Γράφει ο Φώτης Αλεξόπουλος
Οικονοµολόγος
Μέλος του ΙΝΚΑ/Γενική Οµοσπονδία
Καταναλωτών Ελλάδος
Η πρόωρη αποπληρωµή περίπου 13 δισ. ευρώ δηµόσιου χρέους µέσα στο 2026 αποτελεί µια σηµαντική εξέλιξη για την ελληνική οικονοµία. Είναι ένα µήνυµα προς τις διεθνείς αγορές ότι η Ελλάδα έχει περάσει σε µια διαφορετική εποχή.
Ωστόσο, η αποπληρωµή του χρέους από µόνη της δεν αρκεί.
Η πραγµατική πρόκληση για την Ελλάδα είναι να συνδυάσει τη µείωση του χρέους µε ισχυρή και διατηρήσιµη αύξηση του ΑΕΠ(Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν). Μόνο τότε η χώρα θα µπορέσει να δηµιουργήσει έναν πραγµατικά βιώσιµο οικονοµικό κύκλο, ο οποίος θα στηρίζεται στην παραγωγή, στις επενδύσεις, στην παραγωγικότητα και στην εξωστρέφεια.
Κατά το παρελθόν, η Ελλάδα γνώρισε την προηγούµενη δεκαετία µια πρωτοφανή δηµοσιονοµική κρίση. Το υψηλό δηµόσιο χρέος, τα µεγάλα ελλείµµατα και η απώλεια εµπιστοσύνης των αγορών δηµιούργησαν µια κατάσταση κατά την οποία το Ελληνικό ∆ηµόσιο αντιµετώπισε σοβαρό πρόβληµα πρόσβασης στις διεθνείς αγορές.
Το αποτέλεσµα ήταν η προσφυγή στους ευρωπαϊκούς µηχανισµούς στήριξης και η εφαρµογή προγραµµάτων δηµοσιονοµικής προσαρµογής.
Σήµερα η εικόνα είναι διαφορετική. Η Ελλάδα έχει επιστρέψει στις αγορές, έχει βελτιώσει σηµαντικά την πιστοληπτική της εικόνα και έχει τη δυνατότητα να σχεδιάζει την εξυπηρέτηση του χρέους της µε πολύ µεγαλύτερη ευελιξία.
Αυτό όµως δεν σηµαίνει ότι το υψηλό δηµόσιο χρέος έπαψε να αποτελεί πρόβληµα.
Το χρέος παραµένει ένα από τα σηµαντικότερα µεγέθη που πρέπει να διαχειριστεί η ελληνική οικονοµία.
Για αυτό άλλωστε αυτή την ιστορική στιγµή για την Ελλάδα , η δυνατότητα που έχει ώστε να προχωρήσει σε πρόωρη αποπληρωµή χρέους έχει πολλαπλή σηµασία.
– Πρώτον, µειώνει το ύψος των µελλοντικών υποχρεώσεων του ∆ηµοσίου.
– ∆εύτερον, περιορίζει την έκθεση της χώρας σε µελλοντικές µεταβολές του κόστους χρηµατοδότησης.
– Τρίτον, ενισχύει την αξιοπιστία της Ελλάδας απέναντι στους επενδυτές και στις διεθνείς αγορές.
– Τέταρτον, συµβάλλει στην περαιτέρω µείωση του λόγου δηµόσιο χρέος προς ΑΕΠ(Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν). Και αυτός ο τελευταίος δείκτης είναι ιδιαίτερα σηµαντικός.
Οι διεθνείς επενδυτές δεν εξετάζουν µόνο πόσα ευρώ χρωστά µια χώρα. Εξετάζουν κυρίως πόσο µεγάλο είναι το χρέος σε σχέση µε την οικονοµική της δυνατότητα να το εξυπηρετήσει.
Εποµένως, µια χώρα µπορεί να έχει υψηλό ονοµαστικό χρέος, αλλά εάν η οικονοµία της αναπτύσσεται, τα εισοδήµατα αυξάνονται και τα δηµόσια οικονοµικά παραµένουν υγιή, τότε η εικόνα της, στις αγορές µπορεί να βελτιώνεται σηµαντικά.
Εποµένως το πραγµατικό ζητούµενο , θα πρέπει να είναι για την Κυβέρνηση όχι µόνο λιγότερο χρέος, αλλά µεγαλύτερο ΑΕΠ(Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) και εδώ βρίσκεται το «µεγάλο µυστικό» και η µεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα.
Άλλωστε είναι σαφές ότι δεν µπορούµε να αντιµετωπίζουµε το δηµόσιο χρέος µόνο από την πλευρά των περικοπών και της δηµοσιονοµικής προσαρµογής , αλλά χρειάζεται να αυξήσουµε το Σηµαντικότερο ∆είκτη της Οικονοµίας που Ονοµάζεται ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν).
∆ηλαδή, µε απλά λόγια θα πρέπει να «µεγαλώσουµε» την Ελληνική Οικονοµία.
