Πριν καλά καλά φέξει είχε αρχίσει καταιγισμός όλμων, οβίδων και πολυβόλων στη χαράδρα κάτω απ’ το Τομόρι. Κι απ’ τις δυο εχθρικές πλευρές η αντίδραση ήταν λυσσαλέα. Οι Ιταλοί κατείχαν το ύψωμα στην απέναντι πλαγιά κι από θέση ισχύος έδιναν τη μάχη τους, μα και οι Έλληνες δεν υστερούσαν. Χωμένοι μέσα στα πρόχειρα αναχώματά τους πολεμούσαν. Κάτι θάμνοι από ασφάκες εκεί γύρω είχαν καψαλιστεί από τη βροχή των όλμων. Το χώμα είχε ανακατευθεί με το χιόνι και μια παχιά λάσπη σε βύθιζε μέχρι το γόνατο, όπου πατούσες.
Είχε προχωρήσει τώρα η μέρα και το τουφεκίδι είχε καμφθεί. Αραιά και που σφύριζε καμιά σφαίρα, όταν παρουσιαζόταν κάποια κίνηση. Οι Έλληνες φαντάροι πρόσμεναν να δοθεί το σύνθημα της επίθεσης. Η οχύρωση των Ιταλών απέναντι, τους εμπόδιζε στην προέλαση. Τρεις μέρες τώρα βολόδερναν, μα τα εμπόδια ήταν μεγάλα. Ο ανθυπολοχαγός, ένας ξανθός ψιλόλιγνος άντρας με χρυσοπράσινες ανταύγειες στα μάτια, κρατώντας το περίστροφο στο χέρι κι αψηφώντας τον κίνδυνο, έδινε όρθιος διαταγές. Είχε εξοικειωθεί με την πολεμική αντάρα και είχε γνωριστεί τόσο καλά με τους φαντάρους, που ονομάτιζε τον καθένα με το μικρό όνομα. Γιωργή, Φάνη, Λάμπη. Η διμοιρία του είχε προχωρήσει βαθιά στη χιονισμένη χαράδρα μέχρι το νερόμυλο, όπου κυλούσε τα παγωμένα νερά της η Τομορίτσα, εκεί κοντά στις καλαμιές.
Ο Γιωργής, ένα γεροδεμένο μελαχρινό παλικάρι, καμάρι των γονιών και του χωριού του, από τη Χασιά, κρατούσε το οπλοπολυβόλο και σκόπευε, ταμπουρωμένος πίσω από το πρόχειρο ανάχωμα. Ο ανθυπολοχαγός, περνώντας από το ένα ανάχωμα στο άλλο, έδινε διαταγές και προσπαθούσε να ενισχύσει το ηθικό των φαντάρων. Είχαν μείνει νηστικοί μια βδομάδα, γιατί ο εφοδιασμός εξαιτίας του χιονιά δε μπόρεσε να φτάσει έγκαιρα.
Προχτές ακόμα, καθώς ο ημιονηγός προσπαθούσε μέσα στη χιονοθύελλα και τη λάσπη να φτάσει μέχρι εκεί, οι Ιταλοί τον είδαν κι έγινε ολοκαύτωμα. Την άλλη μέρα, οι λιγοστές ενισχύσεις βρέθηκαν μπροστά σε μιαν άμορφη πολτοποιημένη μάζα ημιόνου και φαντάρου, που πέρασαν μαζί από την πόρτα της θυσίας στην αθανασία.
Έτσι θεονήστικοι οι φαντάροι ψαχούλευαν μέσα στις λιγδιασμένες τσέπες της καψαλιασμένης χλαίνης τους να βρουν καμιά ξεχασμένη σταφίδα, για να ξεγελάσουν την πείνα τους. Κάτι τρίμματα από μια πολυκαιρινή γαλέτα φαγώθηκαν κι αυτά. Χωμένοι σχεδόν μέσα στη λάσπη με ρούχα γινωμένα σα στρατσόχαρτα, βρεγμένοι απ’ το νερόχιονο, παγωμένοι απ’ το κρύο, που τους περόνιαζε ως το μεδούλι, πολεμούσαν. Τα πόδια τους μέσα στις τρύπιες αρβύλες είχαν κοκαλιάσει. Κι εκεί, που έλεγαν πως θα έκαναν έφοδο να ξεμουδιάσουν λίγο, πάλι καθηλώθηκαν απ’ τα εχθρικά πυρά. Οι Ιταλοί είχαν λάβει ενισχύσεις. Ο Φάνης, ο γεμιστής, κρατούσε τις δεσμίδες και με αυτές τροφοδοτούσε το οπλοπολυβόλο. Ο Γιωργής, σκοπευτής, σημάδευε κι έριχνε, στρέφοντας την κάνη σύμφωνα με τις εντολές, που έπαιρνε. Δύο φορές έπαθε εμπλοκή το οπλοπολυβόλο. Είχε ανάψει από τις αδιάκοπες ριπές.
Η ανταλλαγή των πυρών σταμάτησε για λίγο απ’ τους αντιπάλους. Η σάλπιγγα σήμανε έφοδο και η φωνή του ανθυπολοχαγού αντήχησε επιτακτικά τραχιά, σκληρή.
