Γράφει η Ελένη Κονιαρέλλη – Σιακή
Οικονοµολόγος – Συγγραφέας της Εθνικής Εταιρίας
Ελλήνων Λογοτεχνών
– Με γνωρίσατε; Με βλέπετε πού στέκοµαι; Είµαι στην πρώτη σειρά!…
Αντί γι’ απάντηση, σιωπή. Μεγάλη η λύπη µου.
– Αλήθεια, δε µε γνωρίσατε; Κανένας δε µε γνώρισε;
Η φωνή που άκουσα ήταν µία, ειπωµένη από δύο ανθρώπους που µίλησαν ταυτόχρονα. Αναρρίγησα και κοίταξα ολόγυρα µε βουρκωµένα µάτια, λαχταρώντας να τους δω. Τίποτα. Όµως τους άκουσα καθαρά σαν να στέκονταν δίπλα µου:
«Εµείς… εµείς σε γνωρίσαµε αµέσως. Και ανάµεσα σε χιλιάδες παιδάκια να κρυβόσουν, θα σε βρίσκαµε σ’ ένα λεπτό. Μη φοβάσαι… Όπου και να στέκεσαι, ο µπαµπάς και η µαµά θα σε προσέχουν πάντα. Ίσιωσε το γιακαδάκι σου να µην τσαλακωθεί…» συµπλήρωσε η µαµά µου. Ύστερα πάλι σιωπή. Σταγόνες – σταγόνες µούσκευε ο ιδρώτας το µικρό µου µέτωπο, που ανακατευόταν µε τα δάκρυα που γλιστρούσαν απ’ τα µάτια.
Ήταν η πρώτη µέρα που πήγαινα στο σχολείο. Στο µικρό χωριό που γεννήθηκα (Πληγώνι, Λέσβου), δεν είχε ∆ηµοτικό Σχολείο, κι έτσι βρέθηκα µαζί µε τα άλλα «πρωτάκια» του τόπου µου και µε τη συνοδεία συγγενών και γονιών, να περπατούµε µια ώρα περίπου στο µονοπάτι µέσα στα χωράφια, σε γεφυρούλες, ποταµάκια, λιόδεντρα, πουρνάρια, λυγαριές, και κάθε είδους πρασινάδες, ήµερες και άγριες, καλές αλλά και άλλες µε αγκάθια, να περπατούµε σαν µια µεγάλη οικογένεια µερµηγκιών, για να φτάσουµε στο ∆ηµοτικό Σχολείο του διπλανού χωριού (Καγιάνι, Ταξιάρχης).
Και να ‘µαι κι εγώ εκεί, να στέκοµαι τροµαγµένη µέσα σ’ ένα πλήθος παιδιών που έτρεχε, φώναζε, έπαιζε, αλλά και µερικών άλλων που ξαφνιασµένα σαν κι εµένα, περίµεναν σιωπηλά. Ήµουν ή πιο µικρή απ’ τα «πρωτάκια», και ίσως γι’αυτό έτρεµα τόσο. Ούτε η καλοραµµένη µπλε ποδίτσα, ούτε το δαντελένιο λευκό πλεκτό γιακαδάκι, ούτε το καινούργιο κοκαλάκι στα σγουρά ξανθά µαλλάκια, ούτε η πολύχρωµη σάκα µε το τετράδιο και το µολύβι µέσα, κατάφεραν να σταµατήσουν τα µάτια µου, που σαν την πρασινάδα της γης την αυγή, γεννούσαν αλµυρές δροσοσταλίδες.
Έσφιγγα στο στήθος την τσάντα και περίµενα, µέχρι που ένα δυνατό χτύπηµα από το κουδούνι του σχολείου µε τρόµαξε και πέταξε θαρρείς τη σάκα απ’ τα χέρια µου στο χώµα. Έσκυψα την πήρα και άρχισα κι εγώ να τρέχω µαζί µε τα άλλα παιδιά, χωρίς να ξέρω κατά πού να πάω, µέχρι που µια γλυκιά γυναικεία φωνή, ξεχώρισε µε δυσκολία από τις άλλες των παιδιών:
– Ελάτε… Ελάτε γρήγορα για τον Αγιασµό. Η πρώτη τάξη εδώ µπροστά µου… Κάνετε τριάδες… Έλα εδώ στην πρώτη σειρά εσύ που κλαις -σε µένα µιλούσε- δίπλα της στάσου εσύ, κι εσύ… Έτσι µπράβο!
Ως διά µαγείας σταµάτησα να κλαίω, και στάθηκα καµαρωτή στην πρώτη σειρά, σφίγγοντας τη σάκα και σκουπίζοντας τα µάτια µου.
Χαµογέλασα στη διπλανή µου, έστρωσα το γιακαδάκι µου και προσπαθώντας να βρω το χέρι του Σταυρού, δηλαδή το δεξί, άρχισα παρακολουθώντας τη δασκάλα -κυρία Μαρίκα την έλεγαν- να κάνω κι εγώ προσευχή µαζί της, µέχρι που οι δροσερές σταγόνες του Αγιασµού έβρεξαν τα καλοχτενισµένα µαλλιά µε το κοκαλάκι…
Γι’ αυτό σήµερα σας ρωτώ τόση ώρα επίµονα:
– Με γνωρίσατε; Με βλέπετε πού στέκοµαι; Είµαι στην πρώτη σειρά…
Αντί για απάντηση, βαθειά σιωπή. Μεγάλη η λύπη µου. Ευτυχώς µε γνώρισαν οι γονείς µου! Κι αυτό µου φτάνει.
Τέντωσα το σώµα µου -σαν να ήθελα να ψηλώσω αυτή την ώρα- και στρέφοντας το κεφάλι µου δεξιά… τον είδα δίπλα µου. Πότε είχε έρθει, πότε βρέθηκε κοντά µου σιγοπηδώντας ρυθµικά στο ίδιο µέρος, πότε µε γλυκοκοίταξε… ούτε που το κατάλαβα.
Ήταν νέος, ψηλός, ξανθός, µε όµορφο πρόσωπο και φωτεινά γαλάζια µάτια που µε κοίταζαν τρυφερά.
Κρεµάστηκα στο βλέµµα του και στα χρυσά του τα µαλλιά -που ήταν ίδια µε τα δικά µου- και τον ρώτησα θαρρετά:
– Με γνωρίσατε εσείς; Με βλέπετε πού στέκοµαι; Είµαι στην πρώτη σειρά.
Μου απάντησε σιγανά, ενώ το τικ-τακ των ποδιών του δεν σταµάτησε ούτε για ένα λεπτό:
– Εγώ σε γνώρισα αµέσως. Σε ξέρω πολύ καλά… και τότε και τώρα, και θα σε ξέρω και αύριο… όλα τα χρόνια… πάντα…
Τον διέκοψα µε περιέργεια:
– Ποιος είσαι λοιπόν; Ποιος είσαι εσύ ο πολύξερος;
– Ο ΧΡΟΝΟΣ είµαι, που σε ακολουθώ παντού! Πέρασε πολύς καιρός από τότε. Μάταια ψάχνεις να σε αναγνωρίσουν στην είκόνα της καρδιάς σου «πρωτάκι», στην πρώτη τάξη του ∆ηµοτικού Σχολείου Ταξιαρχών!
Ύστερα χάθηκε από τα µάτια µου, παίρνοντας µαζί του την µπλε ποδιά, το λευκό γιακαδάκι, το κοκαλάκι από τα ξανθά µαλλιά, τη σάκα µε το µολύβι και το τετράδιο, και αφήνοντας σε µένα, ένα ρυάκι δάκρυα.



































































































