Γράφει ο Βαγγέλης Παναγιωτουνάκος
Δικηγόρος (LL.M)
Δυστυχώς τα οικονομικά νέα σε σχέση με το ιδιωτικό χρέος δεν είναι καθόλου ευχάριστα. Συγκριτικά με το 2019 και πάντα σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα, το ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος της χώρας μας (δηλαδή με λίγα λόγια πόσες είναι οι κόκκινες οφειλές νοικοκυριών και επιχειρήσεων σε Τράπεζες, funds, ΑΑΔΕ, ΔΕΚΟ και ασφαλιστικά ταμεία) έχει αυξηθεί κατά περίπου 50 δισ. € (από 200 έχει σκαρφαλώσει στα 250).
Οι ρυθμίσεις που κατά καιρούς «ανοίγουν» για τους οφειλέτες είναι ελλιπείς και πανάκριβες. Λόγου χάρη, η τελευταία ρύθμιση των 72 δόσεων προϋποθέτει τα ληξιπρόθεσμα χρέη να μην έχουν δημιουργηθεί πέραν του έτους 2024 (που σημαίνει ότι τα χρέη του 2025 και του 2026 πρέπει να είναι ενήμερα) και το επιτόκιό της φθάνει στο δυσβάσταχτο 5,84%!
Αλλά ακόμα και ο μόνιμος μηχανισμός ρύθμισης, η περίφημη πλατφόρμα εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης χρεών, παρουσιάζει τεράστιες αδυναμίες. Οι πιο σημαντικές είναι οι εξής:
α) Δεν υπάρχει υποχρεωτικότητα αποδοχής της προτεινόμενης ρύθμισης από τις τράπεζες και τους servicers παρά μόνο για τους ευάλωτους οφειλέτες (εάν η τράπεζα διαφωνεί με την ευαλωτότητα μπορεί να προσφύγει δικαστικά, ενώ ο ευάλωτος δεν μπορεί εάν του απορρίψουν την αίτηση)
β) Υπάρχουν πολύμηνες καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση των αιτήσεων
γ) Τόσο οι ρυθμίσεις που αντιπροτείνουν οι τράπεζες και τα funds -ο οφειλέτης δεν έχει δικαίωμα αντιπρότασης- όσο και οι απορριπτικές απαντήσεις δεν αμφισβητούνται και δεν υπάρχει δυνατότητα βελτίωσης αμφισβήτησης ή και ακύρωσής τους μέσω δικαστικής οδού από τους οφειλέτες
δ) Τα νέα υψηλά τεκμαρτά εισοδήματα που καθιερώθηκαν για τους επιτηδευματίες επηρεάζουν τόσο τα όρια ευαλωτότητας αποκλείοντας ακόμη περισσότερους και δυσκολεύουν τις ίδιες τις ρυθμίσεις του εξωδικαστικού, καθώς προτείνονται ρυθμίσεις επί τεκμαρτών, ήτοι φανταστικών εισοδημάτων που είναι ψηλότερα από τα πραγματικά.
ε) Προκύπτουν υψηλά επιτόκια στις παραγόμενες ρυθμίσεις
στ) 13,5% το μέσο κούρεμα για οφειλές προς Δημόσιο και 28,5% προς Χ.Φ.
ζ) Ρυθμισμένα στον εξωδικαστικό περίπου 19.2 δισ. σε σύνολο ιδιωτικού χρέους 250 δισ. με άλλα 20,26 δισ. απορρίψεις! Εκ των 19,2 δισ. μόνο 5 δισ. αφορούν ρυθμίσεις σε τράπεζες και funds.
η) Το 30,2% των συνολικών οφειλών απορρίφθηκε με αιτιολογία την ανεπαρκή οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησης της ρύθμισης, Το 10,1% αφορά «άλλο» ως αιτιολόγηση, το 6,7% απορρίφθηκε γιατί υπάρχει ιστορικό αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς, λες και ο εξωδικαστικός δημιουργήθηκε για τους ικανούς και ενήμερους μόνο οφειλέτες.
Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί η πλήρης κατάργηση της πρώτης κατοικίας από το έτος 2020 και μετά, με τη νομοθέτηση ενός πολύ σκληρού πτωχευτικού κώδικα, βάσει του οποίου εισήχθη η πτώχευση και σε φυσικά πρόσωπα χωρίς εμπορική ιδιότητα (επιστήμονες, νοικοκυριά κ.λπ.), επιταχύνθηκαν και διευκολύνθηκαν οι διαδικασίες της πτώχευσης και απαλλοτριώθηκε χωρίς διακρίσεις η πρώτη κατοικία, ακόμα και για τους ευάλωτους με τα πενιχρά οικονομικά κριτήρια συμπολίτες μας (7 χιλ. ετήσιο ατομικό εισόδημα, 120 χιλ. αξία ακίνητης περιουσίας), οι οποίοι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να νοικιάζουν το σπίτι τους για 12 έτη κι εφόσον δεν έχουν καθυστερήσεις στην πληρωμή άνω των 3 μηνών, να την επαναγοράσουν χωρίς φυσικά να υπολογιστούν τα χρήματα που θα έχουν δώσει έως τότε! Ο δε φορέας διαχείρισης της πρώτης κατοικίας είναι ιδιωτικός, δρώντας με αυστηρώς ιδιωτικά οικονομικά κριτήρια.
