Επιμέλεια: Λία Βαλάτα – Τσιάμα
Ιστορικός – Ερευνήτρια
Mετά την πρόσφατη ολοκλήρωση του ενταγμένου στο Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Θεσσαλίας 2014-2020 (ΕΣΠΑ 2014-2020) έργου «Βελτίωση επισκεψιμότητας Σπηλαίου Θεόπετρας, Π.Ε. Τρικάλων», το σπήλαιο Θεόπετρας άνοιξε εκ νέου για το κοινό.
Το έργο είχε ως στόχο την αποκατάσταση της λειτουργίας του σπηλαίου και την εκ νέου απόδοσή του στο κοινό με όρους απόλυτης ασφάλειας τόσο για το ίδιο το μνημείο, όσο και για τους επισκέπτες του. Η πράξη χρηματοδοτήθηκε από κοινοτικούς και εθνικούς πόρους και περιελάμβανε δύο υποέργα.
Το έργο αποκατάστασης της λειτουργίας του σπηλαίου Θεόπετρας υπήρξε ένα εξαιρετικά σύνθετο εγχείρημα, λόγω των σημαντικών τεχνικών δυσκολιών που παρουσίαζαν οι απαιτούμενες επεμβάσεις και της ιδιαιτερότητας που προσέδιδε η μεγάλη αρχαιολογική σημασία του χώρου. Για την ολοκλήρωσή του εργάστηκαν με ευσυνειδησία και υπευθυνότητα ειδικοί επιστήμονες (αρχαιολόγοι, μηχανικοί, βιολόγοι) και προσωπικό της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας και της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων Π.Ε. Τρικάλων.
«Το σπήλαιο της Θεόπετρας βρίσκεται στα δεξιά της διαδρομής από Τρίκαλα προς Καλαμπάκα, 3 χλμ. πριν από την τελευταία σε υψόμετρο περίπου 300 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας και 100 μ. πάνω από την πεδιάδα, στη βόρεια πλευρά ασβεστολιθικού όγκου που υψώνεται πάνω από το ομώνυμο Toπικό Διαμέρισμα του Δήμου Καλαμπάκας. Πολύ κοντά ρέει ο ποταμός Ληθαίος, παραπόταμος του Πηνειού, που στη συνέχειά του διασχίζει την πόλη των Τρικάλων. Η έκταση του σπηλαίου είναι περίπου 500 τ.μ. Η είσοδος είναι αψιδωτή διαστάσεων 17 μ. πλάτος επί 3 μ.ύψος και επιτρέπει στο φυσικό φως να εισέρχεται άπλετα στο εσωτερικό του.
Ακριβώς απέναντι βλέπει κανείς τους βράχους και τις μονές των Μετεώρων. Είναι η δυτικότερη προϊστορική θέση της Θεσσαλίας και γειτνιάζει άμεσα τόσο με τη θεσσαλική πεδιάδα όσο και με την οροσειρά της Πίνδου, τον Κόζιακα, και αυτά τα χαρακτηριστικά από τα δύο διαφορετικά φυσικά περιβάλλοντα αντανακλώνται και στις επιχώσεις του σπηλαίου».
Αυτά, μεταξύ άλλων, αναφέρει η Νίνα Κυπαρίσση – Αποστολίκα, Δρ Προϊστορικής Αρχαιολογίας, διευθύντρια των ανασκαφών του Σπηλαίου Θεόπετρας και επίτιμη διευθύντρια της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας του ΥΠΠΟ.
«Πιο αναλυτικά -τονίζει η Ν. Κυπαρίσση- στις επιχώσεις του σπηλαίου Θεόπετρας αποκαλύφθηκε η μεγαλύτερη γνωστή ως τώρα ακολουθία προϊστορικών επιχώσεων (περίπου 6 μ. πάχος), στην οποία εμπεριέχονται μέρος του Πλειστοκαίνου (Μέση και Ανώτερη Παλαιολιθική) και το Ολόκαινο (Μεσολιθική και Νεολιθική) σε συνέχεια, χωρίς διακοπή: η πρώτη φθάνει τα 4.50 μ. πάχος στην κεντρική περιοχή του σπηλαίου, όπου και το μεγαλύτερο πάχος των επιχώσεων, ενώ στην ανατολική και νότια περιφέρεια, όπου η ανασκαφή έφτασε ως το φυσικό ασβεστολιθικό υπόβαθρο, οι αντίστοιχες επιχώσεις δεν ξεπερνούν τα 2,50-3,00 μ. Ο βαθύτερος κεντρικός χώρος του σπηλαίου γέμισε επανειλημμένως από ιζήματα οφειλόμενα σε αποθέσεις νερού που δημιουργούσαν κατά περιόδους στο μεγαλύτερο, βαθύτερο και κεντρικότερο τμήμα του σπηλαίου μια λιμνάζουσα περιοχή.
