Γράφει ο Χρήστος Θεοδωράκης
Υποψήφιος διδάκτορας Γαλλικής – Συγκριτικής Φιλολογίας
Φιλόλογος – Ιστορικός Τέχνης
christostheodorakis86 @gmail.com
Για μια στάλα ψωμί που είχε απλώσει να πάρει
νηστικό καθώς ήταν το δόλιο παιδάκι,
του το σπάσαν το χέρι οι οχτροί· τέτοιο κρίμα
θα το πλύνει ποτέ των αιώνων το κύμα;
Μυρτιώτισσας «Θα ξεχάσω ποτέ;»
Μικροϊστορία μιας εφιαλτικής εποχής
Η 28η Οκτωβρίου ξεπερνά τα όρια του εορτασμού της εποποιίας του ’40 και μετατρέπεται σε φάρο μνήμης για τη σκοτεινή περίοδο της Κατοχής στην πρωτεύουσα. Πίσω από τη μακροϊστορία των μαχών και των διπλωματικών ελιγμών, βρίσκεται η μικροϊστορία του αθηναϊκού λαού: η μάχη της επιβίωσης, η συλλογική αλληλεγγύη και η άσβεστη προσδοκία της λύτρωσης.
Μέσα από τις παράλληλες μαρτυρίες δύο ξεχωριστών γυναικών θα ανασυνθέσουμε το χρονικό της κατεχόμενης Αθήνας.
Η πρώτη βιωματική κατάθεση ανήκει στη γιαγιά μου, Κυριακή Βαρελά. Γεννημένη το 1931, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, αντίκρισε το σκληρό πρόσωπο της Κατοχής στην τρυφερή ηλικία της πρώιμης εφηβείας. Τη νύχτα που οι γερμανικοί βομβαρδισμοί συγκλόνιζαν τον Πειραιά, άρπαξε τον μικρότερο αδερφό της από το χέρι και, προχωρώντας τοίχο-τοίχο μέσα στο σκοτάδι, κατέφυγαν στο Κολωνάκι, στο φιλόξενο σπίτι της νονάς της. Χρόνια αργότερα, ίδρυσε το δικό της ατελιέ στου Ψυρρή, έναν ζωντανό χώρο γεμάτο ραπτομηχανές και εργατικές τεχνίτριες.
«Πιο φοβερός ήχος από τις μπότες των Γερμανών, που περνούσαν αφηνιασμένοι κάτω από τα σφαλισμένα παράθυρα, δεν υπήρχε», τη θυμάμαι να αναπολεί με δέος στα ώριμα χρόνια της, πάνω από τη ραπτομηχανή Singer. «Φτώχεια και πείνα», με αυτές τις δύο λέξεις συμπύκνωνε την τραγωδία της Κατοχής. Με την πάροδο του χρόνου, χάρη στον αρχοντικό της χαρακτήρα και την εντέλεια της εργασίας της, η γιαγιά μου εξελίχθηκε σε μοδίστρα περιωπής και συνδέθηκε στενά με την οικογένεια Λιβανού. Τις πολύτιμες αυτές αναμνήσεις διέσωσε και κατέγραψε η μητέρα μου, Θεοδώρα.
Η δεύτερη μαρτυρία ανήκει στη διακεκριμένη λογοτέχνη, ηθοποιό και καθηγήτρια απαγγελίας Μυρτιώτισσα, κατά κόσμον Θεώνη Δρακοπούλου (1881-1968). Τη ρηξικέλευθη (ομο)ερωτική ποιητική της εξετάζω στο πλαίσιο της διδακτορικής μου διατριβής, με τίτλο «Εκθρονισμένες Βασίλισσες: Η ποιητική των εξόριστων θηλυκοτήτων στο έργο της Ρενέ Βιβιέν και της Μυρτιώτισσας». Στα ποιήματα «Της Κατοχής», η Μυρτιώτισσα κατέγραψε με σπάνια αμεσότητα την καθημερινή τραγωδία στους δρόμους της Αθήνας (τη λιμοκτονία, τους νεκρούς, την απελπισία των γυναικών) αλλά και τη φρενίτιδα της Απελευθέρωσης.