– Γιώργη, κάλυψέ μας. Λάμπη, τοίμασε τις χειροβομβίδες. Εφ’ όπλου λόγχη παιδιά. Αέρα! Τινάχτηκε ορθός πάνω στο ανάχωμα. Φάνταζε ίδιος αρχάγγελος με το πιστόλι στο χέρι. Στο πρόσωπό του διακρινόταν μια θέληση ανάκατη με πείσμα.
– Λοχία…, δε πρόλαβε να συμπληρώσει. Η φωνή του κόπηκε ξαφνικά. Τον βρήκε η σφαίρα καταμεσής στην καρδιά. Μια οβίδα έπεσε πίσω. Το λασπωμένο χώμα τινάχτηκε ψηλά και σκέπασε το ανάχωμα. Το Γιωργή τον βρήκαν τρία βλήματα, στην πλάτη το ένα και τα άλλα δύο στο μεσόφρυδο του προσώπου του. Το αίμα έτρεχε ποτάμι. Ένιωσε σουβλερούς πόνους στην πλάτη του. Όμως δε σταμάτησε να σκοπεύει, τι ήταν ο πόνος μπροστά στο χρέος της κάλυψης των συμπολεμιστών του. Σαν τελείωσε μόνο η δεσμίδα, αναζήτησε το γεμιστή. Ο Φάνης είχε γείρει. Το κράνος είχε πεταχτεί. Ένα χαμόγελο ελαφρό χαραζόταν στο πρόσωπό του.
Πάνω απ’ το ανάχωμα, μια σταχτόμαυρη, παγωμένη καταχνιά απλώθηκε. Ολόγυρα σφύριζαν οι όλμοι και οι οβίδες, τα πολυβόλα και τα μυδράλια. Ο Γιωργής μέσα στον πόνο του νόμιζε πως ήταν χλαλοή από χλιμιντρίσματα αλόγων και φωνές καβαλαρέων, που καθώς ξεμάκραιναν τις άκουγες σα θρόισμα αγέρα πάνω σε φύλλα δένδρων να του φωνάζουν: «Φύγε, φύγε, φτάνει, φύγε». Εκείνος, λιγωμένος απ’ τον πόνο, έγειρε. Όνειρο ήταν ή πραγματικότητα, δεν καταλάβαινε τίποτα.
Στο κρεβάτι του πόνου μιας στρατιωτικής μονάδας περίθαλψης τραυματιών πολέμου στα μετόπισθεν δεχόταν ο Γιωργής τις φροντίδες της υπομονετικής εθελόντριας αδελφής. Οι γιατροί που τον εξέτασαν, περιποιήθηκαν το τραύμα στο μεσόφρυδο, βρήκαν κι έβγαλαν τα δύο βλήματα, το τρίτο εντόπισαν σφηνωμένο ανάμεσα ωμοπλάτης και θώρακα. Γνωμάτευσαν δύσκολη εξαγωγή, γιατί υπήρχε φόβος να κοπεί ο τένοντας και ν’ αχρηστευθεί η λειτουργία του χεριού. Ήταν λεπτή δουλειά. Δεν το επιχείρησαν, το άφησαν εκεί -θυμητάρι- από τη μάχη στην Τομορίτσα. Όμως δεν ήταν το μόνο. Το αριστερό του πόδι γαγγραινιασμένο αρνιόταν να τον εξυπηρετήσει. Μελάνιασε, πρήστηκε, χτυπημένο απ’ το χιονιά και κόπηκε, όπως τόσα άλλα χέρια και πόδια παλικαριών -θύματα- φριχτά απομεινάρια αυτού του άνισου, μάταιου και άδικου αγώνα.
Τι νόημα είχε ο πόλεμος; Μήπως δε χωράνε όλοι οι άνθρωποι πάνω στη γη; Η διαταγή εκτελέστηκε. Το ύψωμα τελικά πάρθηκε κι η σημαία του τάγματος κυμάτισε περήφανα ψηλά εκεί. Εκατόμβες όμως οι φαντάροι και οι αξιωματικοί στρώθηκαν. Απ’ τη διμοιρία του Γιωργή μόνο αυτός έμεινε ζωντανός, μα κλαδεμένος. Πονούσε αλλ’ έσφιγγε τα δόντια του, παραληρούσε απ’ τον πυρετό και ονειρευόταν το γεμάτο έλατα βουνό του Οζά, τη λάσπη στο Τομόρι και το οπλοπολυβόλο του. Κι όταν τον άφηνε ο πόνος, δεν έβλεπε την ώρα και τη στιγμή που να μπορούσε να γυρίσει πάλι. Πού έβρισκε το κουράγιο; Ένιωθε πως είχε αφήσει μια δουλειά ατέλειωτη και νοσταλγούσε τις φωνές του πολέμου. Όμως αυτός ο πυρετός πολύ τον βασάνιζε, του ξέραινε τα χείλη. Έρχονταν στιγμές, που δεν είχε επαφή με το περιβάλλον. Έπεφτε τότε σε κώμα και παραληρούσε, βογκώντας. Μια ένεση μορφίνης τού έδινε ύπνο.