Μιλάμε δηλαδή, για εισβολή μεγάλων ποσοτήτων νερού μέσω των καρστικών αγωγών της νότιας περιφέρειας του σπηλαίου, που προέρχονταν από την εξωτερική ανατολική επιφάνεια του βραχώδους σχηματισμού, συμπαρασύροντας πέτρες, οι οποίες είναι σήμερα ακόμη ορατές στις απολήξεις αυτών των αγωγών. Νερά έμπαιναν επίσης και από την πλατιά είσοδο του σπηλαίου.
Εκτιμάται ότι η σημαντικότερη τέτοια εισβολή νερού συνέβη προς το τέλος της Νεολιθικής περιόδου. Επιπλέον, ολόκληρο στρώμα πεσμένων βράχων και λίθων δημιουργήθηκε από την αποκόλληση και πτώση τεράστιου τεμάχους από την οροφή του σπηλαίου, που συμπλήρωσε και «μπέρδεψε» ακόμη περισσότερο την αρχαιολογική στρωματογραφία.
Η εισβολή νερών, παράλληλα με τα λαγούμια που δημιούργησαν μικρά ζώα, παρέσυραν αρχαιολογικό υλικό από ανώτερα στρώματα και το κατέβασαν βαθύτερα, και το αντίστροφο, δημιουργώντας πολλές φορές προβλήματα ερμηνείας στους ανασκαφείς μέχρι να διασαφηνιστεί η αιτία αυτών των ανακολουθιών (π.χ. μάζες πηλού ή/και όστρακα κεραμικά βρέθηκαν σε στρώματα της Μέσης Παλαιολιθικής). Ο ρυθμός απόθεσης αυτών των υγρών ιζημάτων υπολογίστηκε από τον γεωλόγο Δρ. Π. Καρκάνα από 0.5 έως 1.5 εκ./αιώνα. Οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια δημιουργίας αυτών των στρωμάτων δεν επέτρεπαν τη συχνή και εκτεταμένη χρήση του σπηλαίου, τουλάχιστον στην προαναφερθείσα κεντρική περιοχή. Η δεύτερη περίοδος, που αντιπροσωπεύει το Ολόκαινο (Μεσολιθική – Νεολιθική), δεν ξεπερνά συνολικά τα 1,50-2,00 μ. πάχος».
Οι εναλλαγές του κλίματος
Το κλίμα φαίνεται, πως άλλαξε επανειλημμένως στη διάρκεια χρήσης του σπηλαίου από τον άνθρωπο με την εναλλαγή θερμών και ψυχρών επεισοδίων, κατά τα οποία ο πληθυσμός του σπηλαίου αναλόγως αυξανόταν και μειωνόταν. Τα επεισόδια αυτά έχουν αφήσει τα κατάλοιπά τους στο σπήλαιο της Θεόπετρας, μοναδικό μάρτυρα αυτών των φυσικών αλλαγών σε αρχαιολογική θέση σε τόσο χαμηλό υψόμετρο μέχρι στιγμής στην Ελλάδα, ενώ είναι επίσης το νοτιότερο σημείο της Ευρώπης με τόσο έντονα χαρακτηριστικά παγετώνων στη διάρκεια του Πλειστοκαίνου. Αυτά τα ψυχρά χαρακτηριστικά εξηγούνται από τη γειτνίαση του σπηλαίου με την Πίνδο αλλά και από τον βορεινό προσανατολισμό της εισόδου του.
