Γράφει ο
Γιώργος Μελέας
π. Πρόεδρος των Ελλήνων & Ευρωπαίων Εθνικών Εμπειρογνωμόνων
Tο Υπουργείο Εσωτερικών έθεσε σε διαβούλευση, η οποία ολοκληρώθηκε στις 28 Αυγούστου, νομοσχέδιο για την αναμόρφωση της βαθμολογικής διάρθρωσης συστήματος προαγωγών και επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων. Ήδη οι επισημάνσεις και τα σχόλια από δημόσιους λειτουργούς και δη αυξημένων προσόντων, όπως οι εμπειρογνώμονες, εντόπισαν σειρά σοβαρότατων παραλείψεων.
Ειδικότερα, όσον αφορά τους Έλληνες εθνικούς εμπειρογνώμονες, προς μεγάλη έκπληξη όλων, στα σχετικά άρθρα 7 και 12 δεν υπάρχει καμία απολύτως αναφορά σε αυτούς. Αόρατοι!
Λειτουργοί οι οποίοι αποσπώνται από την ελληνική Δημόσια Διοίκηση και έχουν επιλεχθεί με πλήρως αυστηρά αξιοκρατικά κριτήρια από τις Υπηρεσίες της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αμείβονται δε από τους Έλληνες φορολογούμενους πολίτες, είναι πλήρως απόντες!
Προκαλεί λοιπόν εύλογη απορία η απουσία ειδικής πρόβλεψης για την αναγνώριση και αυξημένη μοριοδότηση της υπηρεσίας των Αποσπασμένων Εθνικών Εμπειρογνωμόνων (ΑΕΕ) στα θεσμικά όργανα, τις Υπηρεσίες και τους Οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στους διεθνείς Οργανισμούς.
Είναι φανερό ότι αυτό είναι λάθος. Η απόσπαση και υπηρεσία δημοσίων υπαλλήλων στα ευρωπαϊκά όργανα και υπηρεσίες, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλός, αδιαφοροποίητος χρόνος δημόσιας υπηρεσίας. Αντιθέτως είναι χρόνος ευδόκιμος, κατά τον οποίον ο αποσπασμένος λειτουργός αποκτά πολλαπλή επαγγελματική εμπειρία, την οποία εν συνεχεία η ελληνική Δημόσια Διοίκηση οφείλει να αξιοποιεί στο έπακρο. Διαφορετικά οφείλει, επίσης, να εξηγήσει στους Έλληνες φορολογούμενους γιατί επωμίζονται το κόστος απόσπασής τους.

Ενδεικτικά, η εμπειρία συναδέλφων από άλλα κράτη μέλη: Η θητεία τους θεωρείται αυτοδίκαια προσόν για προαγωγή σε θέσεις ευθύνης. Οι επιστρέφοντες εντάσσονται σε «ευρωπαϊκές δεξαμενές ταλέντων» (EU talent pools). Αξιοποιούνται ως σύνδεσμοι μεταξύ εθνικής διοίκησης και ευρωπαϊκών θεσμών. Συμμετέχουν στην προετοιμασία προεδριών του Συμβουλίου της ΕΕ και σε διαπραγματεύσεις του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου, της συνοχής, καθώς και άλλων μεγάλων φακέλων. Αυτού του είδους η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό της Ελλάδας στην ΕΕ, δεν αξιοποιήθηκε ποτέ στην Ελλάδα με τοποθετήσεις κύρους ευθύνης. Αντιθέτως, οι επιστρέφοντες στις Υπηρεσίες τους αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή και βιώνουν συμπεριφορές δυσμένειας!
Οι ΑΕΕ επιλέγονται από τα ίδια τα θεσμικά όργανα της ΕΕ μέσω ανοικτής και ιδιαιτέρως απαιτητικής διαδικασίας. Συχνά μεταξύ υποψηφίων από όλες τις εθνικές διοικήσεις. Οι εμπειρογνώμονες καλούνται να εργάζονται με υψηλό βαθμό αυτονομίας σε πολυεθνικό και πολυγλωσσικό περιβάλλον, να χειρίζονται σύνθετους φακέλους ευρωπαϊκών πολιτικών, να συντονίζουν έργα και ομάδες, να συμμετέχουν σε διαπραγματεύσεις και διυπηρεσιακές διαδικασίες και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση, εφαρμογή και αξιολόγηση πολιτικών με ευρύτερο αντίκτυπο. Με άλλα λόγια, να λειτουργούν σε υψηλό επίπεδο καθηκόντων και λογοδοσίας.
