Γράφει ο δρ. Αλέξιος Παναγόπουλος
Καθηγητής και ακαδηµαϊκός Ξένων Ακαδηµιών των Επιστηµών
Ο Γέρων Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός µέσω της γεωπολιτικής ερµηνευτικής µας, προειδοποιεί, για τη σχέση Ορθοδοξίας, Ελλάδας, Ρωσίας και Ανατολικής Μεσογείου.
Ο γράφων είχε την ιδιαίτερη τιµή να γνωρίσει προσωπικά τον γέροντα Ιωσήφ τον Κύπριο – δηλ. τον γέροντα Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό, εκ της Νέας Σκήτης στη Μονή Βατοπαιδίου, και να τον ακούσει ήδη από το 1981 και κατά τα επόµενα χρόνια. Για τον λόγο αυτό, η παρούσα σύντοµη ερµηνευτική παρέµβαση δεν επιχειρεί να παρουσιάσει µια εξ αποστάσεως αναφορά, αλλά µια ερµηνευτική γεωπολιτική προσέγγιση ενός πνευµατικού αγιορείτικου λόγου τον οποίο ο γράφων άκουσε διά ζώσης.
∆εν πρόκειται, ασφαλώς, για προσπάθεια µετατροπής της πνευµατικής παρακαταθήκης του γέροντα, σε µία συµβατική γεωπολιτική πρόβλεψη. Πρόκειται για την ανάγνωση ορισµένων προειδοποιητικών σηµείων των καιρών και σχηµάτων υπό το πρίσµα της σηµερινής διεθνούς γεωπολιτισµικής πραγµατικότητας.
Η αφήγηση που συνδέεται µε τον γέροντα Ιωσήφ εµφανίζεται ως ένα ιδιαίτερα δραµατικό γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό σενάριο, µε τη πιθανότητα µιας µεγάλης αναστάτωσης στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς επίσης µε την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, την εµπλοκή εξωτερικών δυνάµεων, τη πιθανή ρωσική κίνηση και, τελικά, τη µετατροπή µιας περιφερειακής κρίσης σε ευρύτερη διακρατική σύγκρουση.
Εδώ όµως χρειάζεται µια κρίσιµη διάκριση και σύνεση. Όταν γίνεται αναφορά από το γέροντα Ιωσήφ σε Εβραίους, αυτή δεν µπορεί και δεν πρέπει να αφορά ολόκληρο λαό ή µια ολόκληρη θρησκευτική κοινότητα. Εµείς ερµηνευτικά χρησιµοποιούµε τον όρο Ελίτ ή σιωνιστική ελίτ, αφορά συγκεκριµένα πολιτικά, ιδεολογικά ή κρατικά δίκτυα και γεωστρατηγικές και πολιτικές επιλογές και όχι τους Εβραίους ως λαό. Η γεωπολιτική ανάλυση οφείλει να διακρίνει τον απλό λαό από την σύγχρονη κυβέρνηση, την κοινωνία από την ιδεολογία και το κράτος από συγκεκριµένους µηχανισµούς εξουσίας.
Στο ερµηνευτικό επίπεδο, η εικόνα των Ελίτ ή σκοτεινών ελίτ µπορεί να διαβαστεί και ως συµβολική αναφορά στον κίνδυνο συγκέντρωσης της υπερεθνικής ισχύος, της τεχνοκρατικής επιτήρησης και του περιορισµού της ανθρώπινης ελευθερίας. Η σύγχρονη συζήτηση για την ψηφιακή ταυτότητα, την τεχνολογική επιτήρηση, τα συστήµατα τεχνητής νοηµοσύνης και τη διαχείριση των προσωπικών δεδοµένων προσδίδει σε αυτή την προβληµατική µια νέα διάσταση, για το κατά πόσο µειώνονται τα ανθρώπινα δικαιώµατα.