Ως αποτέλεσμα έχουμε την τελευταία 5ετία και μετά τη λήξη της πανδημίας, ραγδαία αύξηση των πλειστηριασμών στη χώρα μας στις 60 και 70 χιλιάδες ανά έτος, με το προφίλ των περισσότερων πλειστηριαζόμενων ακινήτων να προσιδιάζει στη μικρομεσαία κατοικία, καθώς η πλειοψηφία των πλειστηριαζόμενων ακινήτων είναι τα διαμερίσματα, από 75 έως 100 τ.μ., ενώ το 75 % των κατοικιών έχουν αξία/τιμής πρώτης προσφοράς έως 150 χιλ. ευρώ).
Η μόνη αχτίδα φωτός σε όλη αυτή τη λαίλαπα ήταν η υπ’ αριθμό 6/2026 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που όρισε ξεκάθαρα και χωρίς αστερίσκους ότι ο υπολογισμός του τόκου (κυμαινόμενου ή σταθερού) θα γίνεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου των οφειλών δανείων με προσημέιωση την πρώτη κατοικία, στις περιπτώσεις που οι δανειολήπτες έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη και ζητούν προστασία και εξαίρεση της κατοικίας τους από τη ρευστοποίηση τη περιουσίας τους.
Κατά συνέπεια θα έπρεπε η Πολιτεία να μην είχε επιτρέψει να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα και να είχε εφαρμόσει δέσμη μέτρων ανακοπής του οικονομικού στραγγαλισμού των μικρομεσαίων νοικοκυριών και επιχειρήσεων της χώρας μας.
Όσον αφορά στις ρυθμίσεις του εξωδικαστικού μηχανισμού του Ν. 4738/2020 με τους χρηματοπιστωτικούς φορείς (τράπεζες, funds) προκρίνεται σταθερό επιτόκιο καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης του εξωδικαστικού με μάξιμουμ το 3%, ώστε η ρύθμιση να είναι βιώσιμη και να μην υπάρξει εκ νέου νέα γενιά κόκκινων δανείων, καθώς σε μακροχρόνιες ρυθμίσεις το ποσό του τόκου μηδενίζει την όποια διαγραφή, ενώ σε περιπτώσεις χωρίς διαγραφή οφειλής, το τελικό ποσό αποπληρωμής αυξάνεται δραματικά.
Επίσης πρέπει να καταστεί η πρόταση του εξωδικαστικού μηχανισμού υποχρεωτική και για όλους τους χρηματοοικονομικούς φορείς (τράπεζες, funds), στη λογική που συμβαίνει με το Δημόσιο, ανεξαρτήτως ορίου οφειλών και εισοδηματικών κριτηρίων (σήμερα 14 χιλ. ατομικό εισόδημα και 300 χιλ. όριο οφειλών). Αν δεν μπορεί να εφαρμοστεί η υποχρεωτικότητα της ρύθμισης, πρέπει άμεσα να αφαιρεθούν λόγοι απόρριψης της πρότασης από τους πιστωτές όπως «ιστορικό αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς» (αφού μιλάμε για κόκκινα δάνεια «ενήμερη οφειλή δεν χρήζει νέας ρύθμισης» (αφού μιλάμε για προσπάθεια εύρεσης πιο βιώσιμης λύσης), «ανεπαρκής οικονομική δυνατότητα ενεχομένων/αντικειμενική αδυναμία εξυπηρέτησης της αιτούμενης ρύθμισης» (καταργεί το ίδιο το νόημα της ύπαρξης του υπολογιστικού εργαλείου), «άλλος λόγος» «blank», δηλαδή κενό, μη αιτιολογία (οι αστειότεροι όλων των λόγων απόρριψης και ανάξιοι σχολιασμού), που αθροιστικά αγγίζουν το 70% των απορρίψεων από χρηματοπιστωτικούς φορείς! Επίσης αν δεν μπορεί να εφαρμοστεί η γενική υποχρεωτικότητα ρύθμισης, προτείνεται η αύξηση ορίου της β’ ευαλωτότητας με κατάργηση ή μεγάλη αύξηση του ορίου των οφειλών και με αύξηση των εισοδηματικών κριτηρίων και των κριτηρίων ακίνητης περιουσίας, ώστε να αυξηθούν οι υποχρεωτικές ρυθμίσεις.
