Το 1983 με πρόταση του ψυχίατρου Μανώλη Μυλωνάκη προς τον Δήμο Αθηναίων, ονομάζεται «Οδός Πέτρου Κόκκαλη», ένας κοντινός δρόμος με το Αρεταίειο, που βρίσκεται ανάμεσα στο Μέγαρο Μουσικής και στην Αμερικανική Πρεσβεία. «Οδός χειρούργου Κόκκαλη» υπάρχει και στο Πέραμα. Τη μέγιστη όμως αφιέρωση στο όνομα Πέτρου Κόκκαλη αποτελεί η ίδρυση στην Αθήνα, το 2005, του Ελληνικού Κέντρου Νευροχειρουργικής Έρευνας (ΕΚΝΕ) – «Καθηγητής Πέτρος Κόκκαλης», με την στήριξη τριών φορέων: του Πανεπιστημίου Αθηνών, του Θεραπευτηρίου Ευαγγελισμός και του Ιδρύματος Κόκκαλη.
Ο Κόκκαλης στάθηκε στο ύψος του και ποτέ του δεν αμφισβήτησε την ορθότητα της αγωνιστικής του επιλογής και των πιστεύω του. Κάποτε είπε στη σεμνή γυναίκα του, τη Νίκη (το στήριγμά του, τη βοηθό του, το συμπλήρωμά του) : «Πρέπει να πεθάνουμε συνεπείς με τον εαυτό μας και τους αγώνες μας».
Μέσα από όλη την πορεία του Πέτρου Κόκκαλη προβάλλει με έμφαση ένα κορυφαίο θέμα, διαχρονικό και επίκαιρο όσο ποτέ: η θέση του επιστήμονα απέναντι στα συμβάντα της εποχής του και η συμμετοχή του σε αυτά.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«…Με τη μεγάλη συγκεντρωτική επίθεση του στρατού τον Αύγουστο του 1949, ο Γράμμος αυτήν τη φορά δεν κράτησε παρά ελάχιστες μέρες και μετά… το τέλος!
Όλη η δύναμη του στρατού, απελευθερωμένη από το Βίτσι, επίγεια και εναέρια, συγκεντρώθηκε εκεί και προχωρώντας έφτασε στο ύψωμα κλειδί της διάταξης των ανταρτών, το Τσάρνο.
Το Τσάρνο ανασκάβονταν και φλέγονταν, σκίστηκε η κορυφογραμμή του, κονιορτοποιήθηκε, λαμπάδιασε από τις ναπάλμ.
Ο διοικητής τάγματος του ΔΣΕ Μήτσος Κατσής αφηγείται:
Πρωί πρωί από τα χαράματα άρχισε να μας βάλλει το πυροβολικό, ήρθε και η αεροπορία κι όλη μέρα χτυπούσαν. Μάχες σκληρές, πήραν φωτιά οι χλαίνες μας. Εκεί έφτασε ένας σύνδεσμος από το Γενικό και μας ειδοποίησε να είμαστε έτοιμοι για μετακίνηση…
Στο τμήμα είχαμε έναν Τσεκούρα, απανταχού παρών στις μάχες, τρομερός. Έρχεται και με ρωτάει:
– Για πού πάμε; Για την κορυφή ; Εκεί είχαν σκοτωθεί πολλοί δικοί μας.
– Δεν ξέρω, του λέω.
Κατέβασε τα μούτρα κι έφυγε εκνευρισμένος. Μετά τον βλέπω να στήνει χορό. Τι να πω! Τι τραγούδια από τον Έβρο, τι ποντιακά, τι τσάμικα… Και οι βόμβες να έχουν ανοίξει το βουνό, οι ναπάλμ να πετάνε εκείνο το υγρό που αυτοαναφλεγόταν, κρότοι, καπνοί, βουή… να τρελαίνεσαι.
Κάποια στιγμή μέσα από τους καπνούς διακρίνουμε να έρχονται τέσσερις άντρες, οι δύο πήγαιναν μπροστά και οι άλλοι πίσω. Φτάνουν οι πρώτοι, ήταν σύνδεσμοι.
– Βρε, τι γίνεται εδώ; Πανηγύρι έχετε ή πόλεμο;
– Και τα δύο, πετάχτηκε ο Τσεκούρας. Και πανηγύρι έχουμε και πόλεμο κάνουμε.
– Κοιτάξτε έρχονται δύο υπουργοί, ο Κόκκαλης και ο Πορφυρογένης.
