Γράφει ο Παναγιώτης Οικονόμου
Εδώ και 57 χρόνια πολίτης Αμαρουσίου
Η ιστορία της νεοελληνικής παρακμής έχει ονοματεπώνυμο, βαθιές ρίζες και μια αθεράπευτη κοινωνική αδικία. Δεν πρόκειται για μια απλή «πολιτική παθογένεια» ή για μια γραφική συνήθεια του παρελθόντος.
Το ρουσφέτι είναι μια καραμπινάτη, διαρκής εγκληματική πράξη που απομυζά τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας και η οποία πρέπει επιτέλους να ποινικοποιηθεί με αυστηρότατες ποινές κάθαρσης.
Η αρχή του κακού θεμελιώθηκε τις περασμένες δεκαετίες, όταν γεννήθηκε η στρατιά των διαβόητων «πρασινοφρουρών». Ήταν η εποχή που το κομματικό βιβλιάριο αντικατέστησε κάθε έννοια πτυχίου, αξίας και ηθικής. Άνθρωποι χωρίς κανένα ουσιαστικό προσόν, αλλά με ισχυρές προσβάσεις στους κομματικούς σωλήνες, κατάφεραν να συνταξιοδοτηθούν προκλητικά από την ηλικία των 50 ετών. Φεύγοντας από την «ενεργό δράση» με παχυλά εφάπαξ και προκλητικές συντάξεις, δημιούργησαν μια μαύρη τρύπα στα ασφαλιστικά ταμεία. Το εξοργιστικό είναι ότι αυτούς τους κοπρίτες τους πληρώνουμε ακόμα και σήμερα. Τους πληρώνει με το αίμα του ο σημερινός εργαζόμενος, ο επιστήμονας που μεταναστεύει, και κυρίως όλοι εμείς που δουλέψαμε σκληρά μια ζωή για να βγούμε τελικά στη σύνταξη στα 67 μας χρόνια, εισπράττοντας εξευτελιστικά ψίχουλα.
Αυτή η θεσμοθετημένη σήψη δεν σταμάτησε εκεί· μεταλλάχθηκε και μας οδήγησε στο σημερινό απόλυτο εξαθλίωμα. Το πελατειακό κράτος δεν πέθανε, απλώς εκσυγχρονίστηκε. Οι «εξυπηρετήσεις» και το βύσμα έχουν ξεπεράσει κάθε όριο, εισβάλλοντας πλέον επιθετικά εκεί που κρίνεται η ίδια η ζωή των πολιτών. Στη δημόσια υγεία, οι εγκάθετοι και τα άχρηστα κομματόσκυλα διορίζονται σε θέσεις-κλειδιά και διοικήσεις νοσοκομείων, μετατρέποντας το ΕΣΥ σε κομματικό φέουδο. Το αποτέλεσμα είναι τραγικό: η υγεία του λαού θυσιάζεται στον βωμό της κομματικής σκοπιμότητας, επειδή κάποιος «δικός μας» έπρεπε να βολευτεί.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, χαρακτηριστικό της σημερινής σαπίλας είναι ότι το ρουσφέτι έχει διεισδύσει ακόμα και στον ιδιωτικό τομέα. Μέσα από εκβιασμούς, κρατικές επιχορηγήσεις, φωτογραφικούς διαγωνισμούς και «υπόγειες» συμφωνίες, οι πολιτικοί πάτρονες επιβάλλουν τους δικούς τους ανίκανους εγκάθετους σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, τράπεζες και οργανισμούς. Η αξιοκρατία έχει εκτελεστεί εν ψυχρώ. Η μετριότητα και η υποτέλεια έχουν γίνει το απόλυτο διαβατήριο για την επαγγελματική ανέλιξη.