Εάν το ΑΕΠ(Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) αυξάνεται ταχύτερα από το χρέος, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ(Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) µειώνεται. Εάν ταυτόχρονα πραγµατοποιούνται πρόωρες αποπληρωµές, η αποκλιµάκωση γίνεται ακόµη ισχυρότερη.
Εποµένως, η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο αναπτυξιακό µοντέλο.
– Όχι ανάπτυξη που βασίζεται κυρίως στην κατανάλωση.
– Όχι ανάπτυξη που εξαρτάται υπερβολικά από τον τουρισµό και την οικοδοµή.
– Όχι ανάπτυξη που στηρίζεται σε δηµόσιες δαπάνες χωρίς αντίστοιχη αύξηση παραγωγικότητας.
Χρειαζόµαστε παραγωγή, επενδύσεις, εξαγωγές, καινοτοµία και υψηλότερη παραγωγικότητα.
Γνωρίζοντας όλα τα παραπάνω συνεχίζω να επιµένω για τις µεταρρυθµίσεις που χρειάζεται η Ελλάδα, δηλαδή:
Α) Ριζική µεταρρύθµιση της ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα ∆ηµόσιο:
– γρήγορο,
– ψηφιακό,
– αξιοκρατικό,
– αποτελεσµατικό,
– µε µετρήσιµους στόχους.
Η αξιολόγηση των υπηρεσιών πρέπει να συνδέεται µε πραγµατικά αποτελέσµατα και όχι µόνο µε την τυπική διεκπεραίωση διαδικασιών.
Β) Επιτάχυνση της ∆ικαιοσύνης
Η καθυστέρηση στην απονοµή της ∆ικαιοσύνης αποτελεί σηµαντικό αντικίνητρο για επενδύσεις.
Ο επενδυτής θέλει να γνωρίζει ότι, εάν υπάρξει µια διαφορά, θα µπορέσει να βρει λύση µέσα σε εύλογο χρονικό διάστηµα.
Η επιτάχυνση της ∆ικαιοσύνης, η ψηφιοποίηση των διαδικασιών και η αποτελεσµατικότερη διαχείριση των δικαστικών υποθέσεων αποτελούν εποµένως αναπτυξιακές µεταρρυθµίσεις
Γ) Σταθερό φορολογικό περιβάλλον
Μια επιχείρηση πρέπει να µπορεί να σχεδιάζει την επόµενη πενταετία χωρίς να γνωρίζει ότι το φορολογικό πλαίσιο µπορεί να αλλάξει επανειληµµένα.
Η Ελλάδα χρειάζεται:
– σταθερούς φορολογικούς κανόνες – απλούστερες διαδικασίες – περιορισµό της γραφειοκρατίας.
Η καταπολέµηση της φοροδιαφυγής πρέπει να στηρίζεται ολοένα περισσότερο στην ψηφιακή τεχνολογία και στη διασταύρωση δεδοµένων και λιγότερο σε οριζόντιες επιβαρύνσεις.
∆) Παραγωγική ανασυγκρότηση
Εδώ βρίσκεται ίσως το µεγαλύτερο στοίχηµα.
Η Ελλάδα πρέπει να αυξήσει τη συµµετοχή της παραγωγής στο ΑΕΠ.
Χρειαζόµαστε ισχυρότερη:
βιοµηχανία,
– µεταποίηση,
– αγροδιατροφή,
– τεχνολογία,
– φαρµακευτική παραγωγή,
– logistics,
– πράσινη οικονοµία,
– ναυτιλιακή δραστηριότητα,
– εξαγωγική επιχειρηµατικότητα.
Η χώρα δεν µπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην Τριτογενή παραγωγή.
Ε) Αγροτική οικονοµία, αγροδιατροφή και ενίσχυση του Πρωτογενή Τοµέα
Η Ελλάδα διαθέτει σηµαντικά συγκριτικά πλεονεκτήµατα στον αγροτικό τοµέα, αλλά µεγάλο µέρος της παραγωγής παραµένει χαµηλής προστιθέµενης αξίας.
Χρειάζεται µετάβαση από την απλή παραγωγή προϊόντων στην παραγωγή επώνυµων, πιστοποιηµένων και εξαγώγιµων προϊόντων.
Ελαιόλαδο, κρασί, φρούτα, γαλακτοκοµικά, κρέας και άλλα ελληνικά προϊόντα µπορούν να αποκτήσουν µεγαλύτερη διεθνή παρουσία.
Το ζητούµενο δεν είναι µόνο να παράγουµε περισσότερο αλλά να παράγουµε προϊόντα µεγαλύτερης αξίας.
Ζ) Τουρισµός υψηλότερης προστιθέµενης αξίας
Ο τουρισµός αποτελεί έναν από τους σηµαντικότερους πυλώνες της Ελληνικής Οικονοµίας.
