Ο Κάρολος Λουδοβίκος Ντε Σεκοντά (μετέπειτα, Βαρώνος της Λα Μπρεντ και του Μοντεσκιέ) (Charles de Secondat, Baron de la Brede et de Montesquieu) (1689-1755), είχε σπουδάσει Νομικά και υπήρξε πολυγραφότατος, πολιτικός, φιλόσοφος και συγγραφέας.
Από την πληθώρα των πονημάτων του -που είχαν μεγάλη απήχηση κατά την εποχή τους- ξεχώρισε και τον απαθανάτισε το δίτομο, -υποδιαιρούμενο σε 31 βιβλία- έργο του με τίτλο «Το πνεύμα των νόμων… (L’ esprit des lois…)» (1748). Μέσα στο έργο αυτό και σ’ ανάλυση του τρόπου άσκησης της εξουσίας, ανέπτυξε τη θεωρία της «διάκρισης των εξουσιών» (βιβλίο 11, κεφάλαιο 6).
Κατά την πρωτότυπη αυτή θεωρία, η πολιτική εξουσία σ’ ένα Κράτος πρέπει να διαιρείται σε, α) Νομοθετική, β) Εκτελεστική, και, γ) Δικαστική. Οι διακριτές αυτές εξουσίες δεν πρέπει ν’ ασκούνται από ένα άτομο ή από ένα και μόνο Σώμα. Πρέπει να είναι τελείως ανεξάρτητες ώστε η κάθε μία, μόνη της, να μπορεί ν’ αντιρροπίσει τις, τυχούσες, υπερβάσεις της άλλης εξουσίας.
Αυτή η θεωρητική σύλληψη είχε ευρεία απήχηση στις, τότε, ευρωπαϊκές εξουσίες και θεωρήθηκε και εντάχθηκε μέσα στις τρέχουσες ουμανιστικές (ανθρωποκεντρικές) τάσεις που συντέλεσαν και επηρέασαν τις συνθήκες της μεγάλης αστικής επανάστασης στη Γαλλία (1789).
Ο ακόλουθος αιώνας -ο 19ος- υπήρξε γεμάτος από δημοκρατικών τάσεων επαναστάσεις (π.χ. Ελληνική 1821, Πολωνική, Βραζιλιάνικη, κ.ά.).
Για τους Αγγλοσάξωνες -ένθερμους υποστηρικτές των Μοναρχιών, ακόμα κι οι Γερμανοί έπρεπε να ηττηθούν κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο για ν’ απαλλαγούν απ’ τον βασιλικό θεσμό- οι διαμορφωμένες συνθήκες προοιωνίζανε μεγάλη εξάπλωση των δημοκρατικών συστημάτων στις χώρες, που είχαν, ήδη, αποτινάξει τον αποικιοκρατικό ιμπεριαλισμό.
Για να χαλιναγωγήσουν και τη «δημοκρατία», οι Αγγλοσάξωνες «εκπόνησαν» τη λεγόμενη «Κοινοβουλευτική Δημοκρατία – Parliamentary Democracy». Η «Κοινοβουλευτική Δημοκρατία» απαιτεί τη «Δεδηλωμένη» μιας κομματικής παράταξης μέσα σ’ ένα αιρετό (εκλεγμένο) Κοινοβούλιο. Οπότε, η κομματική παράταξη -ή Ένωση Κομμάτων- που έχει την «αποδοχή» της πλειοψηφίας στη Βουλή -αυτή, είναι η «Δεδηλωμένη»- έχει τη δυνατότητα να ασκεί «Εκτελεστική Εξουσία» και να αποκαλείται «Κυβέρνηση».
Στα σύγχρονα Κοινοβούλια, όμως, ασκείται και η νομοθετική διεργασία. «Νομοθέτης», λοιπόν, είναι το σύνολο των βουλευτών -ή της απαρτίας της συγκεκριμένης μέρας, κατά πλειοψηφία- που μπορεί να υπερψηφίσει ένα Σχέδιο Νόμου (Σ/Ν).
Αυτό σημαίνει ότι η εκάστοτε Εκτελεστική Εξουσία (Κυβέρνηση), που έχει την «Δεδηλωμένη» της Βουλής, έχει και την παντοδυναμία στο «νομοθετικό» επίπεδο.
Ταυτόχρονα, η Εκτελεστική Εξουσία (Κυβέρνηση), που διαχειρίζεται και τα οικονομικά μεγέθη της χώρας της -κατ’ επέκτασην, και το μισθολόγιο των μελών του Δικαστικού Σώματος- με τη μέθοδο του «καρότου» σαν δόλωμα, μπορεί να «κουλαντρίζει/μανιπουλάρει/χειραγωγεί» και τη Δικαστική Εξουσία.
Αυτό, λοιπόν, το στρέβλωμα («πετσικάρισμα»), που κάνανε οι Αγγλοσάξωνες πάνω στην έννοια και την ουσία της λέξης «Δημοκρατία», έχει επικρατήσει και επισείεται θριαμβικά ως επιβολή της «Λαϊκής Κυριαρχίας». Γι’ αυτό και στις, λεγόμενες, Εκλογές στον «Δυτικό Κόσμο», η αποχή -συνήθως- ξεπερνά την προσέλευση των ψηφοφόρων!
Συμπέρασμα: Η θεωρητική σύλληψη της «Διάκρισης των εξουσιών» του Μοντεσκιέ, σ’ ένα κράτος, αποτελεί μια ουτοπική ιδέα ή ένα καλό εφαλτήριο προκειμένης της εξαπάτησης των λαών!
Για την Ελλάδα, η μόνη λύση θα μπορούσε να είναι: Δύο Κοινοβούλια:
1) Ένα αιρετό των εκατό, περίπου, βουλευτών (η κάτω Βουλή). Αυτοί θα μπορούσε να εκλέγονται όπως σήμερα -από 25 ετών και άνω- και να συνθέτουν την Κυβέρνηση. 2) Ένα δεύτερο, αιρετό ομοίως, των εκατό, περίπου, βουλευτών (ή Άνω Βουλή). Αυτοί θα εκλέγονται, σε διαφορετικές χρονικά εκλογές -από 40 ετών μέχρι 65 ετών- και θα αποτελούσαν το ανεξάρτητο Νομοθετικό Σώμα. 3) Ένα πλήρως ανεξάρτητο Δικαστικό Σώμα, με εσωτερικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, ως προς τις προαγωγές των Δικαστών. Με πλήρως ανεξάρτητη μισθοδοσία, βάσει του ετήσιου προϋπολογισμού, που εκπονείται από την Κυβέρνηση της Κάτω Βουλής και επικυρώνεται από τη δεύτερη Βουλή (Άνω Βουλή).
Οι Βουλευτές και των δύο Κοινοβουλίων είναι πλήρους απασχόλησης – με «απουσίες» από Συνεδριάσεις και παρακράτηση μισθού. Και δεν μπορούν ν’ ασκήσουν βουλευτικά καθήκοντα πάνω από οκτώ (8), συνολικά στη ζωή τους, χρόνια. (Θα μπορούσαν ν’ ασχοληθούν με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και, πάλι, για πολύ περιορισμένο χρόνο – ίσως, τετραετία).
Ίσως, κάπως έτσι, να αναβίωνε το «πνεύμα» του Μοντεσκιέ ως προς τη θεωρία του, της διάκρισης των εξουσιών.
Λεωνίδας Μαγκλής








































































