Αυτή η κατάσταση δεν επιδέχεται πλέον άλλη ανοχή, ούτε «πολιτική καταδίκη» στα λόγια. Η τεχνητή ανέλιξη των ανίκανων εις βάρος των άξιων είναι μια παράνομη πράξη κλοπής. Κλέβει τους κόπους, τα ένσημα και το μέλλον των έντιμων πολιτών. Η κάθαρση της κοινωνίας θα ξεκινήσει μόνο όταν το ρουσφέτι αντιμετωπιστεί από τον νόμο ως ιδιώνυμο κακουργηματικό αδίκημα. Όποιος διορίζει, όποιος μεσολαβεί και όποιος δέχεται να διοριστεί από το παράθυρο, καταπατώντας το Σύνταγμα, πρέπει να οδηγείται απευθείας στον εισαγγελέα και στη φυλακή. Μόνο με την άμεση ποινικοποίηση της κομματικής συναλλαγής θα μπει τέλος στο καθεστώς της αδικίας που πλουτίζει τους παράσιτους και εξαθλιώνει τους τίμιους.
Το «βύσμα» στο χακί: Πώς το πελατιακό κράτος εκπαιδεύει τους νέους στη σιχαμάρα και την επανάσταση
Αν υπάρχει ένας χώρος όπου η γελοιότητα και η σήψη του ελληνικού κράτους αγγίζουν το απόλυτο ζενίθ, αυτός είναι αναμφίβολα ο στρατός. Εκεί, η «εξυπηρέτηση» και το κομματικό δόντι παύουν να είναι απλώς μια αδικία και μετατρέπονται σε μια χονδροειδή, προκλητική παρωδία. Είναι το σημείο μηδέν, όπου τα νέα παιδιά, στην πιο παραγωγική και ελπιδοφόρα ηλικία τους, έρχονται για πρώτη φορά κατάμουτρα σε επαφή με το βαθύ, διεφθαρμένο σύστημα. Πώς, λοιπόν, να μη σιχαθούν τη σαπίλα; Πώς να μην επαναστατήσουν, όταν το ίδιο το κράτος τούς διδάσκει από τα 18 τους ότι η τιμιότητα είναι ελάττωμα και η ρεμούλα προσόν;
Η κατάσταση στα στρατόπεδα της Αττικής ξεπερνά κάθε όριο λογικής και θυμίζει κακόγουστο ανέκδοτο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί γνωστό στρατόπεδο στην περιοχή του Ζωγράφου, όπου η ξεδιαντροπιά έχει χτυπήσει κόκκινο. Εκεί, η πραγματικότητα σοκάρει: σε μια μονάδα που στα χαρτιά εμφανίζει εκατοντάδες στρατιώτες, υπάρχουν μόλις 20 παρόντες που «πληρώνουν το μάρμαρο» της καθημερινής σκοπιάς, της αγγαρείας και της κούρασης. Την ίδια ώρα, πάνω από 400 «δικαιολογημένα» μόνιμα απόντες απολαμβάνουν μια εικονική θητεία.
Πρόκειται για τους εκλεκτούς των κομματικών γραφείων και των ισχυρών γνωριμιών, οι οποίοι «τα έριξαν αδρά» -είτε σε πολιτικό χρήμα, είτε σε ψηφοθηρικά ανταλλάγματα, είτε σε υπόγειες εξυπηρετήσεις- για να εξασφαλίσουν μια θέση – φάντασμα. Αυτά τα «λουλούδια» του συστήματος, σε όλη τη διάρκεια της θητείας τους, δεν ξέρουν καν πού πέφτει το στρατόπεδο. Δεν έχουν αγγίξει όπλο, δεν έχουν ιδρώσει σε αναφορά, δεν έχουν νιώσει τι σημαίνει στρατιωτική υποχρέωση. Είναι οι μόνιμα απόντες, με τις πλάτες των υπουργών, των βουλευτών και των παρατρεχάμενων της εξουσίας.
Αυτή η αθλιότητα αποτελεί ένα βαρύ, ιδιώνυμο έγκλημα κατά της νεολαίας και της εθνικής ασφάλειας, το οποίο πρέπει εδώ και τώρα να ποινικοποιηθεί. Δεν είναι απλώς «λουφάρισμα»· είναι μια παράνομη, συνειδητή κλοπή της ενέργειας, του χρόνου και της αξιοπρέπειας των 20 κορόιδων που κρατούν τη μονάδα όρθια, λυγίζοντας κάτω από το βάρος των υπηρεσιών, επειδή οι 400 «βυσματίες» κάνουν βόλτες στις καφετέριες.