Από τη μικρομορφολογική εξέταση δειγμάτων όλων των στρωμάτων, προέκυψαν πολλές ψυχρές φάσεις που έχουν αποτυπωθεί στα ιζήματα: η πρώτη στο κατώτερο στρώμα του σπηλαίου, παλαιότερη δηλ. των 130-140.000 χρόνων πριν από σήμερα, η δεύτερη στο ανώτερο στρώμα της πρώτης καύσης, δηλαδή περίπου στην παραπάνω ηλικία. Αυτή επεκτείνεται ως τα 18.000 χρόνια πριν, που θεωρείται πέρας της τελευταίας παγετώδους περιόδου.
Μια εκτεταμένη καύση που εμφανίζεται στις αποθέσεις του σπηλαίου με τη μορφή πολλών εστιών φωτιάς, όλων στον ίδιο ορίζοντα, και έχει χρονολογηθεί στα περίπου χρόνια πριν από σήμερα (αρχή ισοτοπικού σταδίου 3) αντανακλά μια διακοπή των πολύ κακών κλιματικών συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή καθ’ όλο το διάστημα της τελευταίας παγετωνικής έξαρσης. Μετά την τελευταία μέγιστη παγετώδη περίοδο -Last Glacial Maximum- (35.000 έως 18.000 χρόνια πριν) φαίνεται πως αυξήθηκε ραγδαία ο πληθυσμός μέσα στο σπήλαιο, κρίνοντας από την αντίστοιχη εντυπωσιακή αύξηση των λίθινων εργαλείων σε αυτά τα στρώματα. Τέλος, στα 12.000 χρόνια περίπου πριν από σήμερα παρατηρήθηκε στο σπήλαιο το τελευταίο σύντομο ψυχρό επεισόδιο, επονομαζόμενο Younger Dryas που πιστοποιήθηκε εδώ για πρώτη φορά στην ανατολική Μεσόγειο.
Ποιοι άνθρωποι έζησαν στο σπήλαιο…
Εκτός των άλλων ευρημάτων, είχαμε την τύχη να βρούμε ανθρώπινες ταφές στη θέση εναπόθεσής τους, ώστε δεν μένει καμία αμφιβολία ότι υπήρχαν ένοικοι αυτού του σπηλαίου. Δύο ταφές αντιστοιχούν στη μεταπαγετώδη Ανώτερη Παλαιολιθική περίοδο και η μια έχει χρονολογηθεί στα 14.990-14.060 π.Χ.(16.940-16.004 cal BP-DEM 241), ενώ τρεις ακόμη ταφές αντιστοιχούν στη Μεσολιθική και έχουν χρονολογηθεί μεταξύ 7.000 και 7.500 π.Χ. (H ταφή της τελευταίας εικόνας εκτίθεται στο σπήλαιο και η πρώτη στο μουσείο). Όλοι οι σκελετοί ανήκουν στον τύπο του Homo Sapiens. Στα βαθύτερα στρώματα της Μέσης Παλαιολιθικής, αν και δεν βρήκαμε ταφές αυτής της περιόδου, είχαμε όμως την τύχη να βρούμε αποτυπώματα ανθρώπινων πελμάτων (ένα εύρημα σπανιότατο σε παγκόσμια κλίμακα), τα οποία όμως ήταν καλυμμένα, ώστε δύσκολα μπορεί να ανιχνεύσει κανείς ιδιαίτερα ανατομικά χαρακτηριστικά σε αυτά.
Εκτιμάται ωστόσο, σύμφωνα με τους τύπους των εργαλείων που βρέθηκαν σε αυτά τα στρώματα, ότι εκεί ζούσαν Neanderthal. Σύμφωνα με παλαιοπαθολογική ανάλυση σε ανθρώπινα οστά της Νεολιθικής περιόδου, τα περίπου 43 άτομα που υπολογίζεται να έζησαν αυτή την περίοδο στο σπήλαιο, φαίνεται πως ήταν αρκετά υγιή. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα ανάλυσης σταθερών ισοτόπων, η διατροφή τους φαίνεται πως βασιζόταν σε C3 φυτά, όπως το σιτάρι, το κριθάρι, ελιές και όσπρια, η παρουσία των οποίων επιβεβαιώνεται και με τα αρχαιοβοτανικά κατάλοιπα. Ζωικά λίπη, φυτικά έλαια και κερί μελισσών αναγνωρίστηκαν επίσης με αναλύσεις οργανικών καταλοίπων.