– Δύο υπουργοί εδώ στην πρώτη – πρώτη γραμμή της φωτιάς; Απίστευτα πράγματα! Πρωτόγνωρα!
Έφτασαν… Αυτοί είδαν που χορεύαμε και συγκινήθηκαν. Μας χαιρέτησαν όλους έναν-έναν και μας συγχάρηκαν για το θάρρος. Αυτό εμάς μας ενθουσίασε και ξαναπιάσαμε το χορό. Μπροστά – μπροστά ο Κόκκαλης, ύστερα ο Πορφυρογένης και καμιά σαρανταριά εμείς. Άρχισαν οι Εβρίτες:
-Μια κόρη έμορφη, μια γαλανομάτα, όταν πλέκει και υφαίνει, την καρδιά μου τη μαραίνει…
Και τραγούδι και ζητωκραυγές και θραύσματα ανάμεσά μας. Τι να πω; Ύστερα πιάσαμε το:
-Σαράντα παλικάρια από τη Λειβαδιά….
Τότε είδαμε τον Κόκκαλη που έβγαλε το μαντίλι του και σκούπισε τα δάκρυα.
Ε, συγκινηθήκαμε όλοι. Πώς, με τι λόγια να πεις τι γίγαντας ήταν ο Κόκκαλης; Αφού και οι άλλοι υπουργοί τον σέβονταν. Οι σύνδεσμοι έλεγαν μακάρι να συνοδεύουμε τον Κόκκαλη, τον Πορφυρογένη, και δυο – τρεις άλλους, γιατί ήταν ευγενικοί και απλοί. Ο Ζαχαριάδης έλεγε:
Αν ο Κόκκαλης ήταν στην Ελλάδα, έπρεπε να ήταν πρωθυπουργός.Θα ήταν ο καλύτερος από όλους…
Αυτά έγιναν την τελευταία ημέρα στο Τσάρνο του Γράμμου, στο τέλος του ΔΣΕ, στο τέλος του τραγικού εμφύλιου σπαραγμού…
Τον Δημοκρατικό Στρατό ο Κόκκαλης τον έζησε από το τέλος του 1947 έως την ήττα του.
Τον έζησε με κάθε τρόπο, θέτοντας στη διάθεσή του όλες τις πολύπλευρες ικανότητές του.
Από τα αντάρτικα λημέρια και νοσοκομεία, στις πόλεις και τους Παιδικούς Σταθμούς των Λαϊκών Δημοκρατιών και από εκεί σαν πετούμενος αητός στις υψηλότερες κορυφές των βουνών…».
——————————
Η Κατίνα Τέντα – Λατίφη κατάγεται από τον Αλμυρό Μαγνησίας. Το καιρό της Κατοχής, μαθήτρια ακόμη, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση για την απελευθέρωση της χώρας μας. Εξαιτίας αυτής της συμμετοχής κυνηγήθηκε από παρακρατικές ομάδες, φυλακίστηκε και εξορίστηκε στην Ικαρία απ’ όπου αφέθηκε ελεύθερη ως ανήλικη από Επιτροπή του ΟΗΕ. Φθάνοντας στον Πειραιά την συνέλαβαν, δραπέτευσε και κατέφυγε στο βουνό όπου εντάχθηκε στον ΔΣΕ. Εκεί γνώρισε τον Πέτρο Κόκκαλη και τη γυναίκα του Νίκη. Με την ήττα του ΔΣΕ πέρασε στις Ανατολικές Χώρες και το 1952, όντας στην ομάδα του Ν. Μπελογιάννη, κατέβηκε στην Αθήνα έως το 1954, οπότε επέστρεψε στις χώρες αυτές.
Σπούδασε διαδοχικά στη Μόσχα, στο Βουκουρέστι και στο Παρίσι κοινωνικές και οικονομικές επιστήμες, με ειδίκευση στο Διεθνές Εμπόριο. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1974 και εργάστηκε ως Διευθύντρια Εξαγωγών σε διάφορες εταιρείες (πετρελαιοειδών κ.ά.), κυρίως όμως σε αμπελο-οινικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις έως τη συνταξιοδότησή της. Άλλο έργο της είναι: «Τα απόπαιδα».
Κώστας Τραχανάς






































































