Οι δύο αυτές μαρτυρίες συνθέτουν ένα γυναικείο οδοιπορικό στα δεινά του αθηναϊκού λαού. Αποτυπώνουν τον αγώνα της επιβίωσης, την αντίσταση καθώς και την τελική απολύτρωση από τον γερμανικό ζυγό.
Η βασανιστική καθημερινότητα: Πείνα, αρρώστιες και φόβος
Η Αθήνα της Κατοχής υπήρξε πεδίο σκληρής δοκιμασίας για τους ανθρώπους της. Όπως καταγράφεται στις μαρτυρίες της εποχής, η οικονομική εξαθλίωση ήταν καθολική, οι ουρές για τα συσσίτια σάρωναν τους δρόμους και ο τρόμος από τις γερμανικές βιαιοπραγίες παραμόνευε σε κάθε γωνιά (Χαραλαμπίδης, 2012, σελ. 75-83).
Η Κυριακή Βαρελά διέκρινε στις γειτονιές της Αθήνας τις τραγικές αντιθέσεις της κατοχικής πραγματικότητας. Από τη μία πλευρά, οι Αθηναίοι προσπαθούσαν να διατηρήσουν την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά τους. Από την άλλη, η σκληρή βιοπάλη οδηγούσε όλο και περισσότερα άτομα στην εξαθλίωση, ακόμα και στον λιμό.
Ταυτόχρονα, οι αρρώστιες βρίσκονταν σε έξαρση, ιδίως ο τύφος, ο τυφοειδής πυρετός, η δυσεντερία και η μηνιγγίτιδα (Rachiotis et al., 2022). Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει η ίδια: «Πολύς κόσμος προσπαθούσε να βρει φαγητό όπως-όπως. Όταν περνούσαν τα τρένα των Γερμανών, πηδούσαν κι έκλεβαν ό,τι μπορούσαν.
Μετά τους βομβαρδισμούς των χωριών-λιμανιών, τρώγανε χαρούπια και σταφίδες. Καίγανε λάδι σε λυχνάρια. Δεν έπρεπε να έχουν φως. Οι άνθρωποι κρυβόντουσαν στα πηγάδια και στα καταφύγια. Μετά τον πόλεμο, πάλι, πολλή φτώχεια. Στα σχολεία μοιράζανε ψωμί και τυρί. Βοήθεια ήρθε απ’ την Αμερική» (Θεοδωράκη, 2018, σελ. 4).
Την ίδια εικόνα της πείνας και της απόγνωσης αποτυπώνει με συγκλονιστικό τρόπο η Μυρτιώτισσα στο ποίημά της «Θα ξεχάσω ποτέ;» (1965, σελ. 203-204):
Θα ξεχάσω ποτέ τη γυναίκα που εβόγκα
με το βρέφος απάνω στον άδειο μαστό της,
και κοιτώντας μακριά με μιαν έκφραση τρόμου
εξεψύχαγε αργά σε μιαν άκρη του δρόμου;
Η πείνα θέριζε, τα κάρα μάζευαν τους πεθαμένους από τους δρόμους. Τα σκυλιά, «που απ’ το σπίτι τα διώχναν με βία», «σε βλέπαν με μάτια γεμάτα απορία». Οι κατακτητές δεν δίσταζαν να σπάσουν το χέρι που άπλωνε το «δόλιο παιδάκι» για μια στάλα ψωμί. Οι Αθηναίοι αναρωτιούνταν με αγανάκτηση: «Τέτοιο κρίμα/θα το πλύνει ποτέ των αιώνων το κύμα;». Συχνά, ο πεσιμισμός λύγιζε «τις καρδιές» που ’ταν «στόχος, θροφή του θανάτου»· ακόμα και η λαχτάρα της Απελευθέρωσης μετριαζόταν μπροστά στο «ανομολόγητο δράμα».
