Γράφει ο
Χρήστος Στρυφτός
Ιστορικός
Ο Ιούλιος του 1974 ήταν εκείνη η χρονική περίοδος όπου η Ελλάδα βρέθηκε σε µια από τις πιο κρίσιµες κι επικίνδυνες καταστάσεις πολιτικά και στρατιωτικά. Η µια χούντα της 21ης Απριλίου έχει αποχωρήσει ήδη από το 1973 και έχει διαδεχτεί την επόµενη αυτή του Ιωαννίδη. Στα µέσα του Ιουλίου του 1974 ο δικτάτορας Ιωαννίδης επιχειρεί εµµέσως πλην σαφώς πραξικόπηµα στην Κύπρο προωθώντας τον άνθρωπό του Σαµψών ώστε να ανατρέψει την κυβέρνηση του Μακαρίου. Αυτή η γεωπολιτικά εσφαλµένη κίνηση του Ιωαννίδη ερµηνεύτηκε ως καθαρή πρόκληση από τους Τούρκους οι οποίοι µετά από λίγες ηµέρες πραγµατοποίησαν παράνοµη εισβολή στην Κύπρο καταλαµβάνοντας µέρος της ανατολικής πλευράς του νησιού, διαπράττοντας διωγµούς, θηριωδίες και άλλα επεισόδια που πλαισιώνουν το µαύρο σκηνικό της κυπριακής τραγωδίας από τον ΑΤΤΙΛΑ.
Σε αυτό το επώδυνο και απειλητικό σκηνικό η τύχη της Ελλάδας κρέµονταν από µια κλωστή. Πολιτική κατολίσθηση και πόλεµος µε την Τουρκία;· ή εύρεση µιας λύσης εθνικής σωτηρίας; Η ηγεσία της χούντας του Ιωαννίδη είχε τρικυµία εν κρανίω καθώς καθίσταντο πλέον ανίκανη και πανικοβληµένη ώστε να µην µπορεί να διαχειριστεί την κατάσταση και το κακό το οποίο είχε χτυπήσει το αδελφό έθνος της Κύπρου. Για καλή τύχη όµως της Ελλάδας εκείνες τις συγκλονιστικές ηµέρες καθοδηγούνταν µεθοδευµένα η Μεταπολίτευση. Η χούντα πλέον κατέρρεε και κάποιοι Έλληνες πολιτικοί είχαν επικοινωνήσει µε ένα έκτακτο µικτό σχήµα στρατιωτικών και πολιτικών της εναποµείνασας εξουσίας µεταξύ χουντικών και µεταπολιτευτικών – δηµοκρατικών. Το µεσηµέρι της 23ης Ιουλίου στην Βουλή στο γραφείο του διορισµένου από την χούντα «Προέδρου της ∆ηµοκρατίας» Φαίδωνα Γκιζίκη αρχίζει επείγον η συνεδρίαση µε πολιτικούς της προδικτατορικής περιόδου τους κυρίους, Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Στέφανο Στεφανόπουλο, Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα, Σπύρο Μαρκεζίνη, Γεώργιο Μαύρο, Πέτρο Γαρουφαλιά, Ευάγγελο Αβέρωφ-Τοσίτσα και Ξενοφών Ζολώτα. Στην ίδια σύσκεψη συµµετείχαν και οι αρχηγοί των Ενόπλων ∆υνάµεων(ΑΕ∆), του Στρατού, του Ναυτικού και της Αεροπορίας. Ο δε Α.Ε.∆. Γρ.Μπονάνος είχε τοποθετήσει δίπλα ακριβώς στον Εθνικό Κήπο ένοπλους πεζοναύτες ώστε να παρέµβουν στις περιπτώσεις που η σύσκεψη προσβάλλονταν από συνωµοτικές στρατιωτικές οµάδες της εµπιστοσύνης του Ιωαννίδη, αλλά ακόµη και σε αυτή την περίπτωση είχε φροντίσει να αποθαρρύνει µια τέτοια ενέργεια η διαδεδοµένη είδησις ότι ο αρχηγός του Γ΄ Σώµατος Στρατού Ιωάννης Ντάβος απειλούσε να κατεβάσει τα τανκς στο Σύνταγµα ώστε να συλλάβει τον Ιωαννίδη και τους οπαδούς του µε σκοπό να επαναφέρει τον βασιλιά και τον Καραµανλή.
