Γράφει ο
Χρήστος Νικολόπουλος
Δρ. Θεολογίας – Βυζαντινολόγος
Aπόκρυφα στην εκκλησιαστική γραμματολογία χαρακτηρίζονται τα ψευδεπίγραφα εκείνα έργα που διαπραγματεύονται όμοια προς την Αγία Γραφή θέματα. Τα έργα αυτά προβάλλουν αξιώσεις θεοπνευστίας και ίσου κύρους με τα βιβλία της Αγίας Γραφής, αλλά ποτέ δεν αναγνωρίσθηκαν από την Εκκλησία ως θεόπνευστα ή ισόκυρα προς τα ιερά της βιβλία.
Τα βιβλία αυτά ήταν δημιουργήματα αιρετικών συγγραφέων, οι οποίοι επεδίωκαν την ευρεία διάδοση των πλανημένων ή φανταστικών δοξασιών τους. Επειδή οι συγγραφείς των βιβλίων αυτών γνώριζαν ότι υπήρχε ο κίνδυνος κανένας να μην διαβάσει τα έργα τους, αν ανέφεραν το αληθινό τους όνομα, πολλοί είχαν ήδη επισημανθεί ως αιρετικοί από τους Πατέρες της Εκκλησίας, προτιμούσαν να χρησιμοποιούν ψευδώς τα ονόματα αναγνωρισμένων αγίων ανδρών της Αγίας Γραφής, κυρίως τα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του Κυρίου.
Οι μυθώδεις διηγήσεις τους για τα έργα και τα θαύματα του Κυρίου, κατά την παιδική του ηλικία, που περιλαμβάνονταν στα απόκρυφα ευαγγέλια, ήταν σε πλήρη αντίθεση με τη σοβαρότητα και αξιοπρέπεια των ευαγγελικών διηγήσεων. Τα θαύματα που περιγράφονταν ήταν αντίθετα προς το πνεύμα του Κυρίου και επισημαίνονταν για ικανοποίηση προσωπικών συναισθημάτων και πρόκληση ακαίρου θαυμασμού προς την παντοδυναμία του Κυρίου.
Τα Απόκρυφα διαιρούνται σε απόκρυφα της Παλαιάς Διαθήκης και της Καινής Διαθήκης. Τα τελευταία διακρίνονται σε απόκρυφα Ευαγγέλια, Πράξεις, Επιστολές και Αποκαλύψεις, μιμούμενοι τα αντίστοιχα κανονικά βιβλία της Καινής Διαθήκης και προέρχονται κυρίως από τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο αιώνα μ.Χ.
Από τα απόκρυφα ευαγγέλια γνωστά είναι το Κατά Εβραίων, το Κατά Πέτρον, το Κατά Θωμάν, το Κατά Αιγυπτίων, το Κατά Ματθίαν, το Κατά Φίλιππον κ.ά.
Από τις απόκρυφες πράξεις ονομαστά είναι το Κήρυγμα του Πέτρου, οι Πράξεις Πέτρου, οι Πράξεις Παύλου και Θέκλας, οι Πράξεις Ιωάννου, οι Πράξεις Παύλου, οι Πράξεις του Θωμά και δεκάδες άλλα.
Από τις απόκρυφες επιστολές γνώριμα είναι η Επιστολή προς Λαοδικείς, η Αλληλογραφία Παύλου και Κορινθίων, η Αλληλογραφία Παύλου και Σενέκα κ.ά.
Τέλος, από τις απόκρυφες αποκαλύψεις επώνυμα είναι η Αποκάλυψη του Πέτρου, του Παύλου και του Θωμά.
Γνωστικισμός
Ο Γνωστικισμός ανήκει στις μεγάλες αιρέσεις των πρώτων χριστιανικών αιώνων. Άρχισε να μορφοποιείται και να ωριμάζει από τα μέσα του 1ου μ.Χ. αι. παράλληλα με τη διάδοση και επικράτηση του Χριστιανισμού. Η θρησκευτική ή φιλοσοφική αυτή κίνηση γεννήθηκε στο κλίμα του συγκριτισμού. Το ιδεολογικό της υπόβαθρο αποτέλεσαν πολυποίκιλα στοιχεία θεολογικά, κοσμογονικά και φιλοσοφικά διαφόρων λαών όπως ο δυισμός των Περσών, η αστρολογία των Χαλδαίων, ο ερμητισμός της Ελληνιστικής Αιγύπτου, ο Νεοπυθαγορισμός και η νεοπλατωνική φιλοσοφία.