«Θα μπορέσω τις φρίκες που ζω να ξεχάσω/να γευτώ τη χαρά και Λαμπρή να γιορτάσω;». Εγκλωβισμένη στη φρίκη της κατοχικής Αθήνας μαζί με τους υπόλοιπους επιζώντες, η ποιήτρια έβλεπε την προσδοκώμενη ημέρα της απελευθέρωσης ως μια αβέβαιη υπόθεση.
Αντίσταση, αλληλεγγύη και η σπίθα της ελπίδας
Για την «Κυρά Κούλα», όπως την αποκαλούσαν με αγάπη οι γείτονές της στο Χαλάνδρι, η πεμπτουσία της ζωής βρισκόταν σταθερά στην επιδίωξη του καλού και του ωραίου. Θυμόταν συχνά τις μέρες του πολέμου λέγοντας: «Στον πόλεμο πολλοί κάνανε αντίσταση πετώντας φυλλάδες και γράφανε στους τοίχους συνθήματα. Όταν τους πιάνανε, δεν τους ξανάβλεπε κανείς» (Θεοδωράκη, 2018, σελ. 4).
Στους στίχους της Μυρτιώτισσας από το ποίημα «Ένθερμος Θάνατος» (1965, σελ. 201), ο χαμός των αγωνιστών προσλαμβάνει διάσταση γλυκιάς θυσίας για την πατρίδα:
Έρχεται μ’ ολάνοιχτα φτερά
όμοιος μ’ έναν άγγελο Θεού,
το στρατιώτη αγγίζει τρυφερά
και με μια απαλότητα χαδιού
λέει: «Παιδί μου, να ’μαι, ήρθα, ιδές,
να σου στεφανώσω τα μαλλιά,
με μυρτιές και δάφνες απ’ αυτές
που άνθιζαν στα χρόνια τα παλιά».
Πλέον ακόμα και ο θάνατος είχε «αλλάξει μορφή». «Ωραίος, τρισεύγενος, φαιδρός», ήταν «μια γλυκύτατη επαφή», καθώς αποκοίμιζε στην αγκαλιά του τους μαχητές, σαν «σ’ αγκαλιά μανούλας λατρευτής». Η χαρά και η απόλαυση δεν είχαν φυσικά καμιά θέση στη ζωή των γυναικών της εποχής. Έτσι, το γλυκοκελάηδημα του αηδονιού στο ποίημα της Μυρτιώτισσας «Απόψε» (1965, σελ. 201-202) μπορεί να συγκινεί την ποιητική φωνή και να τη στρέφει προς το «χιλιορημαγμένο» περιβόλι, αλλά τελικά οι γρίλιες των παραθυριών κλείνουν ερμητικά και η σκέψη επιστρέφει στο δράμα της Ελλάδας.
Στο ποίημα «Έστησ’ απόψε» (σελ. 202-203), το ποιητικό υποκείμενο βυθίζεται στις σκέψεις του και ονειρεύεται -σε πείσμα της «μαύρης ετούτης ώρας» της Κατοχής- έναν άγνωστο κόσμο, έναν «καινούριον άνθρωπο», «που δεν έβαψε μ’ αίμα τ’ αγνό του χέρι/που βλόγησε ο Χριστός!» Πράγματι, συνταράσσει η διαπίστωση πως ούτε οι φρικαλεότητες του πολέμου ούτε η ανθρώπινη εξαθλίωση στάθηκαν ικανές να σβήσουν τη λαχτάρα του ανθρώπου για έναν κόσμο πιο δίκαιο και σπλαχνικό.
«Απολύτρωση» και το φως της Λευτεριάς
Όταν σήμανε η μεγάλη ώρα της Απελευθέρωσης, η πρωτεύουσα πλημμύρισε από ζητωκραυγές και δάκρυα ανακούφισης. Ο κατοχικός εφιάλτης έφτανε στο τέλος του, την ώρα που οι καμπάνες διαλαλούσαν χαρμόσυνα τη λύτρωση σε κάθε γωνιά της πρωτεύουσας. Η Μυρτιώτισσα, στο ποίημα «Απολύτρωση» (1965, σελ. 205), καταγράφει αυτό το ενθουσιώδες ξέσπασμα:
Πρώτη μου αγάπη και στερνή,
γλυκιά μου Αθήνα! Αθήνα,
σαν την τρελή γυρίζω·
φιλώ την πόρτα του φτωχού
που έχει θερίσει η πείνα,
γι’ αυτούς πανηγυρίζω!