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να γίνει κατάργηση της αντιπρότασης των πιστωτών, με σκοπό να γίνεται αποδεκτή η πρόταση του υπολογιστικού εργαλείου, το οποίο δημιουργήθηκε ακριβώς για να παράγει βιώσιμες λύσεις. Η μη υιοθέτηση της παραγόμενης πρότασης αλλά μιας αντιπρότασης των πιστωτών, οδηγεί σε πολύ πιο δυσμενέστερες λύσεις για τους οφειλέτες, μη βιώσιμες, κάτι το οποίο είναι αντίθετο με το νόημα και το πνεύμα του νόμου, πλην όμως οι οφειλέτες αναγκάζονται να το αποδεχθούν ως τη μοναδική γι’ αυτούς λύση. Αν δεν μπορεί να εφαρμοστεί η κατάργηση της αντιπρότασης των πιστωτών, θα πρέπει να καθιερωθεί ένα πλαφόν επί % (π.χ. 5%,10%) για το ύψος της κατατεθειμένης αντιπρότασης, από το οποίο δεν θα μπορεί να παρεκκλίνει σε σχέση με την αρχική πρόταση του υπολογιστικού εργαλείου. Κατά την ίδια λογική, να έχει δικαίωμα αντιπρότασης και ο οφειλέτης!
Σε περίπτωση απόρριψης, να θεσμοθετηθεί η παροχή ένδικου βοηθήματος στους οφειλέτες κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, ώστε να μπορούν δικαστικά να τεκμηριώσουν τη δική τους πρόταση, ως μια βιώσιμη πρόταση ρύθμισης οφειλών.
Να καταργηθεί το ένα έτος υποχρεωτικής αναμονής για νέα αίτηση νέων οφειλών, καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών και μοιραία στην αδυναμία εξυπηρέτησης οποιασδήποτε ρύθμισης.
Να υπάρξει δυνατότητα μεγαλύτερων διαγραφών, ειδικά όταν μιλάμε για τόκους υπερημερίας πολλών ετών και προσαυξήσεις, καθόσον η μείωση του ιδιωτικού χρέους θα έρθει με την αποπληρωμή των βασικών οφειλών, και όχι των μακροχρόνιων τόκων υπερημερίας ή των τόκων της ρύθμισης. Διότι με τον υψηλό και αέναο εκτοκισμό της ρύθμισης, δημιουργούμε νέο τεχνητό ιδιωτικό χρέος.
Επίσης να υπάρχει δυνατότητα επιλογής οφειλών τις οποίες θέλουμε να ρυθμίσουμε και δυνατότητα συνέχισης της ρύθμισης από κληρονόμο ή λοιπό ενεχόμενο (εγγυητή, συνοφειλέτη) σε περίπτωση θανάτου του αιτούντα οφειλέτη.
Η παραγόμενη πρόταση να μην ξεπερνάει το 40% του εισοδήματος του αιτούντα οφειλέτη. Δυνητικά το ποσοστό αυτό θα μπορούσε να αυξάνεται, όσο αυξάνονται τα εισοδήματα, αλλά σε κάθε περίπτωση να υπάρχει ένα πλαφόν.
Όσον αφορά τις διμερείς ρυθμίσεις με το Δημόσιο εκτός εξωδικαστικού, και πάλι το επιτόκιο δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 3% και να δίνεται η δυνατότητα περισσότερων δόσεων, όπως είχε γίνει στο παρελθόν (120) με διαγραφή παλιότερων τόκων και προσαυξήσεων, ώστε οι ρυθμίσεις να είναι βιώσιμες.
Τέλος για την πρώτη περίμετρο των πιο ευάλωτων συμπολιτών μας που σήμερα γίνονται μισθωτές στην πρώτη κατοικία τους, θα μπορούσε κάλλιστα στη λογική του νόμου Κατσέλη να αυξηθούν τα όρια της περιμέτρου αυτής (λ.χ. να προσαυξηθούν κατά 80%), να υπάρχει ανάληψη από το κράτος των δανείων της παραμέτρου αυτής, είτε ανάληψη της διαχείρισής τους, ρύθμιση αυτών με ανάλογες διαγραφές εν σχέσει με το διαθέσιμο εισόδημα και σταδιακή ή εφάπαξ αποπληρωμή των χρηματοπιστωτικών φορέων.
Η Πολιτεία οφείλει να θεσμοθετήσει άμεσα δέσμη μέτρων ανακούφισης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεών μας που αποτελούν τη μικρή και μεσαία αστική μας τάξη, με γνώμονα την πραγματική μείωση του ιδιωτικού χρέους και την προστασία της πρώτης κατοικίας και όχι να τους πτωχεύει μαζικά.








































































































