Γράφει ο Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος
∆ηµοσιογράφος – ∆ηµοσιολόγος
Ο πρωθυπουργός της Αλβανίας Έντι Ράµα ήταν πρόσφατα στην χώρα µας και µιλώντας στον διευθυντή της «Καθηµερινής» Αλ. Παπαχελά παραδέχθηκε πως ήταν λάθος του που είπε ότι οι Πλάτωνας και Αριστοτέλης δεν έχουν καµία σχέση µε τους σύγχρονους Έλληνες και πως το είπε αστειευόµενος…
Είναι γνωστό ότι πολλοί σοβαροί λόγοι – συκοφαντίες, ύβρεις, ψεύδη – λέγονται µε πρόσχηµα το χιούµορ και µε προκάλυµµα την αστειότητα. Σηµειώνεται ότι ο πρώην νόµιµος ∆ήµαρχος Χειµάρρας και τώρα Ευρωβουλευτής Φρέντης (∆ιονύσιος) Μπελέρης απέδειξε µε στοιχεία ότι ο Ράµα έχει από τη µητέρα του ελληνικές ρίζες και µάλιστα ότι οι Έλληνες πρόγονοί του πολέµησαν στο Μεσολόγγι εναντίον και Αλβανών ατάκτων!…
Ο Ράµα δεν είναι ο πρώτος που αρνήθηκε τη συνέχεια των Ελλήνων. Την ταυτότητά τους αµφισβήτησαν και κάποιοι ιστορικοί από λόγους ηµιµαθείας και αλαζονείας. Ο Άγγλος Έντουαρντ Γίββων (1737-1794) υπήρξε «ο υπέρτατος κριτής 22 αιώνων εθνικής µας υπάρξεως και την αµφισβήτησε». Ο ιδιοφυής ιστοριοδίφης Σπυρίδων Ζαµπέλιος απάντησε στον εν λόγω διαµαρτυρόµενο στο θρήσκευµα λόγιο του 18ου αιώνα ότι η συγγραφή του «όζει κάτι γαιώδες και θνησιµαίο και ως επιγραφή πάνω σε µνήµα, αφού ούτε καν υπόπτευσε την ψυχολογίαν της πολιτείας, το αίσθηµα, την πίστι, τας απορρήτους του αιώνος ροπάς τον µύχιο οργανισµό, µε ένα λόγο, της Νεοελληνικής υπάρξεως».
Ο Γιάκοµπ Φαλµεράιερ (1790-1861), Αυστριακός περιηγητής, δηµοσιογράφος, πολιτικός και ιστορικός υποστήριξε πως οι της εποχής του Έλληνες δεν κατάγονται από τους αρχαίους Έλληνες, αλλά προέρχονται από Σλάβους και Αλβανούς που εισέβαλαν και εξαπλώθηκαν στην Ελλάδα. Ο σηµαντικός ιστορικός µας Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος µε ισχυρά επιχειρήµατα αντικρούει αυτήν την άποψη. Ο καθηγητής ιστορικός Παύλος Καρολίδης στον πρόλογο της 25ης εκδόσεως, της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», που συνέγραψε ο Παπαρρηγόπουλος και εκδόθηκε το 1925, σηµειώνει πως οι σπουδαίες πραγµατείες αυτού «Περί των σλαυικών εποικήσεων εν Ελλάδι» διαφωτίζουν το περί καταγωγής των νέων Ελλήνων ζήτηµα. Και προσθέτει ο Καρολίδης: «Εν τω µέσω δε των µελετών τούτων συνελάµβανε το σχέδιον της πραγµατώσεως ιδέας ωριµασάσης εις την συνείδησιν του επιστηµονικού κόσµου, της ιδέας δηλονότι της “Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους” κύριον σκοπόν εχούσης την απόδειξιν της ενότητος του ελληνικού έθνους υπό την εθνολογικήν έποψιν και την του πνευµατικού και καθόλου ιστορικού βίου και χαρακτήρος».
Στον Φαλµεράϊερ απαντά και ο καθηγητής και ιστορικός Νίκος Σβορώνος ( 1911-1989). Στο βιβλίο του «Το Ελληνικό Έθνος – Γένεση και διαµόρφωση του Νέου Ελληνισµού» σηµειώνει πως διάφορες πληροφορίες, που ερµηνεύθηκαν µονόπλευρα επέτρεψαν στον Φαλµεράϊερ να διατυπώσει το 1830 την πολύκροτη θεωρία του.
Αυτή η «επιστηµονική» θεωρία, όπως γράφει ο Σβορώνος, ερχόταν στην ώρα της να ενισχύσει τις αντιδραστικές δυνάµεις της Ευρώπης, τις οποίες η Ελληνική Επανάσταση και το φιλελληνικό κίνηµα που αυτή ξεσήκωσε, έκφραση κυρίως του ευρωπαϊκού φιλελευθερισµού, έκανε να ανησυχήσουν σοβαρά. Και προσθέτει:
«Από τότε το πρόβληµα της καταγωγής των Νεοελλήνων µπερδεύεται µε τους εκάστοτε εθνικούς, πολιτικούς ή και κοινωνικούς ακόµα αγώνες στα Βαλκάνια και γίνεται περισσότερο αντικείµενο προπαγάνδας παρά ψύχραιµης επιστηµονικής έρευνας».