Και τους φωνάζω: «Ελάτε, εμπρός!
Αφήστε στο κρεβάτι
το που σας τρώει μαράζι.
Πάρτε μαζί σας τα παιδιά,
σηκώστε το σακάτη!
Να, η Λευτεριά μας κράζει!»
Επίσης, συγκινητική είναι η αναφορά της Μυρτιώτισσας στις «χήρες, κοπέλες, μάνες» που βρίσκονται «κάτω απ’ το τρίδιπλο του πόνου [τους] μαντήλι». Οι χαροκαμένες γυναίκες καλούνται να πνίξουν τους στεναγμούς στα πικρά τους χείλη «γρικώντας τις καμπάνες». Παράλληλα, το ποιητικό υποκείμενο υπενθυμίζει πως «διατάζουν οι νεκροί απ’ τ’ ουρανού τα μάκρη» να μην κυλούν δάκρυα οδύνης σαν «από άγρια μπόρα», μα σαν «από γλυκόλαλη πηγή».
Ωστόσο, «τ’ ασπρογαλάζιο χρώμα» της Ελλάδας και της Λευτεριάς δεν κατορθώνει να απαλύνει τις πληγές που άνοιξαν οι αποτρόπαιες πράξεις των κατοχικών δυνάμεων. Στο ποίημα «Η σκλαβιά της θύμησης» (1965, σελ. 204-205), η ποιητική φωνή παρατηρεί πως, παρά την Απελευθέρωση, «πάνω στη γη μας βρίσκονται κάποια σημάδια ακόμα/απ’ τα εχθρικά ποδάρια».
Επιτέλους, Απελευθέρωση ήρθε· όμως η «φαρμακεύτρα ανάσα» του ναζισμού παρέμεινε ανεξίτηλα χαραγμένη στη συλλογική μνήμη. Σήμερα, συνιστά ιστορικό χρέος να μην αφήσουμε στη λήθη τις βαρβαρότητες, τις μισάνθρωπες ιδεοληψίες, ούτε όμως και τα ανδραγαθήματα της Αντίστασης (Tsoutsoumpis, 2016, σελ. 115-154). Έχουμε καθήκον να εμποδίσουμε πάση θυσία μια νέα αυγή όπου θα ανέτειλε «το ίδιο αστέρι», «αυτό που μας φανέρωσε νεκρά τα νέα τους χείλη, / τ’ αχρηστεμένο χέρι…».
Βιβλιογραφικές αναφορές
– Θεοδωράκη, Θ. (2018). 1900-1960 [Καταγραφή προφορικής μαρτυρίας της Κυριακής Βαρελά]. Αδημοσίευτο χειρόγραφο, Αρχείο Θεοδώρας Θεοδωράκη [Προσβάσιμο για ερευνητικούς σκοπούς], Αθήνα.
– Μυρτιώτισσα (1965). Άπαντα. Alvin Redman Hellas.
– Rachiotis, G., Papagiannis, D., Dardavesis, T., & Behrakis, P. (2022). Mortality and morbidity from infectious and non-communicable diseases in Greece during Axis/Nazi military occupation (1941-1944). Le Infezioni in Medicina, 30(1), 150-155. https://doi.org/10.53854/liim-3001-20
– Tsoutsoumpis, S. (2016). A history of the Greek resistance in the Second World War: The people’s armies (1st ed.). Manchester University Press. http://www.jstor.org/stable/j.ctvn96hm3
– Χαραλαμπίδης, Μ. (2012). Η εμπειρία της κατοχής και της αντίστασης στην Αθήνα. Αλεξάνδρεια.







































































