Εδώ εντάσσεται και η έννοια της ηλεκτρονικής σκλαβιάς, η οποία, ανεξάρτητα από τη πνευµατική της ερµηνεία, µπορεί να εξεταστεί πολιτικά και γεωπολιτικά ως προειδοποίηση απέναντι σε ένα σύστηµα όπου η τεχνολογία θα µπορούσε να µετατραπεί από εργαλείο ελευθερίας, σε ένα µηχανισµό καθολικής επιτήρησης. Η σύνδεση αυτή µε την Αποκάλυψη του Ιωάννη και την έννοια της αντι.χριστιανικής παγκόσµιας κυριαρχίας ανήκει στο πεδίο της εσχατολογικής ερµηνείας και δεν παρουσιάζεται ως επιστηµονικά αποδεδειγµένο γεωπολιτικό γεγονός, καθότι αυτό ερµηνεύεται από µόνο του στον καιρό του.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η θέση της Ορθοδοξίας µέσα σε αυτή την ερµηνεία. Η Ελλάδα, η Ρωσία και η Σερβία αποτελούν ιστορικούς φορείς της Ορθόδοξης παράδοσης. Η Ορθοδοξία, εποµένως, µπορεί να θεωρηθεί όχι µόνο ως θρησκευτικό φαινόµενο αλλά και ως ιστορικός, πολιτισµικός και ταυτοτικός παράγοντας του ευρύτερου ευρασιατικού χώρου.
Αυτό ακριβώς µας εξηγεί το γιατί η Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη σηµασία. Καθότι η Ελλάδα βρίσκεται στο σηµείο της συνάντησης των Βαλκανίων, της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και της Ευρώπης. Η χωρογεωγραφία της την καθιστά ταυτόχρονα ευρωπαϊκό κράτος, βαλκανικό κράτος, µεσογειακή δύναµη και ιστορικό κέντρο της Ορθοδοξίας.
Το γεωπολιτικό σενάριο που αποδίδεται στον γέροντα Ιωσήφ, µε τη Τουρκία να εµφανίζεται ως πιθανός φορέας µιας µεγάλης στρατιωτικής δοκιµασίας, αποκτά επικαιρότητα. Η δε εικόνα µιας Ελλάδας ως οικονοµικά εξασθενηµένης, πολιτικά διαιρεµένης και χωρίς εθνική αποφασιστική διακυβέρνηση, συναποτελεί ίσως το σηµαντικότερο σηµείο της ερµηνευτικής προειδοποίησης. Η αναφορά ότι η Ελλάδα µπορεί να έχει τυπικά κυβέρνηση, αλλά να στερείται της ελεύθερης πραγµατικής εθνικής διακυβέρνησης, µπορεί να ερµηνευθεί µε σύγχρονους όρους ως ο φόβος της απώλειας της γεωστρατηγικής αυτονοµίας.
Ένα κράτος µπορεί να διαθέτει θεσµούς, κοινοβούλιο και κυβέρνηση, αλλά εάν δεν διαθέτει οικονοµική ανθεκτικότητα, αµυντική ισχύ, ενεργειακή ασφάλεια, κοινωνική συνοχή και εθνική στρατηγική, η κυριαρχία του µπορεί να καταστεί αρκετά ευάλωτη.
Και εδώ έρχονται τα ιστορικά παραδείγµατα:
Ο Λεωνίδας, ο Αθανάσιος ∆ιάκος, ο Παπαφλέσσας, ο Ιωσήφ στο Κούγκι, οι Γενναίες Γυναίκες του Ζαλόγγου, δεν αποτελούν απλώς πρόσωπα ή επεισόδια µιας ηρωικής µυθολογίας. Συµβολίζουν, στο πλαίσιο αυτής της ερµηνείας, την έννοια και το κάλεσµα της αυτοθυσίας, της εθνικής αξιοπρέπειας και της άρνησης της υποταγής.
Η περήφανη ελληνική ψυχή δεν πρέπει να νοηθεί ως επιθετικός εθνικισµός. Μπορεί να νοηθεί ως πολιτική και ηθική ανθεκτικότητα ενός λαού απέναντι στην απειλή της βίας και της υποδούλωσης.
