Γράφει ο Μάνος Κρανίδης
Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, MSc, CEO
«KRAMA PROPERTY», γραµµατέας ενηµέρωσης, µέλος ∆Σ ΠΟΜΙ∆Α, πρόεδρος ΕΝΙΒΟΠΑ,
δηµοτικός σύµβουλος Χαλανδρίου,www.kramaproperty.com
H στεγαστική κρίση αποτελεί σήµερα µία από τις µεγαλύτερες προκλήσεις για την ελληνική κοινωνία. Τα ενοίκια αυξάνονται µε ταχύτερο ρυθµό από τα εισοδήµατα, η απόκτηση κατοικίας γίνεται ολοένα δυσκολότερη και η φοιτητική στέγη µετατρέπεται κάθε Σεπτέµβριο σε έναν πραγµατικό αγώνα δρόµου για χιλιάδες οικογένειες. Παρ’ όλα αυτά, η δηµόσια συζήτηση επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στα κλειστά ιδιωτικά ακίνητα, σαν να βρίσκεται εκεί η βασική λύση ενός προβλήµατος που έχει βαθιές διαρθρωτικές αιτίες.
Η Ελλάδα όµως δεν είναι µια χώρα µεγάλων επενδυτικών funds ή λίγων µεγαλοϊδιοκτητών. Είναι µια χώρα πολυϊδιοκτησίας. Εκατοµµύρια Έλληνες διαθέτουν µία, δύο ή τρεις ιδιοκτησίες, αποτέλεσµα δεκαετιών αντιπαροχής, οικογενειακών µεταβιβάσεων και προσωπικής αποταµίευσης. Αυτή η ιδιαιτερότητα αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς ακινήτων και δεν µπορεί να αγνοείται όταν σχεδιάζεται στεγαστική πολιτική.
Την ίδια στιγµή, οι µεγαλύτεροι ιδιοκτήτες ακινήτων της χώρας είναι το Ελληνικό ∆ηµόσιο, οι φορείς του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα, οι δήµοι, τα πανεπιστήµια, τα ασφαλιστικά ταµεία, οι τράπεζες, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, η Εκκλησία και δεκάδες κοινωφελή ιδρύµατα. Κι όµως, ακόµη και σήµερα δεν υπάρχει µία ενιαία, πλήρης και δηµόσια εικόνα της ακίνητης περιουσίας τους. Πόσα ακίνητα διαθέτουν;
Πόσα είναι κενά; Πόσα παραµένουν αναξιοποίητα; Πόσα µπορούν να αξιοποιηθούν για κοινωνική κατοικία, φοιτητική στέγη ή άλλες δηµόσιες ανάγκες;
Το γεγονός ότι το ίδιο το ∆ηµόσιο βρίσκεται ακόµη στη διαδικασία καταγραφής και αξιολόγησης σηµαντικού µέρους της ακίνητης περιουσίας του αποδεικνύει ότι το πρόβληµα δεν είναι µόνο η έλλειψη κατοικιών. Είναι πρωτίστως η έλλειψη ολοκληρωµένης διαχείρισης. ∆εν µπορεί να σχεδιάζεται σοβαρή στεγαστική πολιτική όταν δεν υπάρχει πλήρης γνώση του διαθέσιµου αποθέµατος.
Και εδώ βρίσκεται η µεγάλη αντίφαση. Από τη µία πλευρά ζητείται από τους πολίτες να ενεργοποιήσουν τα ακίνητά τους, να ανακαινίσουν, να µισθώσουν και να συµβάλουν στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών. Από την άλλη πλευρά, οι µεγαλύτεροι θεσµικοί ιδιοκτήτες της χώρας εξακολουθούν να διατηρούν σηµαντικό αριθµό ακινήτων αναξιοποίητο ή χωρίς σαφή στρατηγική αξιοποίησης. ∆εν είναι λογικό να µεταφέρεται το βάρος της λύσης σε εκατοµµύρια ιδιώτες, όταν οι µεγάλοι κάτοχοι ακίνητης περιουσίας δεν έχουν προηγουµένως αξιοποιήσει το δικό τους χαρτοφυλάκιο.
Η πραγµατικότητα είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα σηµαντικό αναπτυξιακό κεφάλαιο το οποίο παραµένει σε µεγάλο βαθµό ανενεργό. ∆ηµόσια κτίρια που θα µπορούσαν να µετατραπούν σε κατοικίες, ανενεργές εγκαταστάσεις που θα µπορούσαν να φιλοξενήσουν φοιτητικές εστίες, οικόπεδα που θα µπορούσαν να αξιοποιηθούν µέσω σύγχρονων συνεργασιών δηµόσιου και ιδιωτικού τοµέα, εξακολουθούν να περιµένουν αποφάσεις, µελέτες και διοικητικές διαδικασίες.
Η στεγαστική κρίση δεν θα αντιµετωπιστεί µε επιδοτήσεις µόνο, ούτε µε τη µεταφορά της ευθύνης στους πολίτες. Χρειάζεται ένα ολοκληρωµένο Εθνικό Σχέδιο ∆ιαχείρισης Ακίνητης Περιουσίας. Πλήρης απογραφή όλων των δηµόσιων και θεσµικών ακινήτων. Ψηφιακό µητρώο. Κατηγοριοποίηση σε ώριµα, προς ωρίµανση και µη αξιοποιήσιµα ακίνητα. ∆ηµιουργία ενός µόνιµου µηχανισµού που θα µετατρέπει την ανενεργή περιουσία σε κοινωνική κατοικία, φοιτητική στέγη, δηµόσιες επενδύσεις και αστική αναζωογόνηση.
Η αντιµετώπιση του στεγαστικού προβλήµατος δεν είναι υπόθεση µόνο της αγοράς ούτε µόνο των ιδιωτών. Είναι πρωτίστως υπόθεση της Πολιτείας. Η αξιοπιστία της κρίνεται από το αν γνωρίζει, προστατεύει και αξιοποιεί πρώτα τη δική της περιουσία. Όταν οι µεγαλύτεροι ιδιοκτήτες ακινήτων της χώρας δεν έχουν ακόµη πλήρη εικόνα του χαρτοφυλακίου τους και σηµαντικό µέρος αυτού παραµένει ανενεργό, είναι τουλάχιστον αντιφατικό να αναζητούµε τη λύση αποκλειστικά στις αποφάσεις εκατοµµυρίων πολιτών που διαθέτουν µία µικρή προσωπική περιουσία. Η Ελλάδα χρειάζεται λιγότερες υποδείξεις και περισσότερη οργάνωση. Γιατί το στεγαστικό δεν είναι πρόβληµα έλλειψης ακινήτων. Είναι, πάνω απ’ όλα, πρόβληµα διαχείρισης.








































































