Όµως η επόµενη ηµέρα δεν µπορεί να είναι απλώς «περισσότεροι τουρίστες».
Χρειάζεται: Καλύτερη ποιότητα, µεγαλύτερη διάρκεια παραµονής, υψηλότερη µέση δαπάνη και τουρισµό για όλο τον χρόνο, µε ενίσχυση στον Ιατρικό τουρισµό, συνεδριακό τουρισµό , πολιτιστικό τουρισµό, αγροτουρισµό, αθλητικό τουρισµό και τουρισµό ευεξία.
Η) Ενίσχυση των επενδύσεων
Το κράτος πρέπει να δηµιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο η ιδιωτική επένδυση θα αισθάνεται ασφάλεια.
Μικρές και µεσαίες επιχειρήσεις πρέπει να µπορούν να επενδύσουν σε:
– ψηφιακή τεχνολογία,
– αυτοµατοποίηση,
– έρευνα και ανάπτυξη,
– εξαγωγές,
– ανθρώπινο δυναµικό.
Η αύξηση της παραγωγικότητας των Ελληνικών Επιχειρήσεων είναι ένας από τους βασικούς δρόµους αύξησης του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν).
Σηµαντικός επίσης είναι ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που θα πρέπει να αποκτήσει µεγαλύτερη διοικητική και αναπτυξιακή ικανότητα, ώστε να µπορεί να συµµετέχει ουσιαστικά στον σχεδιασµό και στην υλοποίηση επενδύσεων.
Εποµένως, η µεταρρύθµιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί αναπόσπαστο κοµµάτι της εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής.
Είναι σαφές ότι η Ελλάδα χρειάζεται αύξηση της παραγωγικότητας.
Εάν ένας εργαζόµενος, µια επιχείρηση ή ένας παραγωγικός κλάδος µπορεί να παράγει περισσότερη αξία µε τους ίδιους πόρους, τότε αυξάνεται η συνολική παραγωγική δυνατότητα της οικονοµίας.
Γι’ αυτό η Ελλάδα χρειάζεται επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Παιδεία, επαγγελµατική κατάρτιση, πανεπιστήµια, έρευνα και σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας πρέπει να αποτελέσουν βασικούς πυλώνες της οικονοµικής πολιτικής.
Η πρόωρη αποπληρωµή των 13 δισ. ευρώ µπορεί να αποτελέσει ένα σηµαντικό κοµµάτι µιας µεγαλύτερης στρατηγικής.
Η στρατηγική αυτή πρέπει να είναι:
– Μειώνουµε το χρέος.
– Αυξάνουµε το ΑΕΠ(Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν).
– Βελτιώνουµε την παραγωγικότητα.
– Προσελκύουµε επενδύσεις.
– Αυξάνουµε τις εξαγωγές.
– Μεταρρυθµίζουµε το κράτος.
– Ενισχύουµε την επιχειρηµατικότητα.
Εάν όλα αυτά πραγµατοποιηθούν ταυτόχρονα, τότε η Ελλάδα µπορεί να περάσει σε έναν νέο οικονοµικό κύκλο.
Η χώρα πρέπει να αξιοποιήσει τη δηµοσιονοµική σταθερότητα που έχει επιτύχει για να πραγµατοποιήσει τις δύσκολες µεταρρυθµίσεις που αναβάλλονταν επί χρόνια.
Το πραγµατικό ζητούµενο δεν είναι απλώς να έχουµε µικρότερο δηµόσιο χρέος. Είναι να έχουµε µεγαλύτερη, ισχυρότερη και παραγωγικότερη ελληνική οικονοµία.
Μια οικονοµία που δεν θα χρειάζεται να δανείζεται για να καταναλώνει, αλλά θα δανείζεται όταν χρειάζεται για να επενδύει.
Η πρόωρη αποπληρωµή των 13 δισ. ευρώ µπορεί να αποτελέσει ένα σηµαντικό βήµα προς αυτή την κατεύθυνση.
Το επόµενο µεγάλο βήµα, όµως, είναι οι µεταρρυθµίσεις. Γιατί η πραγµατική έξοδος από την κρίση δεν ολοκληρώνεται όταν µειώνεται το χρέος. Ολοκληρώνεται όταν η Ελλάδα αποκτήσει µια οικονοµία που µπορεί να παράγει σταθερά περισσότερο πλούτο από ό,τι στο παρελθόν.
Και τότε, η µείωση του χρέους και η αύξηση του ΑΕΠ(Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) δεν θα είναι δύο ξεχωριστές πολιτικές. Θα είναι οι δύο πλευρές της ίδιας εθνικής στρατηγικής για µια οικονοµικά ισχυρότερη Ελλάδα.









































































