Στη συνέχεια, η αφήγηση του γέροντα Ιωσήφ µετακινείται προς τη Ρωσία. Η πιθανότητα να κινηθεί η Ρωσία στη περίπτωση της µεγάλης ελληνοτουρκικής κρίσης, συνδέεται µε έναν παλαιό γεωπολιτικό άξονα: Μαύρη Θάλασσα – Στενά – Ανατολική Μεσόγειος. Τα Στενά συναποτελούν διαχρονικά το γεωστρατηγικό σηµείο για τη ρωσική ναυτική δύναµη και γεωπολιτική ισχύ. Εποµένως, µια µεγάλη κρίση στην Τουρκία ή γύρω από τα Στενά, δεν θα µπορούσε να θεωρηθεί αποκλειστικά µόνο ελληνοτουρκική υπόθεση.
Η υπόθεση περί κλεισίµατος των Στενών, αποκτά, συνεπώς, ιδιαίτερη γεωπολιτική σηµασία. Μια τέτοια εξέλιξη θα µπορούσε να µεταβάλει δραστικά τις ισορροπίες στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο και να δηµιουργήσει πιέσεις στις σχέσεις Ρωσίας, Τουρκίας, Ηνωµένων Πολιτειών και ΝΑΤΟ.
Στο σενάριο αυτό, η ρωσική κίνηση προς τον ελληνικό χώρο, δεν θα παρέµενε αποµονωµένη. Θα µπορούσε να συνδεθεί γεωδυναµικά µε τη Μέση Ανατολή και την Παλαιστίνη, δηλαδή σε µια δεύτερη κρίσιµη γεωπολιτική ζώνη.
Και τότε εµφανίζεται το πλέον επικίνδυνο στοιχείο: η πιθανότητα µιας περιφερειακής σύγκρουσης που θα µπορεί να µετατραπεί σε πολυεπίπεδη διεθνή αντιπαράθεση. Οι Ηνωµένες Πολιτείες, το ΝΑΤΟ και οι ευρωπαϊκές δυνάµεις θα είχαν διαφορετικούς γεωστρατηγικούς υπολογισµούς από τη Ρωσία. Η Ελλάδα, ως µέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα βρισκόταν στο κέντρο ενός εξαιρετικά δύσκολου διλήµµατος: να υπερασπιστεί την εθνική της ασφάλεια, χωρίς να µετατραπεί σε ένα πεδίο σύγκρουσης ευρύτερων ανταγωνισµών.
Η αναφορά στην λεγόµενη ελληνική πατριωτική ενότητα αποκτά εδώ µια ιδιαίτερη σηµασία. Η ιδέα µιας ευρύτερης πνευµατικής ή πολιτισµικής σύγκλισης Ορθόδοξων λαών δεν θα είναι καινούργια. Ο Ρήγας Φεραίος, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Κοσµάς Φλαµιάτος και ο Παπουλάκος, ανήκουν σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και διαφορετικά ιδεολογικά περιβάλλοντα, αλλά µπορούν να χρησιµοποιηθούν ως παραδείγµατα µιας ευρύτερης προβληµατικής γύρω από την ελευθερία, την εθνική αυτοσυνειδησία, την Ορθοδοξία και την πολιτισµική συνέχεια.
∆εν θα πρέπει, ωστόσο, να µετατρέψουµε αυτούς τους ιστορικούς και οσίους άνδρες σε τεχνητούς πρωταγωνιστές µιας σύγχρονης γεωπολιτικής συµµαχίας. Η ιστορική αναλογία έχει αξία µόνον όταν συνοδεύεται από την ιστορική ακρίβεια. Η αναφορά του γέροντα Ιωσήφ, ακόµη και στην πιθανή εµπλοκή της Ιαπωνίας και άλλων κρατών, οι δείχνει πόσο δραµατικά µπορεί να διευρυνθεί ένα τέτοιο υποθετικό σενάριο. Σε έναν πολυπολικό κόσµο, µια κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αποκλείεται να επηρεάσει δυνάµεις που θα βρίσκονται πολύ µακριά από το γεωγραφικό της επίκεντρο, ιδίως όταν συνδέονται µε την ενέργεια, το εµπόριο, τις θαλάσσιες οδούς και τον ανταγωνισµό των µεγάλων δυνάµεων.