Βασικό πρίσμα στον Γνωστικισμό είναι η διαρχία ή δυαλισμός. Στην αίρεση αυτή υπάρχουν δύο Θεοί. Ο αγαθός Θεός και ο κακός Θεός. Ο αγαθός Θεός παραμένει έξω από τον κόσμο, είναι απρόσιτος και αμέτοχος του κόσμου και του κακού. Ο κακός Θεός έχει την ευθύνη για το φυσικό και ηθικό κακό στον κόσμο. Ο κακός Θεός θα πρέπει να νικηθεί για να αρθεί το κακό και να λυτρωθεί ο άνθρωπος. Τότε θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί γεφύρωση μεταξύ του καλού Θεού και του ανθρώπου.
Αποτέλεσμα της διαρχίας είναι η περιφρόνηση της ύλης και του ανθρώπινου σώματος, το οποίο συνιστά φυλακή της ψυχής (το ίδιο υποστήριζε και ο Πλάτωνας). Για τον λόγο αυτό στον Γνωστικισμό παρατηρήθηκαν ισχυρές ασκητικές τάσεις. Βέβαια δεν έλειψαν και οι ακριβώς αντίθετες ιδέες, όπως του Νικολάου. Οι Νικολαΐτες, οι οπαδοί δηλαδή του Νικολάου, ασκούσαν συστηματικά κάθε ακολασία, επειδή πίστευαν ότι με αυτόν τον τρόπο σκότωναν τη σάρκα και ελευθέρωναν την ψυχή. Το Ευαγγέλιο του Ιούδα, από τα πλέον γνωστά απόκρυφα ευαγγέλια, κατατασσόταν στην παραπάνω αίρεση, τον Γνωστικισμό.
Ιστορικά στοιχεία και περιεχόμενο του Ευαγγελίου του Ιούδα
Το Ευαγγέλιο αυτό θα πρέπει να συντάχθηκε αρχικά στα ελληνικά (Ελληνιστική Κοινή Γλώσσα), στα μέσα με τέλη του 2ου μ.Χ. αι, αφού υπήρξε στόχος των επιθέσεων ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της πρώιμης χριστιανικής Εκκλησίας, του Ειρηναίου επισκόπου Λουγδούνου της Γαλατίας (η σημερινή Λιόν της Γαλλίας). Στο πεντάτομο έργο του «Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως», που γράφτηκε γύρω στο 180 μ.Χ., αναφέρεται σε αυτό. Σήμερα το ελληνικό πρωτότυπο έχει χαθεί και σώζεται μία κοπτική μετάφραση. Οι αναλύσεις της μετάφρασης με άνθρακα-14 που πραγματοποιήθηκαν από τον Τίμοθι Τζαλ του πανεπιστημίου της Αριζόνα έδωσαν μία χρονολόγηση γύρω στο τρίτο τέταρτο του 3ου αι. (συν-πλην μερικές δεκαετίες). Η χρονολόγηση έγινε από τα υπολείμματα παπύρου, το καρτονάζ, που χρησιμοποιήθηκαν για το δέσιμο στη ράχη του βιβλίου.
Το Ευαγγέλιο αυτό ήταν το τρίτο κείμενο ενός χειρογράφου γραμμένου σε πάπυρο, το οποίο αποκαλείται Codex Tchacos. Ο πάπυρος αυτός είναι ένα βιβλίο εξήντα έξι σελίδων και περιλαμβάνει τέσσερις απόκρυφες πραγματείες:
- την Επιστολή του Πέτρου στον Φίλιππο
- την Πρώτη Αποκάλυψη του Ιακώβου
- το Ευαγγέλιο του Ιούδα
- το Βιβλίο του Αλλογενούς
Στο Ευαγγέλιο αυτό ο Ιησούς διδάσκει στον Ιούδα Ισκαριώτη τα μυστήρια του σύμπαντος. Ο Ιησούς είναι ένας δάσκαλος που αποκαλύπτει τη σοφία και τη γνώση και όχι ο Θεάνθρωπος Σωτήρας που θυσιάζεται για να σώσει τον κόσμο από την αμαρτία.