Όταν ένα παιδί βλέπει τον πλούσιο ή τον δικτυωμένο γόνο να εξαφανίζεται με μια υπογραφή και τον εαυτό του να τιμωρείται επειδή δεν έχει μπάρμπα στην Κορώνη, η οργή μετατρέπεται σε συνειδητή επανάσταση. Το κράτος σπέρνει τη σιχαμάρα και θα θερίσει την πλήρη απαξίωση. Η κάθαρση στον στρατό δεν θα έρθει με εσωτερικές ΕΔΕ της πλάκας. Θα έρθει μόνο όταν η χορήγηση και η αποδοχή φωτογραφικών, παράνομων μεταθέσεων και απαλλαγών θα στέλνει τους εμπλεκόμενους πολιτικούς, αξιωματικούς και βυσματίες απευθείας στο εδώλιο του ποινικού δικαστηρίου.
Το θέατρο του παραλόγου: Οι «κυρ-Παντελήδες» της ζητιανιάς και το φτύσιμο στη θεσμοθετημένη ξεδιαντροπιά
Αν θέλουμε να εντοπίσουμε τον πραγματικό ηθικό αυτουργό της κοινωνικής μας εξαθλίωσης, πρέπει να κοιτάξουμε πέρα από τους πολιτικούς πάτρονες. Πρέπει να κοιτάξουμε τους ίδιους τους αρχιτέκτονες της καθημερινής σαπίλας: αυτούς τους ελεεινούς «κυρ-Παντελήδες», τους θεσμικούς ζητιάνους της εξυπηρέτησης.
Πρόκειται για μια ολόκληρη κάστα ανθρώπων που, ενώ παριστάνουν τους νομοταγείς και αξιοπρεπείς πολίτες, αποτελούν τα πιο χυδαία αποβράσματα του συστήματος. Είναι αυτοί που θα φορέσουν το καλό τους κοστούμι, θα βάλουν το σοβαρό τους προσωπείο και θα στηθούν με τις ώρες στις ουρές των βουλευτικών γραφείων, του κάθε πολιτικάντη και του κάθε τοπικού δήμαρχου. Δεν πάνε εκεί για να διεκδικήσουν δικαιώματα, ούτε για το κοινό καλό. Πάνε για να «ζητιανέψουν» μια παράνομη χάρη, να εξαργυρώσουν μια ψήφο, να κλέψουν την ευκαιρία κάποιου άλλου που δεν έχει τη δική τους ξεδιαντροπιά.
Αυτοί οι τύποι είναι κυριολεκτικά για φτύσιμο. Είναι οι ίδιοι που το βράδυ θα παραπονιούνται στις καφετέριες για το «διεφθαρμένο κράτος», αλλά το πρωί θα γλείψουν κατουρημένες ποδιές για να πάρει ο γιος τους μια φωτογραφική μετάθεση δίπλα στο σπίτι τους, ή για να διοριστεί η κόρη τους από το παράθυρο σε μια θέση που δικαιούτο ένα παιδί με τρία πτυχία. Είναι οι ηθικοί αυτουργοί που συντηρούν τους πολιτικούς εκβιαστές στην εξουσία, μετατρέποντας τη δημοκρατία σε ένα απέραντο παζάρι υποτέλειας.
Αυτή η ελεεινή νοοτροπία της «αρπαχτής» και του «βολέματος» πρέπει να ποινικοποιηθεί εξίσου αυστηρά με την πράξη του πολιτικού που κάνει το ρουσφέτι. Ο νόμος πρέπει να αντιμετωπίζει τον «κυρ-Παντελή» της διπλανής πόρτας ως ενεργό συνεργό σε κακουργηματική πράξη. Η κοινωνική απομόνωση και το φτύσιμο δεν αρκούν πλέον. Η κάθαρση θα έρθει μόνο όταν η απόπειρα εξαγοράς κρατικών λειτουργών και η ζητιανιά για παράνομο προνόμιο θα οδηγούν αυτούς τους δήθεν κυρίους με τα κοστούμια τους κατευθείαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Μέχρι τότε, θα παραμένουν το πιο ζωντανό και σιχαμερό γρανάζι της ελληνικής κακοδαιμονίας.






































































