Η πλέον δραµατική εικόνα της αφήγησης του γέροντα Ιωσήφ είναι εκείνη της φοβερής σφαγής στην περιοχή της πρώην Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της απώλειας εκατοµµυρίων ανθρώπων. Αυτή δεν πρέπει να αντιµετωπίζεται ως βεβαιωµένη πρόβλεψη. Μπορεί όµως να λειτουργήσει και ως προειδοποίηση για το τι θα σήµαινε µια ανεξέλεγκτη περιφερειακή σύγκρουση σε έναν χώρο όπου τέµνονται η Ευρώπη, η Ρωσία, η Τουρκία, ο Καύκασος, η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος.
Τέλος, η αναφορά στον Ρωµαιοκαθολικό κόσµο και στο Βατικανό χρειάζεται επίσης ιστορική και επιστηµονική προσοχή. Η ιστορία των σχέσεων Ορθοδοξίας και Ρωµαιοκαθολικισµού είναι πράγµατι σύνθετη και περιλαµβάνει συγκρούσεις, ανταγωνισµούς, αλλά και περιόδους διαλόγου και συνεργασίας.
∆εν θεωρείται εκ προοιµίου ότι το Βατικανό θα διαδραµατίσει άσχηµο ρόλο, µπορεί όµως η πιθανότητα διαφορετικών γεωπολιτικών και εκκλησιαστικών προσεγγίσεων σε περίπτωση αναδιάταξης της ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια.
Το βαθύτερο ερώτηµα, τελικά, δεν είναι εάν κάθε λεπτοµέρεια της αφήγησης εκ του γέροντα Ιωσήφ θα επαληθευθεί. Το ουσιαστικό ερώτηµα είναι εάν η Ελλάδα θα είναι πνευµατικά, πολιτικά, οικονοµικά, δηµογραφικά και αµυντικά προετοιµασµένη για µια τέτοια µεγάλη γεωπολιτική ανατροπή. Ο γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός, όπως τον γνώρισε και τον άκουσε ο γράφων από το 1981 και στη συνέχεια, ανήκει σε µια πνευµατική παράδοση όπου δεν µπορεί να περιοριστεί µόνο σε απλές γεωπολιτικές προβλέψεις. Η αξία της µνήµης του βρίσκεται κυρίως στην προειδοποίηση µας, ώστε να µην υπάρξει τη στιγµή εκείνη η πνευµατική αδυναµία, η ιστορική λήθη και η εθνική αδράνεια.
Η γεωπολιτική δεν είναι προφητεία. Είναι η επιστήµη της ισχύος, του χώρου, των συσχετισµών και των κινδύνων. Η πνευµατική παράδοση, αντιθέτως, εξετάζει την ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στην ιστορία και στην ελευθερία. Η συνάντηση των δύο αυτών πεδίων δηµιουργεί ένα κρίσιµο µήνυµα για τον ελληνικό κόσµο: ∆εν θα πρέπει να περιµένουµε την κρίση για να ανακαλύψουµε εάν διαθέτουµε κράτος, κοινωνία, στρατηγική και πνευµατική αντοχή. Θα πρέπει να τα έχουµε οικοδοµήσει πριν από αυτήν. Και ίσως αυτή να είναι η ουσιαστικότερη ερµηνεία, η εγρήγορση, η ετοιµότητα και η αφύπνιση, όσων ο γράφων διάβασε ή άκουσε από τον γέροντα Ιωσήφ τον Κύπριο, τον Βατοπαιδινό, εκ της Νέας Σκήτης.








































































































