Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουμε μάθει να νιώθουμε ενοχές από την παιδική μας ηλικία. Η οικογένεια, οι φίλοι, η κοινωνία και η θρησκεία συνειδητά ή ασυνείδητα μας εκπαιδεύουν να νιώθουμε ένοχοι για συγκεκριμένους τρόπους σκέψης ή συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, σαν παιδιά μας υπενθύμιζαν συνεχώς την κακή μας συμπεριφορά και όταν κάναμε κάτι λάθος, οι γονείς ή οι δάσκαλοι μας έλεγαν πόσο τους απογοητεύσαμε.
Ο σκοπός αυτής της ενοχής που επιβαλλόταν από το εξωτερικό περιβάλλον ήταν να αλλάξει τη συμπεριφορά μας, κάνοντάς μας να νιώθουμε κακοί για ότι κάναμε. Όταν νιώθαμε αρκετά ένοχοι τότε κάναμε αυτό που μας ζητούσε ο γονιός ή ο δάσκαλος, ώστε να ξεφύγουμε από την ενοχή και να κερδίσουμε πάλι την έγκρισή τους.
Η ενοχή λοιπόν είναι ένα πολύ ισχυρό εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από κάποιον για να χειριστεί τη συμπεριφορά κάποιου άλλου και συνδέεται στενά με την ανάγκη για έγκριση από το εξωτερικό περιβάλλον.
Γιατί είναι αποτελεσματική η ενοχή
Τα περισσότερα παιδιά έμαθαν να αναζητούν έγκριση από τους γονείς τους για όσα έλεγαν ή έκαναν. Όταν κάναμε κάτι «καλό», οι γονείς μας έδιναν έπαινο και αποδοχή. Όταν κάναμε κάτι «κακό», ο έπαινος αντικαθιστώνταν από αποδοκιμασία. Αφού όλα τα παιδιά επιθυμούν να πάρουν αγάπη και αποδοχή από τους γονείς τους, θα προσπαθήσουν πολύ για να έχουν την γονική έγκριση.
Το αποτέλεσμα αυτού ωστόσο, είναι ότι με το χρόνο, «ρυθμιζόμαστε» τελικά έτσι ώστε να αναζητούμε την έγκριση των άλλων για όσα λέμε και κάνουμε. Αυτό μας κάνει να νιώθουμε ότι προκειμένου να έχουμε την έγκριση των άλλων, πρέπει να κάνουμε πράγματα που εκείνοι τα εγκρίνουν ώστε να εγκρίνουν εμάς τους ίδιους. Για παράδειγμα, έχετε ποτέ αγοράσει ένα ρούχο ή κάποιο αντικείμενο και σας απασχολεί τι θα σκεφτούν οι άλλοι όταν σας δουν μ’ αυτό; Αν ναι, τότε η συμπεριφορά σας (αυτό που αποφασίσατε να αγοράσετε) επηρεάστηκε από την ανάγκη σας για εξωτερική έγκριση.
Πώς ενεργοποιείται η ανάγκη για εξωτερική έγκριση
Όταν κάνεις ή λες κάτι που οι άλλοι θεωρούν μη αποδεκτό, ενεργοποιείται μια βαθιά ριζωμένη ανάγκη για εξωτερική αποδοχή που έμαθες να αναζητάς ως παιδί. Ακόμη κι αν το άτομο που αποδοκίμασε τις πράξεις σου δεν είναι ο γονιός σου, αυτή και μόνη η αποδοκιμασία πυροδοτεί αυτόματα μια επιθυμία να ξανακερδίσεις την έγκριση. Έτσι, προκειμένου να αποφύγουμε την αποδοκιμασία, οι περισσότεροι από μας (μέσω της «ρύθμισης» της παιδικής ηλικίας) θα συμφωνούμε με ότι είναι ευρέως αποδεκτό. Για παράδειγμα, μπορεί να έχουμε παρόμοιες απόψεις με τους φίλους μας, παρόμοια γούστα στη μόδα, ακόμη και παρόμοιες συμπεριφορές. Το με ποιόν επιλέγεις να συμμορφωθείς (να εναρμονιστείς), εξαρτάται από το ποιόν θεωρείς σημαντικό στη ζωή σου. Συνήθως είναι η οικογένειά σου, στενοί φίλοι, ηθοποιοί, τραγουδιστές, αθλητές και συνάδελφοι στη δουλειά. Προκειμένου να είσαι αποδεκτός απ’ αυτούς, ουσιαστικά γίνεσαι όπως αυτοί, κάνοντας πράγματα που θα εγκρίνουν.
Αποδοκιμασία
Η ενοχή είναι το δυσάρεστο συναίσθημα που βιώνεις όταν κάνεις κάτι που ξέρεις ότι θα αποδοκιμάσουν αυτοί που είναι σημαντικοί για σένα. Είναι ένα παρα-προϊόν των πράξεών σου που έρχονται σε σύγκρουση είτε με τον δικό σου ηθικό κώδικα ή με έναν ηθικό κώδικα που έχει επιβληθεί εξωτερικά. Για παράδειγμα, δεν θέλεις να φας γλυκό γιατί θα παχύνεις και αν είσαι παχύς, οι άλλοι δε θα σε βρίσκουν ελκυστικό (εξωτερικός κώδικας). Παρόλ’ αυτά αποφασίζεις να φας το γλυκό γιατί σου αρέσει να τρως γλυκά (εσωτερικός κώδικας), αλλά μετά νιώθεις ενοχή που το έφαγες.
Σ’ αυτό το παράδειγμα, η πράξη σου (να φας το γλυκό) ήρθε σε σύγκρουση με έναν εξωτερικά επιβεβλημένο ηθικό κώδικα, ότι δηλαδή, αν φας γλυκό θα παχύνεις, που σημαίνει ότι οι άλλοι δεν θα σε θεωρούν ελκυστικό. Το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν αισθήματα ενοχής, γιατί έκανες κάτι για το οποίο πιστεύεις ότι οι άλλοι θα σε αποδοκιμάσουν (δηλ. δε θα σε βρίσκουν ελκυστικό). Παρότι αυτή η ενοχή μπορεί να σε εμποδίσει να φας κι άλλο γλυκό σύντομα, είναι απίθανο να σε εμποδίσει να φας κι άλλο γλυκό στο μέλλον.




































































































