Γράφει ο Φώτης Αλεξόπουλος
Οικονομολόγος Μέλος του ΙΝΚΑ/Γενική Ομοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδος
Την ώρα που η Ελλάδα δοκιμάζεται από μια βαθιά και επίμονη δημογραφική κρίση, η συζήτηση για το μέλλον των βρεφονηπιακών σταθμών θα έπρεπε να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης. Αντί γι’ αυτό, εξελίσσεται σε ένα ακόμη παράδειγμα πολιτικής επιλογής με έντονο ιδεολογικό αποτύπωμα και δυνητικά σοβαρές κοινωνικές συνέπειες.
Το νέο μοντέλο που προωθείται, με αιχμή το σύστημα των voucher, παρουσιάζεται ως εκσυγχρονισμός: περισσότερη «ελευθερία επιλογής» για τους γονείς, μεγαλύτερη ευελιξία για το σύστημα, καλύτερη κατανομή πόρων. Στην πράξη, όμως, αναδεικνύεται μια διαφορετική εικόνα από αυτή της σταδιακής απόσυρσης του κράτους από έναν κρίσιμο τομέα κοινωνικής πολιτικής.
Διότι ας είμαστε ειλικρινείς: όταν η χρηματοδότηση μιας δημόσιας δομής εξαρτάται από το αν και πόσα voucher θα κατευθυνθούν σε αυτήν, τότε η έννοια της «δημόσιας εγγύησης» αντικαθίσταται από τη λογική της αγοράς. Και η αγορά, εξ ορισμού, δεν λειτουργεί με όρους κοινωνικής ισότητας.
Οι πρώτοι που θα πληρώσουν το τίμημα αυτής της μετάβασης δεν θα είναι οι αριθμοί στους προϋπολογισμούς. Θα είναι οι οικογένειες που δεν θα βρουν θέση για τα παιδιά τους. Θα είναι οι εργαζόμενοι που θα βρεθούν αντιμέτωποι με ένα καθεστώς διαρκούς ανασφάλειας. Και τελικά, θα είναι η ίδια η κοινωνία που θα δει ένα κρίσιμο δίχτυ προστασίας να αποδυναμώνεται.
Η μετατροπή των σταθερών συμβάσεων σε πιο «ευέλικτες» μορφές απασχόλησης δεν είναι απλώς μια τεχνική αλλαγή. Είναι μια βαθιά πολιτική επιλογή. Διότι η προσχολική αγωγή δεν είναι χώρος για πειραματισμούς εργασιακής επισφάλειας. Η ποιότητα της φροντίδας συνδέεται άμεσα με τη σταθερότητα και την εμπειρία του προσωπικού. Και αυτά δεν ευδοκιμούν σε καθεστώς προσωρινότητας.
Σε μια χώρα που γερνάει, που χάνει πληθυσμό και που βλέπει τους νέους να διστάζουν να δημιουργήσουν οικογένεια, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί με όρους λογιστικής. Απαιτεί πολιτική βούληση, στρατηγική σκέψη και κυρίως σαφή επιλογή υπέρ της κοινωνικής συνοχής.
Γιατί αν το κράτος αποσυρθεί από την προσχολική φροντίδα, το κενό δεν θα μείνει κενό. Θα καλυφθεί αλλά όχι με όρους ισότητας. Και τότε, το κόστος δεν θα είναι απλώς δημοσιονομικό. Θα είναι βαθιά κοινωνικό και μακροπρόθεσμα εθνικό.
Η μετατόπιση προς ένα σύστημα που βασίζεται κυρίως στα voucher δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους αστάθειας, ανισότητας και υποβάθμισης της ποιότητας. Αν, όμως, η μεταρρύθμιση είναι αναπόφευκτη, τότε οφείλει να συνοδευτεί από σαφείς και δεσμευτικές πολιτικές εγγυήσεις.
Πρώτον, απαιτείται η θεσμοθέτηση ελάχιστης εγγυημένης δημόσιας χρηματοδότησης για όλους τους δημοτικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς. Τα voucher μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά, όχι ως αποκλειστικός μηχανισμός επιβίωσης των δομών.
Δεύτερον, πρέπει να κατοχυρωθεί η καθολική πρόσβαση. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι κάθε παιδί που πληροί βασικά κοινωνικά και εισοδηματικά κριτήρια θα πρέπει να εξασφαλίζει θέση , είτε μέσω δημοτικής δομής είτε μέσω ισοδύναμης δημόσιας κάλυψης. Η προσχολική φροντίδα δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους «διαθεσιμότητας».
Τρίτον, είναι αναγκαία η διασφάλιση σταθερών εργασιακών σχέσεων. Η ποιότητα της φροντίδας δεν είναι ανεξάρτητη από το ανθρώπινο δυναμικό. Προτείνεται η πρόσληψη Μονίμου Προσωπικού για την δημιουργία μηχανισμού με έμπειρο προσωπικό , ώστε να αποφεύγεται η συνεχής ανακύκλωση.
Τέταρτον, χρειάζεται ένα εθνικό σύστημα παρακολούθησης και αξιολόγησης των δομών, με διαφάνεια και αντικειμενικά κριτήρια. Όχι για τιμωρητικούς λόγους, αλλά για τη διασφάλιση ενιαίων ποιοτικών προτύπων σε όλη τη χώρα.
Πέμπτον, απαιτείται στοχευμένη ενίσχυση των περιοχών με χαμηλή κάλυψη ή αυξημένες κοινωνικές ανάγκες. Εκεί όπου η «αγορά» δεν επενδύει, το κράτος οφείλει να παρεμβαίνει ενεργά.
Τέλος, η πολιτική για τους βρεφονηπιακούς σταθμούς πρέπει να ενταχθεί σε μια συνολική στρατηγική για το δημογραφικό. Η στήριξη της οικογένειας δεν είναι αποσπασματική πολιτική αλλά εθνική προτεραιότητα.
Το δίλημμα δεν είναι αν θα αλλάξει το σύστημα. Το δίλημμα είναι αν η αλλαγή θα ενισχύσει την κοινωνική συνοχή ή θα τη διαβρώσει.
Χωρίς σαφείς πολιτικές εγγυήσεις, το «καμπανάκι κινδύνου» θα επιβεβαιωθεί. Με αυτές, όμως, μπορεί να μετατραπεί σε αφετηρία μιας ουσιαστικής και δίκαιης μεταρρύθμισης.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι σαφές: θα παραμείνουν οι βρεφονηπιακοί σταθμοί ένας πυλώνας καθολικής κοινωνικής πολιτικής ή θα μετατραπούν σε ένα ακόμη πεδίο όπου η πρόσβαση θα εξαρτάται από τις δυνατότητες και τις συγκυρίες;




































































