Διοικητικά και κυρίως αξιοκρατικά είναι εσφαλμένο να εξομοιώνονται πλήρως, για σκοπούς μοριοδότησης, εμπειρίες δςιαφορετικής έντασης, πολυπλοκότητας, ευθύνης και θεσμικής εμβέλειας. Η ίση μεταχείριση καταλήγει άνιση με την όμοια και άστοχη αποτίμηση ουσιωδώς ανόμοιων υπηρεσιακών εμπειριών. Ποιος χάνει; Η ελληνική Δημόσια Διοίκηση και οι Έλληνες φορολογούμενοι πολίτες.
Οι παραλείψεις αυτές γίνονται ακόμη πιο εμφανείς στο άρθρο 4 του νομοσχεδίου. Συγκεκριμένα, ο βαθμός Γ’ «εξειδικευμένο στέλεχος», συνδέεται με την εις βάθος γνώση, την αντιμετώπιση σύνθετων ζητημάτων, την ανάλυση δεδομένων και τη διαμόρφωση τεκμηριωμένων προσεγγίσεων. Οι βαθμοί Β’ και Α’ συνδέονται με τη συνολική αντίληψη, τον συντονισμό, τη διαμόρφωση κατευθύνσεων, τη λήψη αποφάσεων και τον ευρύτερο αντίκτυπο του παραγόμενου έργου. Πρόκειται δηλαδή, και περιγράφονται ακριβώς, οι δεξιότητες που αποκτώνται και αποδεικνύονται καθημερινά στην πράξη κατά την υπηρεσία των ΑΕΕ στους ευρωπαϊκούς θεσμούς!
Μάλιστα, ενώ τα άρθρα 7 και 12 αναγνωρίζουν ως καθήκοντα ευθύνης μια σειρά θέσεων εκτός της συνήθους διοικητικής ιεραρχίας, εντούτοις δεν αναγνωρίζουν την υπηρεσία στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε ως ειδική επαγγελματική εμπειρία ούτε ως άσκηση καθηκόντων ευθύνης.
Έτσι, το προτεινόμενο σύστημα αποτιμά ως ανώτερο και μακράν σπουδαιότερο τον τυπικό οργανωτικό τίτλο και όχι το πραγματικό περιεχόμενο και το επίπεδο της εκτελούμενης υπηρεσίας και των καθηκόντων.

Η περίεργη αυτή ασυμμετρία αποτυπώνεται και σε άλλες διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου. Χαρακτηριστικά, το άρθρο 12 μοριοδοτεί ειδικά τη γνώση επίσημων γλωσσών της ΕΕ, χωρίς όμως να αναγνωρίζει την πραγματική πολυετή άσκηση καθηκόντων μέσα στο ευρωπαϊκό διοικητικό και θεσμικό περιβάλλον. Επίσης, χωρίς καμία πρόθεση αμφισβήτησης στο ελάχιστο, του θετικού κοινωνικού σκοπού του άρθρου 96, το νομοσχέδιο προβλέπει ειδική νομοθετική εξομοίωση της πιστοποιημένης γνώσης της ελληνικής νοηματικής γλώσσας με επίπεδο γνώσης ξένης γλώσσας στη διαδικασία προσλήψεων!
Είναι πολύ δύσκολο να εξηγηθεί γιατί επιδεικνύεται τέτοια σπουδή στην εξειδίκευση για την αναγνώριση τόσο ιδιαίτερων τυπικών προσόντων, όπως η νοηματική, ενώ απουσιάζει οποιαδήποτε διαφοροποίηση για μια υφιστάμενη και αποδεδειγμένη διεθνή διοικητική εμπειρία, προφανώς άμεσα συναφή με την άσκηση καθηκόντων ευθύνης.
Θα αναμείνουμε πιθανές τελικές βελτιώσεις από την αρμόδια υφυπουργό Εσωτερικών κ. Βιβή Χαραλαμπογιάννη, ώστε να συμπεριλάβει άμεσα και με ρητή διάταξη την αναγνώριση και αυξημένη μοριοδότηση της υπηρεσίας – εμπειρίας των αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων στα όργανα και τις Υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στους διεθνείς Οργανισμούς. Οποιαδήποτε διαρκής παράλειψη αναγνώρισης του έργου των εθνικών εμπειρογνωμόνων αφήνει έκθετους και τους συντάκτες του νομοσχεδίου και τις προθέσεις τους απέναντι στους Έλληνες φορολογούμενους πολίτες.








































































