Ο Ιούδας του Ευαγγελίου είναι μεν ο προδότης του Ιησού, ταυτόχρονα όμως είναι και ο ήρωας του βιβλίου. Μόνο ο Ιούδας, από όλους τους μαθητές, κατανοεί πλήρως ποιος είναι ο Ιησούς, στέκεται μπροστά του και μαθαίνει από αυτόν. Στο απόκρυφο Ευαγγέλιο προδίδει τον Κύριο συνειδητά και μετά από παράκληση του ίδιου του Ιησού. Για τον Ιησού ο θάνατος δεν είναι ένα τραγικό γεγονός, ούτε αναγκαίο κακό για να πραγματοποιηθεί άφεση αμαρτιών. Με τον θάνατο θα ελευθερωθεί ο Ιησούς από τη σάρκα και θα επιστρέψει στην ουράνια κατοικία του. Ο Ιούδας του βιβλίου τον συντρέχει να απαλλαγεί από το σώμα του και να ελευθερώσει τη θεϊκή του υπόσταση. Γι’ αυτό και ο Ιησούς λέει συγκεκριμένα στον Ιούδα: «Αλλά εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς. Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει». Αυτός είναι και ο σκοπός του συγκεκριμένου Ευαγγελίου. Η παρουσίαση της θετικής μορφής του Ιούδα είναι πρότυπο για όλους όσους επιθυμούν να γίνουν μαθητές του Ιησού. Γι’ αυτό και το Ευαγγέλιο του Ιούδα τελειώνει με την ιστορία της προδοσίας του Ισκαριώτη και όχι με τη Σταύρωση ή την Ανάσταση του Κυρίου. Ο αφοσιωμένος, πιστός και υπάκουος μαθητής του Ιησού, στο τέλος κάνει ακριβώς αυτό που επιθυμεί ο δάσκαλός του. Για τον λόγο αυτόν βέβαια ο Ιησούς του αναφέρει ότι θα περιφρονηθεί από τους άλλους μαθητές. Γι’ αυτό και ο Ιούδας λέει: «Στο όραμα είδα τον εαυτό μου, ενώ οι δώδεκα μαθητές με λιθοβολούσαν και με καταδίωκαν». Στο τέλος αυτός θα υψωθεί πάνω από αυτούς ως ο υπερέχων μαθητής: «Θα γίνεις ο δέκατος τρίτος και θα αναθεματιστείς από τις άλλες γενεές και θα έρθεις να κυβερνήσεις πάνω σε αυτές. Στις έσχατες μέρες θα αναθεματίσουν την ανύψωσή σου στην αγία γενεά» του επισημαίνει ο Ιησούς.
Η περιπέτεια του Codex Tchacos
Ο κώδικας Codex Tchacos, ο οποίος περιέχει μεταξύ άλλων και το Ευαγγέλιο του Ιούδα, ανακαλύφθηκε, το 1978, από αρχαιοκάπηλους, κατά την έρευνα ενός τάφου, στις πλαγιές του Τζέμπελ Καράρα, στο ποτάμι του Νείλου, κοντά στο χωριό Αμπάρ, 60 χλμ. βόρεια της πόλης Αλ Μίνια, στην περιοχή της Μέσης Αιγύπτου. Στην περιοχή οι κάτοικοι εκτός από αραβικά, μιλάνε και μία κοπτική διάλεκτο, τα σαχιδικά, η οποία είναι και η γλώσσα του κώδικα. Οι αρχαιοκάπηλοι πούλησαν τον κώδικα σε έναν Αιγύπτιο, τον Χάνα.
Μετά από μία αποτυχία πώλησης του κώδικα, ο Χάνα αποφάσισε να αναζητήσει κάποιο ίδρυμα που να διαθέτει ικανοποιητικούς πόρους, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στην υψηλή τιμή που ζήταγε για την πώλησή του. Κατάφερε να έρθει σε επαφή με τον Λούντβιχ Κένεν, μέλος του Τμήματος Κλασικών Σπουδών του πανεπιστημίου του Μίσιγκαν και αυτός με τον Ρόμπινσον, τον επικεφαλής της έρευνας των κοπτικών γνωστικών χειρογράφων που βρέθηκαν στην περιοχή του Ναγκ Χαμαντί της Αιγύπτου, λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1945. Ο Χάνα επειδή νόμιζε ότι ο κώδικας ήταν ίσης αξίας με εκείνα που είχαν βρεθεί στο Ναγκ Χαμαντί, ζητούσε πολύ μεγαλύτερο ποσό από αυτό που μπόρεσαν να μαζέψουν οι παραπάνω μελετητές. Οι διαπραγματεύσεις γρήγορα έφθασαν σε αδιέξοδο και το εγχείρημα της πώλησης του κώδικα κατέληξε σε αποτυχία.
