Γράφει ο Γιώργος Στιβαχτής
Αν. γραµµατέας Τοµέα Εργασίας ΠΑ.ΣΟ.Κ – Κίνηµα Αλλαγής
Η Ευρώπη βρίσκεται σήµερα µπροστά σε µια ιστορική πρόκληση. Σε έναν κόσµο που γίνεται ολοένα και πιο ασταθής, το ερώτηµα της πραγµατικής στρατηγικής της ανεξαρτησίας επανέρχεται µε ένταση.
∆εν πρόκειται για θεωρητική συζήτηση. Πρόκειται για µια πραγµατικότητα που διαµορφώνεται µέσα από τους τοµείς της ενέργειας, της άµυνας, της οικονοµίας και τις διεθνείς ισορροπίες.
Για περισσότερες από επτά δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ασφάλεια βασίστηκε κατά κύριο λόγω στη διατλαντική σχέση και στην ύπαρξη του ΝΑΤΟ. Η στρατιωτική ισχύς των Ηνωµένων Πολιτειών αποτέλεσε τον βασικό πυλώνα της αποτροπής στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ωστόσο, οι γεωπολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών επαναφέρουν το ερώτηµα, κατά πόσο αυτόνοµη είναι πραγµατικά η Ευρώπη όταν η ασφάλειά της εξαρτάται σε τόσο µεγάλο βαθµό από µια εξωτερική δύναµη;
Ο πόλεµος ανάµεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία ανέδειξε µε τον πιο σαφή τρόπο αυτή τη δοµική εξάρτηση. Η Ευρώπη βρέθηκε αντιµέτωπη µε µια διπλή πρόκληση, την ανάγκη στρατιωτικής στήριξης προς την Ουκρανία και ταυτόχρονα την ενεργειακή αποκοπή από το ρωσικό φυσικό αέριο, το οποίο επί δεκαετίες αποτελούσε βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής βιοµηχανικής ανταγωνιστικότητας.
Η ενεργειακή µετάβαση που ακολούθησε ήταν ταχύτατη αλλά και δαπανηρή. Η Ευρώπη αντικατέστησε σε µεγάλο βαθµό το ρωσικό αέριο µε υγροποιηµένο φυσικό αέριο (LNG), κυρίως από τις Ηνωµένες Πολιτείες και άλλους προµηθευτές. Αν και η επιλογή αυτή ενίσχυσε την ασφάλεια εφοδιασµού, αύξησε σηµαντικά το ενεργειακό κόστος για τη βιοµηχανία και τα νοικοκυριά. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου κρίσιµες θαλάσσιες αρτηρίες όπως τα Στενά του Ορµούζ µπορούν να επηρεάσουν δραµατικά τις τιµές της ενέργειας, η ευρωπαϊκή οικονοµία παραµένει ευάλωτη.
Παράλληλα, η παγκόσµια οικονοµική ισχύς των Ηνωµένων Πολιτειών δεν περιορίζεται στο στρατιωτικό επίπεδο. Η κυριαρχία του δολαρίου στο διεθνές χρηµατοπιστωτικό σύστηµα επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να ασκεί σηµαντική επιρροή µέσω κυρώσεων και οικονοµικών εργαλείων. Συχνά ευρωπαϊκές επιχειρήσεις βρίσκονται αντιµέτωπες µε δύσκολα διλήµµατα, καθώς η πρόσβαση στο αµερικανικό χρηµατοπιστωτικό σύστηµα παραµένει κρίσιµη για τη διεθνή τους δραστηριότητα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονοµία αποκτά ιδιαίτερη σηµασία. ∆εν πρόκειται για αποµάκρυνση από τις Ηνωµένες Πολιτείες ούτε για αµφισβήτηση της διατλαντικής συµµαχίας.
Η σχέση αυτή παραµένει θεµέλιο της δυτικής ασφάλειας. Ωστόσο, η Ευρώπη καλείται να ενισχύσει την ικανότητά της να ενεργεί µε µεγαλύτερη αυτονοµία όταν το απαιτούν οι περιστάσεις.
Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άµυνας, η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών, η ανάπτυξη τεχνολογικής κυριαρχίας και η εµβάθυνση της οικονοµικής ολοκλήρωσης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για αυτή τη µετάβαση. Η Ευρώπη διαθέτει το οικονοµικό µέγεθος, την τεχνογνωσία και τους θεσµούς για να το πετύχει.
Αυτό που απαιτείται είναι πολιτική βούληση και µακροπρόθεσµος σχεδιασµός.
Η γεωπολιτική ιστορία δείχνει ότι η ανεξαρτησία δεν είναι δεδοµένη. Οικοδοµείται σταδιακά µέσα από επιλογές, επενδύσεις και στρατηγικές αποφάσεις. Σε έναν κόσµο όπου οι κρίσεις πολλαπλασιάζονται και οι διεθνείς ισορροπίες µεταβάλλονται, η Ευρώπη βρίσκεται µπροστά σε µια κρίσιµη καµπή.
Το ερώτηµα δεν είναι αν θα διατηρήσει τη συµµαχία της µε τις Ηνωµένες Πολιτείες. Το πραγµατικό ερώτηµα είναι αν θα καταφέρει να µετατραπεί σε έναν πλήρως αυτόνοµο γεωπολιτικό πόλο µέσα στο διεθνές σύστηµα.
Η απάντηση σε αυτό το ερώτηµα θα καθορίσει σε µεγάλο βαθµό τον ρόλο της Ευρώπης στον κόσµο των επόµενων δεκαετιών.


































































