∆υστυχώς και Έλληνες απορροφηµένοι από τη λατρεία της εκθαµβωτικής Ευρώπης έσβησαν τον χιλίων και πλέον ετών Ελληνοβυζαντινό (Ρωµέικο) πολιτισµό και θέλησαν να παραιτηθούµε από την ταυτότητά µας και από κύριοι συντελεστές του Ευρωπαϊκού πολιτισµού να καταντήσουµε το έσχατο συνονθύλευµα ενός παραποιηµένου αντιγράφου του πολιτισµού µας. Εκ των πρώτων ο Αδαµάντιος Κοραής (1748-1833). Είναι χαρακτηριστικό πως έχοντας καταπλαγεί από τον ανερχόµενο ιλιγγιωδώς στην απόλυτη µοναρχία της Γαλλίας Ναπολέοντα έγραψε στο «Άσµα Πολεµιστήριον» του, το 1801:
«…Θαυµαστοί γενναίοι Γάλλοι/, κατ’ εσάς δεν είναι άλλοι,/ κ’ εις τους κόπους γυµνασµένοι./ Φίλους της ελευθερίας,/ των Γραικών της σωτηρίας,/ όταν έχωµεν τους Γάλλους τίς η χρεία από άλλους;/ Γάλλοι και Γραικοί δεµένοι,/ δεν είναι Γραικοί ή Γάλλοι,/ αλλ΄ έν έθνος, Γραικογάλλοι,/ κράζοντες, αφανισθήτω/ κ’ εκ της γης εξαληφθείτω/ η κατάρατος δουλεία./ Ζήτω η ελευθερία!».
Η αντίληψη του Κοραή περί της ασυνεχείας του Ελληνισµού φθάνει έως και µετά τα µέσα του 20ού αιώνα, ακόµη και µεταξύ χριστιανών διανοουµένων. Παράδειγµα ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης, ιθύνων νους (spiritus rector) της σηµαντικής χριστιανικής κινήσεως η «Ζωή», ο οποίος στο βιβλίο του «Εµείς οι Έλληνες» έγραψε: «Υπήρχαν δυό παράγοντες γεµάτοι ζωή. Πού ήσαν όµως και δεν τους βλέπαµε τόσους αιώνες; Ήσαν σαν δυό υπόγεια ρεύµατα, που τα χάνεις µε τις αρχές του πέµπτου αιώνα και να που ξεπροβάλλουν πάλι µπροστά µας το 1453». (!!!)
Υπέρ της συνέχειας του Έθνους των Ελλήνων είναι και η καθηγήτρια Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ. Στο βιβλίο της «Η κληρονοµιά του Ελληνισµού» γράφει µεταξύ άλλων: «Γλώσσα ελληνική και Ορθοδοξία είναι οι πόρτες του βυζαντινού ελληνισµού. Η διάδοσή τους δείχνει την ακτίνα ακτινοβολίας του Βυζαντίου, που ξεπερνά τα πολιτικά σύνορα του κράτους, για να πάρει µιαν ευρωπαϊκή διάσταση. Ελληνική γλώσσα και Ορθοδοξία µένουν επίσης οι στυλοβάτες του νέου ελληνισµού, που επωµίσθηκε την ιστορική συνέχεια του Βυζαντίου, που είναι δηλαδή το προπύργιο της παντοτινής Ευρώπης απέναντι στην κάθε Ασία».
Ο Γιώργος Σεφέρης κατά την οµιλία του στη δεξίωση, που προηγήθηκε της απονοµής σε αυτόν του Βραβείου Νόµπελ λογοτεχνίας, στις 10 ∆εκεµβρίου 1963, είπε µεταξύ άλλων: « Ανήκω σε µία χώρα µικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού, τη θάλασσα και το φως του ήλιου. Είναι µικρός ο τόπος µας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγµα που την χαρακτηρίζει είναι ότι µας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να µιλιέται. ∆έχτηκε αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσµα…».
Και µια προσωπική εµπειρία. Συζητώντας µε τον ευλαβή κληρικό π. Χρίστο Κυριακόπουλο, που έχει αφιερώσει τη ζωή του στη διατήρηση και διάδοση της βυζαντινής και δηµοτικής µας µουσικής, µου είπε ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1950 κοντά σε χωριό της ορεινής Γορτυνίας ζούσε ο γέρων τσοπάνος Γιώργος … Φορούσε ακόµη φουστανέλα και πάντα του Αγίου Γεωργίου είχε ζητήσει και απήγγελλε το Αποστολικό Ανάγνωσµα απ΄ έξω γιατί δεν ήξερε γράµµατα! Και όταν η εορτή έπεφτε τη δεύτερη ηµέρα του Πάσχα, κοινωνούσε έχοντας φάει µόνον ελιές την ηµέρα της Λαµπρής!
Και τα δύο γεγονότα µε µετέφεραν νοερά στην τουρκοκρατία. Μετά την Άλωση και την αµάθεια που επικράτησε υπό τον βάρβαρο κατακτητή οι ψαλτάδες και οι αναγνώστες απέξω µάθαιναν και έλεγαν τα ψαλτικά και τα αναγνώσµατα.
Επανελήφθη τότε η εποχή του Οµήρου, όταν προηγήθηκε ο προφορικός λόγος του γραπτού και τα έπη διαδίδονταν δια µνήµης από τους ραψωδούς. Ως προς τη Θεία Κοινωνία, δεν λογάριασε ο γέροντας βοσκός τους ορισµούς της Εκκλησίας, αισθανόµενος και εκδηλώνοντας το δέος του µπροστά στο γεγονός της µεταλήψεως του Σώµατος και του Αίµατος του Χριστού. Η συνέχεια από τους Μυκηναϊκούς χρόνους έως σήµερα του Ελληνισµού είναι γεγονός αναµφισβήτητο. Αν θα υπάρξει συνέχεια του στο µέλλον είναι το ζητούµενο… Πάντως και σήµερα κλήρος και λαός αντιστέκονται.




































































