Στην σύσκεψη είχε αποφασιστεί ότι πρωθυπουργός της χώρας θα αναλάµβανε ο Π. Κανελλόπουλος ο τελευταίος πρωθυπουργός της Ελλάδας πριν το πραξικόπηµα του Παπαδόπουλου. Ο Αβέρωφ όµως τόνισε ότι το κατάλληλο πρόσωπο για την ανάληψη µιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας ήταν ο Κωνσταντίνος Καραµανλής. Ο Καραµανλής είχε αυτοεξοριστεί στο Παρίσι από το 1963 µπορεί µεν να είχε αποστασιοποιηθεί για ένα χρονικό διάστηµα αλλά είναι γεγονός ότι είχε ήδη συµπληρώσει στο βιογραφικό του µια στιβαρή και έντονη οκταετία ηγεσίας της Ελλάδος που χαρακτηρίστηκε µεταξύ άλλων από βήµατα οικονοµικής ανάπτυξης, εκσυγχρονισµού, ευέλικτης εξωτερικής πολιτικής και κατοχύρωσης του ευρωπαϊκού και δυτικού πολιτικού προσανατολισµού και της αντίστοιχης αυτής πολιτικοστρατιωτικής «κηδεµονίας». Έτσι λοιπόν από το «φευγιό» του Καραµανλή το 1963 µέχρι και το 1967 στην πολιτική σκακιέρα του ελληνικού συστήµατος απέναντι στην πλέον αδύναµη κανελλοπουλική δεξιά ΕΡΕ, σήκωσε κεφάλι ο λαοπρόβλητος Γεώργιος Παπανδρέου της Ένωσης Κέντρου ο οποίος δε πρόλαβε να προχωρήσει κυβερνητικά λόγω του πολέµου που δέχτηκε από το παλάτι και έπειτα από τις διαδοχικές βραχύχρονες κυβερνητικές οµάδες των «αποστατών» του. Ο Παπανδρέου όµως πεθαίνει το 1968 και πλέον στην αντίληψη του εξόριστου δηµοκρατικού πολιτικού επιτελείου, στην πολιτική συνείδηση των Ελλήνων αλλά και παράλληλα στο στόχαστρο της κυβερνώσας «21ης Απριλίου», παραµένει µόνο µια σηµαντική και γερή πολιτική προσωπικότητα που θα µπορούσε να ηγηθεί σε µια κατάσταση εθνικής ενότητας κι ευθύνης για την προστασία της χώρας διεθνώς κι εγχωρίως και δεν ήταν άλλη από αυτή του Κωνσταντίνου Καραµανλή.
Αυτή την ιστορική πραγµατικότητα και την πολιτική ανάγκη παρουσίασε στην σύσκεψη ο Αβέρωφ παρουσιάζοντας την «λύση Καραµανλή» ως απαραίτητη πρακτική για την διάσωση της χώρας. Ο Αβέρωφ κινείται γρήγορα τηλεφωνεί στον Καραµανλή και τον επιβεβαιώνει ότι όλα είναι υπό έλεγχο και ότι πρέπει να γυρίσει στην Ελλάδα. Ο Καραµανλής δυστυχώς δεν ανταποκρίνεται θετικά προφανώς ήθελε και την διαβεβαίωση από το επιτελείο των στρατιωτικών ότι θα µείνουν «φρόνιµοι» αυτή τη φορά. Πράγµατι τηλεφώνησε και ο Γκιζίκης στον Καραµανλή ενηµερώνοντάς τον πως ο στρατός έχει συµµορφωθεί και είναι υπάκουος στην πολιτική αρχή. Για τον Γκιζίκη αυτή η διαβεβαίωση έµοιαζε µε δίκοπο µαχαίρι γιατί από την µια µε αυτό τον τρόπο εξασφάλιζε τον γυρισµό του Καραµανλή κι από την άλλη ήταν σε απόγνωση και πανικό καθώς δεν ήξερε πράγµατι που βρίσκονταν ο δικτάτορας Ιωαννίδης ο οποίος είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης και υπήρχαν υποψίες πως σχεδίαζε αιφνιδίως την ανατροπή και σύλληψη του µεταπολιτευτικού µηχανισµού στην Βουλή εκείνο το βράδυ. Καλώς εχόντων των πραγµάτων επιβεβαιώνεται πως τελικώς ο Ιωαννίδης βρίσκονταν στο σπίτι του