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η διατροφή τους περιλάμβανε λίγο κρέας από εξημερωμένα κυρίως ζώα, αν και υπάρχει η άποψη ότι αυτά τα συντηρούσαν κυρίως για τα δευτερογενή προϊόντα τους (μαλλί, γάλα, κ.λπ.), μια διατροφή δηλαδή που επικρατούσε στην Ελλάδα μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Παρά ταύτα, στο σπήλαιο βρέθηκαν και λίγα οστά ψαριών και όστρεα γλυκού νερού, πιθανότατα από τον παρακείμενο ποταμό Ληθαίο, ενώ 4 χλμ., μακρύτερα ρέει και ο Πηνειός.
Όσον αφορά στις χρονολογήσεις τονίζει: «Οι τεχνολογικές καινοτομίες και εξελίξεις έλαβαν χώρα στη διάρκεια σχεδόν 130.000 χρόνων ανθρώπινης παρουσίας στο σπήλαιο της Θεόπετρας. Οι χρονολογήσεις κυμαίνονται από τα 130.000 χρόνια πριν από σήμερα μέχρι τα 4.300-4.200 π.Χ. περίπου, και είναι ίσως ο περισσότερο χρονολογημένος αρχαιολογικός χώρος στην Ελλάδα.
Στη Θεόπετρα, εκτός των ραδιοχρονολογήσεων και της θερμοφωταύγειας, έχουμε και μια σειρά από χρονολογήσεις τέφρας που εντοπίστηκε στο σπήλαιο, μεταφερμένη με τον αέρα, που προέρχεται από εκρήξεις διαφορετικών ηφαιστείων και σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, δύο από τη νήσο Pantelleria κοντά στη Σικελία με ηλικίες 130.000 η μία και 45.000 η άλλη, και μία από τη δική μας Νίσσυρο, στα 55.000. Οι ηλικίες αυτές όχι μόνο εντυπωσιάζουν με την πληροφορία, αλλά και επιβεβαιώνουν τις πρώιμες χρονολογήσεις που έχουμε και με τις άλλες μεθόδους.
Η εγκατάλειψη του σπηλαίου από τους ενοίκους του γύρω στα 4.000 π.Χ. πιθανότατα συνδέεται με φυσικά φαινόμενα καθώς και με την εκμετάλλευση της γης με την καλλιέργεια: η έντονη δράση του νερού που μπήκε στο σπήλαιο μέσω των καρστικών αγωγών προς το τέλος της Νεολιθικής και η αποκόλληση και κατάπτωση μεγάλων τεμαχών από την οροφή, πάλι εξ αιτίας διάβρωσής τους, πιθανότατα ώθησε τους ενοίκους έξω από το σπήλαιο σε αναζήτηση άλλου τόπου εγκατάστασης και σε έναν τρόπο ζωής που γνώριζαν ήδη από υπαίθριους οικισμούς στην ευρύτερη περιοχή τους.
Τα παραπάνω συμπεράσματα είναι απόρροια πολλών μελετών της ανασκαφέως Δρ Νίνας Κυπαρίσση και της επιστημονικής ομάδας των συνεργατών της.
Λόγω της σπουδαιότητάς του για την ιστορία της Ν/Α Ευρώπης, το σπήλαιο αναδείχτηκε σε επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο, ενώ τα ευρήματά του αναδεικνύονται στο Μουσείο (Κέντρο Τεκμηρίωσης και Εκπαίδευσης Σπηλαίου Θεόπετρας) στην είσοδο του χωριού, όχι μακριά από το σπήλαιο.
Το Σπήλαιο Θεόπετρας και το Κέντρο Τεκμηρίωσης και Εκπαίδευσης Σπηλαίου Θεόπετρας, λειτουργούν καθημερινά, εκτός Τρίτης από 08:30-15:30.







































































































