη, όχι εξειδικευμένη ορολογία. Στην ικανότητα αξιολογικών κρίσεων, διακρίσεων του λογικά ορθού από το λογικά εσφαλμένο. Στην αξιολόγηση ποιοτήτων, της καλύτερης από τη χειρότερη, της ανώτερης από την κατώτερη, με χρήση κοινωνούμενων εμπειρικών κριτηρίων, δηλαδή λογικής αποδεικτικής. Στην ικανότητα διάκρισης του ορθολογικά συναγόμενου πρακτέου από τον ανορθολογισμό ψυχολογικών εμμονών, αναστολών, εθισμών στη σιγουριά της επανάληψης.
Αν αυτά περίπου εννοούμε μιλώντας για «επίπεδο κατά κεφαλήν καλλιέργειας», τότε μοιάζει προφανής ο ρόλος δύο παραγόντων διαμόρφωσης αυτού του επιπέδου στην ελλαδική, ειδικά, κοινωνία σήμερα: Ο ρόλος μιας εκπαιδευτικής πρακτικής βασισμένης, δεκαετίες τώρα, στην προτεραιότητα της απομνημόνευσης, στην υποβάθμιση της κριτικής ικανότητας, της δημιουργικής αυτενέργειας. Και ο ρόλος μιας κοινωνικά ανεξέλεγκτης τηλεόρασης, με κριτήρια μόνο εμπορικά, δίχως συστολή χυδαία. Η εκπαιδευτική υποβάθμιση του μέσου όρου κριτικής ικανότητας των Ελλήνων ευνόησε την αποτελεσματικότητα του κομματικού λαϊκισμού, την εμπορευματοποίηση της πολιτικής, διευκόλυνε τη μεθοδική κατάλυση της αξιοκρατίας σε κάθε πτυχή του συλλογικού βίου. Και η ευτέλεια, η μικρόνοια, ο αισθητικός εκβαρβαρισμός της τηλεοπτικής ποδηγέτησης των μαζών επέβαλε την απόλυτη κυριαρχία των εντυπώσεων, την υποκατάσταση της πολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας από τον έντεχνο προπαγανδισμό ψευδαισθήσεων, την παραγωγή παραισθησιογόνων (…)». Αυτά έγραφε το 2008 σε επιφυλλίδα του στην «Καθημερινή» ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς και με βάση αυτά συγκέντρωσε σ’ έναν τόμο όλες τις μεταγενέστερες επιφυλλίδες του, δίνοντάς τους το γενικό τίτλο «Κατα κεφαλήν καλλιέργεια».
Η ελλαδική κοινωνία βυθίζεται ακάθεκτα σε εφιαλτική παρακμή. Κάθε χρόνο τα συμπτώματα μοιάζουν με σταθερά βήματα καθόδου «στου κακού τη σκάλα»: Διεφθαρμένη κομματοκρατία, κατάλυση του έννομου κράτους, ασύδοτη φαυλότητα, εξευτελιστικός ενδοτισμός, οικονομική χρεοκοπία, διακηρυγμένη από τον πρωθυπουργό απώλεια της εθνικής ανεξαρτησίας. Η ευθυβολία των προγνώσεων στις σελίδες αυτού του βιβλίου δικαιώνει απλώς την κοινή λογική. Και δείχνει ρεαλιστικά τη μόνη οδό σωτηρίας, σήμερα ατομική οδό, κάποτε (ίσως) συλλογική: Στοχεύσεις πέρα από την ενστικτώδη ιδιοτέλεια, την καταναλωτική βουλιμία.
Ο Χρήστος Γιανναράς είναι σύγχρονος Έλληνας καθηγητής Φιλοσοφίας, Θεολογίας και συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935. Σπούδασε θεολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία στη Βόννη και το Παρίσι. Είναι διδάκτωρ φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Σορβόνης και της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Επίσης, είναι επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου.
Έγραφε στην εφημερίδα «Το Βήμα», παλαιότερα και από το 1993 μέχρι σήμερα στην «Καθημερινή».
(Εκδόσεις IANOS / Τιμή: 22,00 ευρώ)






































































