κλεισµένος. Η απόφαση στο τραπέζι της Βουλής είχε ήδη παρθεί – «επιστροφή Καραµανλή»! Το ίδιο βράδυ ο Καραµανλής γυρίσει µετά από 11 χρόνια στην πατρίδα του φθάνοντας στις 2 τα ξηµερώµατα την 24η Ιουλίου 1974 στο αεροδρόµιο του Ελληνικού υποδεχόµενος από πλήθος κόσµου που φώναζε το σύνθηµα «ΕΡΧΕΤΑΙ». Ο λαός έχει ξεχυθεί στους δρόµους της Αθήνας µε διαδηλωτές να κρατούν πανό που χαιρέτιζαν τον ερχοµό της δηµοκρατίας, άλλους να υψώνουν πορτραίτα του Καραµανλή και άλλους να ζητωκραυγάζουν ανεµίζοντας τις ελληνικές σηµαίες. Στις 4 το πρωί πραγµατοποιείται η ορκωµοσία του Καραµανλή από τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείµ. ΗΠΑ, Ευρώπη και η µατωµένη Κύπρος χαιρετίζουν την νέα διακυβέρνηση µε θερµά συγχαρητήρια και το επόµενο βράδυ θα ακουστεί το πρώτο επίσηµο διάγγελµα του πρωθυπουργού από τους ραδιοτηλεοπτικούς δέκτες µε την χαρακτηριστικά καθιερωµένη προσωπική προσφώνηση του Καραµανλή «Ελληνίδες, Έλληνες».
Έχει ήδη συνταχτεί η νέα κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας µε προσωπικότητες από την ∆εξιά και το Κέντρο ενώ απουσίαζαν από τον σχηµατισµό η σοσιαλιστική ΠΑΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και τα κοµουνιστικά κόµµατα λόγω της αντιδυτικής και αντιΝατοïκής προπαγάνδας τους αλλά και του ασυλλόγιστου αντιαµερικανισµού που εκδήλωναν. Ο Καραµανλής την ίδια µέρα µε έναν αναπάντεχο κι απρόσµενο πολιτικό ριζοσπαστισµό για τα δεδοµένα της τότε περιόδου αλλά και για την γνωστή µέχρι τότε ιδεολογική του φυσιογνωµία και τον πολιτικό του χαρακτήρα, αµνηστεύει τους πολιτικούς κρατούµενους της χούντας, επιστρέφει τα διαβατήρια και την ιθαγένεια σε όσους η χούντα τα είχε στερήσει ενώ µια για πάντα απελευθερώνει τους αντιφρονούντες «επισκέπτες» της Γυάρου που επανειληµµένα έστελναν οι απριλιανοί αλλά και κάποιοι πολιτικοί νωρίτερα. Κι εδώ ακριβώς µπορεί να διακριθεί µια πολιτική µεταστροφή και συνάµα σύγκριση µεταξύ του αυστηρού Καραµανλή της βαθιά συντηρητικής και δεξιάς Ε.Ρ.Ε. το 1960 και του προοδευτικού Καραµανλή της πλέον φιλελεύθερης κεντροδεξιάς Νέας ∆ηµοκρατίας της καινούργιας παράταξης που ίδρυσε τρείς µήνες µετά τον κρίσιµο Ιούλη του 1974. Ο Καραµανλής επέστρεψε και πέτυχε προς όφελος της χώρας στην Μεταπολίτευση την πολιτική σταθερότητα, την απαλλαγή από τον κίνδυνο δικτατορικής απειλής και την διασφάλιση ενός υγιούς και συνταγµατικά κατοχυρωµένου αντιπροσωπευτικού πολιτεύµατος, που πλέον από την 24η Ιουλίου του 1974 µέχρι και σήµερα κάθε τέτοια µέρα αποτελεί την ιστορική επέτειο για την αποκατάστασή της ελληνικής δηµοκρατίας.
ΠΗΓΕΣ :
- Συλλογικό, «Κωνσταντίνος Καραµανλής – Αρχείο, Γεγονότα και Κείµενα», εκδ: ΙΚΚ, Αθήνα, 1996
- Στ. Ψυχάρης, «Τα παρασκήνια της αλλαγής», Αθήνα,1975





































































