Αργά ήταν μεσημέρι, όταν ο επίσκοπος έφτασε με τη συνοδεία του να κάνει επίσκεψη. Πλησίασε το Γιωργή που κοιμόταν, απώθησε στο κρεβάτι του δίπλα ένα κουτί βελούδινο βυσσινί, τ’ άνοιξε κι έβγαλε από μέσα έναν ολόχρυσο σταυρό, δεμένο με μια ασπρογάλαζη ταινία. Τον ακούμπησε πάνω στο στήθος του Γιωργή: «Η πατρίς ευγνωμονούσα ανθ’ ων έπραξας» είπε. Ένας σταυρός, περίτεχνα φτιαγμένος, ακτινωτός σαν αστέρι και στη μέση του είχε μια πέτρα κόκκινη σα στάλα αίμα. Ο Γιωργής ξύπνησε. Το είδε να σκορπίζει λάμψεις στο φως της ακτίνας, που έμπαινε απ’ το μικρό παράθυρο με τις καφετιές κουρτίνες. Βούρκωσαν τα μάτια του. Ο επίσκοπος προσευχήθηκε, υψώνοντας τα βλέμματά του στον ουρανό, έφερε το χέρι του πάνω στο κεφάλι του Γιωργή, τον ευλόγησε κι ύστερα με τη συνοδεία του αναχώρησε.
Ένας βαθύς ύπνος πήρε το Γιωργή στα φτερά του και τον έφερε στο χωριό του. Στάθηκε στη μουριά δίπλα απ’ τις ανθισμένες πασχαλιές. Ένα μονοπάτι χωμάτινο οδηγούσε στο αγροτόσπιτό του. Στηρίχθηκε καλά πάνω στα δεκανίκια του, σήκωσε ψηλά το παράσημο, που άστραφτε κάτω απ’ το ζεστό ήλιο και φώναξε μ’ όση δύναμη είχε μέσα του. «- Πατέρα, μάνα, αδέλφια, ελάτε να δείτε τι μου έδωσε η πατρίδα». Έριξε ο πατέρας την τσάπα, πετάχτηκε η μάνα απ’ τον αργαλειό, άφησαν τα μικρότερα αδέλφια του το κοπάδι, που έβοσκε, και έτρεξαν ολόγυρά του μ’ ένα κόμπο στο λαιμό και δακρυσμένα μάτια. Η μάνα δεν κρατήθηκε, όρμησε και τον αγκάλιασε, κλαίγοντας σπαρακτικά. « -Παλικάρι μου, παιδί μου…».
Ξύπνησε ο Γιωργής ταραγμένος. Χάραζε καινούρια μέρα. Είχε κοιμηθεί βαριά πολλές ώρες. Τώρα ένιωθε καλύτερα. Η επίσκεψη του επισκόπου και η απονομή τού παρασήμου τού είχε δώσει κουράγιο. Τι όμορφο παράσημο! Το αναζητούσε με το βλέμμα του ολόγυρα στο κρεβάτι του, δεν το είδε. Είπε πως ίσως η αδελφή θα το είχε σηκώσει. Κι όταν αυτή ήλθε σε λίγο με το δίσκο για την αλλαγή με δικαιολογημένη απορία κι έκπληξη το γύρεψε. Έτρεξε, φώναξε, ρώτησε, έφαγε τον κόσμο. Εξακρίβωσε ότι όλη τη νύχτα ήταν εκεί, φωσφόριζε μέσα στη συσκότιση. Τώρα, πού πήγε; Το ενδιαφέρον της για την αναζήτηση διέκοψε ο συναγερμός, που ενημέρωνε παρουσία εναέριας επιδρομής.
Αεροπλάνα είχαν κάνει την εμφάνισή τους. Έπεσαν μάλιστα βόμβες στη χωματερή την ώρα, που το απορριμματοφόρο της στρατιωτικής μονάδας περίθαλψης τραυματιών πολέμου άδειαζε τα σκουπίδια του και σκότωσε τον πρωινό συλλέκτη των απορριμμάτων. Αυτόν μόνο…
Το διήγημα αυτό συνέγραψε ο αείμνηστος καθηγητής – συγγραφέας Δημήτριος Μασούρης σε ένδειξη τιμής και υπερηφάνειας για τον Μαρουσιώτη ήρωα του Αλβανικού Έπους και μεγαλύτερο αδελφό του Γεώργιο Μασούρη -αγρότη από τον Αναβρυτά Αμαρουσίου- ο οποίος ενενηκοντούτης (1915-2006) έφυγε από τη ζωή με τα θραύσματα της εκραγείσας οβίδας σφηνωμένα ανάμεσα στην ωμοπλάτη και τον θώρακά του, μοναδικά παράσημα του ηρωισμού του, καθώς αυτό που του δόθηκε από την Πολιτεία εκλάπη κατά την ανάρρωσή του στη στρατιωτική μονάδα περίθαλψης τραυματιών πολέμου.






































































