Μετά από πολλές περιπέτειες, ο Χάνα, στις 3 Απριλίου 2000, κατάφερε να πουλήσει τον κώδικα στη Φρίντα Νούσμπεργκερ-Τσάκος. Ο κώδικας Codex Tchacos ονομάστηκε έτσι προς τιμή του Δημάρατου Τσάκου, πατέρα της παραπάνω εμπόρου αρχαιοτήτων. Η Τσάκος κατέθεσε, για αρκετούς μήνες, το χειρόγραφο για εξέταση στο πανεπιστήμιο του Γέιλ, το οποίο αρνήθηκε τελικά να το αγοράσει. Στη συνέχεια πούλησε τον κώδικα σε έναν Αμερικανό συλλέκτη, τον Φερίνι. Ο ίδιος το κατέψυξε για να διατηρηθεί. Η ψύξη όμως αυτή συνέβαλε στην αλλοίωση της ουσίας που κρατούσε τις ίνες του παπύρου, προκαλώντας του αποσύνθεση και ευθραυστότητα. Αρκετές σελίδες μαύρισαν και τα γράμματα έγιναν δυσανάγνωστα.
Η περιπέτεια του χειρογράφου συνεχίστηκε αφού ο αρχαιοσυλλέκτης δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τη Φρίντα Τσάκος και επέστρεψε το σύνολο των τμημάτων του αρχαίου χειρογράφου. Τελικά, ο κώδικας πουλήθηκε στο ελβετικό ίδρυμα Maecenas Foundation για διατήρηση και δημοσίευση. Η περιπέτεια του κειμένου έλαβε τέλος όταν εισήχθη επίσημα στην Ελβετία, στις 19 Φεβρουαρίου 2001, στο όνομα του ιδρύματος. Αμέσως έγινε κατανοητό ότι ο κώδικας είχε υποστεί μία σημαντική απώλεια της τάξης του 10-15% του υλικού του εξαιτίας της διάβρωσης. Το ίδρυμα, με τη βοήθεια πολλών μελών της επιστημονικής κοινότητας, φωτογράφησε, επανασυναρμολόγησε και μετέφρασε τον κώδικα.
Η σημασία των αποκρύφων διηγήσεων στη ζωή της Εκκλησίας υπήρξε αρνητική. Η πληθώρα αυτών των βιβλίων προκάλεσε αμφιβολίες, πνευματικό αναβρασμό και απώλεια του αποστολικού φρονήματος σε μεγάλη ομάδα πιστών. Εξαιτίας του τελευταίου, τοπικές Εκκλησίες διχάστηκαν, για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού εξέλαβαν απόκρυφα βιβλία ως θεόπνευστα και τα χρησιμοποιούσαν στη λειτουργική ζωή τους, με αποτέλεσμα τον μερικό αποπροσανατολισμό των πιστών τους. Η Εκκλησία με πληθώρα Πατέρων και Διδασκάλων (Ιγνάτιος Αντιοχείας, Ειρηναίος Λουγδούνος, Τερτυλλιανός, Ιππόλυτος Ρώμης, Μ. Αθανάσιος Αλεξανδρείας κ.ά.) πολέμησε αυτήν την κρίση και την προσπάθεια της αλλαγής και της νοθείας της αποστολικής παράδοσης. Η Εκκλησία κατόρθωσε τελικά να εκφράσει την αυτοσυνειδησία της, και να προστατεύσει τη γνησιότητά της παραμερίζοντας κάθε κίβδηλη παράδοση και κακόδοξη ερμηνεία των γεγονότων της Καινής Διαθήκης και της ζωής του ίδιου του Κυρίου. Η διαδικασία αυτή διήρκεσε τρεις ολόκληρους αιώνες. Η Εκκλησία βγήκε νικητής αφού πέτυχε να φανερώσει και να εκφράσει τη γνήσια παράδοσή της.





































































































