ΕΡΕΥΝΑ – ΚΕΙΜΕΝΟ
Γιώργος Πάλλης
Αναπληρωτής καθηγητής ΕΚΠΑ
O πιο μεγάλος θησαυρός της περιοχής του Αμαρουσίου, επί αιώνες, ήταν ο ελαιώνας που κάλυπτε μεγάλο μέρος της γης του και εξασφάλιζε την επιβίωση των κατοίκων του. Η πυκνότητά του και η ηλικία των δέντρων του εντυπωσίαζαν Έλληνες και ξένους ταξιδιώτες και επιστήμονες που επισκέπτονταν την περιοχή.
«Ο ελαιώνας του Μαρουσιού είναι ο ωραιότερος που έχω δει ώς τώρα, και για την ηλικία του, και για τις σκοτεινές σκιές του», έγραφε χαρακτηριστικά σε μια επιστολή του το 1832 ο Γερμανός αρχαιολόγος Λουδοβίκος Ρος, πρώτος καθηγητής της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ο πυρήνας του ελαιώνα βρισκόταν μεταξύ των σημερινών σιδηροδρομικών γραμμών του ΗΣΑΠ και της οδού Αμαρουσίου – Χαλανδρίου, από το ύψος της οδού Αγίου Κωνσταντίνου και προς τα νότια, εκατέρωθεν του ρέματος που προχωρούσε προς το Ολυμπιακό Στάδιο. Στον λεπτομερή χάρτη της Αττικής που εκπόνησε το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο τον προπερασμένο αιώνα, αποτυπώνεται με ακρίβεια η έκτασή του το έτος 1879, όταν είχε εξαπλωθεί προς το ρέμα του Χαλανδρίου.
Οι απαρχές της ελαιοκαλλιέργειας στην περιοχή αυτή είναι άγνωστες. Την παλαιότητά της υποδεικνύει η ηλικία ορισμένων δέντρων, όπως μπορούσε να εκτιμηθεί με βάση τις μετρήσεις των διαστάσεών τους. Ως προς αυτό, έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία του τοπικού ελαιώνα οι επιστημονικές μετρήσεις δέντρων που έγιναν από Ιωάννη Φρειδερίκο Ιούλιο Σμιτ (Johann Friedrich Julius Schmidt, 1825-1884), Γερμανό αστρονόμο και γεωφυσικό, επί σειρά ετών διευθυντή του Αστεροσκοπείου Αθηνών. Ο Σμιτ πραγματοποίησε τις μετρήσεις του το 1859 και τις δημοσίευσε στο βιβλίο του Beiträge zur physikalischen Geographie von Griechenland (Συμβολές στη Φυσική Γεωγραφία της Ελλάδος), το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 1861.

Οι μετρήσεις του Ιωάννη Σμιτ
Σύμφωνα με έναν άλλον Σμιτ, τον Φρειδερίκο, γεωπόνο και αρχικηπουρό των ανακτόρων επί Όθωνος και Γεωργίου Α’, το 1857 υπήρχαν στο Μαρούσι 14.400 ελαιόδεντρα. Ανάμεσά τους βρίσκονταν εκείνα που επέλεξε να μετρήσει ο Ιωάννης Σμιτ στις 29 Νοεμβρίου του 1859, με τη βοήθεια του διευθυντή του Βοτανικού Κήπου Θεόδωρου φον Χέλδραϊχ. Οι μετρήσεις περιλάμβαναν την περίμετρο και τη διάμετρο της βάσης του δέντρων, με το ορατό ριζικό σύστημα, την περίμετρο του κάτω μέρους του κορμού και κατά περίπτωση -π.χ. σε διακλαδώσεις του κορμού- άλλα σημεία που κρίνονταν απαραίτητα.
Oι δύο επιστήμονες μέτρησαν εδώ επτά ελαιόδεντρα, τα περισσότερα από τα οποία βρίσκονταν κοντά στον κεντρικό δρόμο, τη σημερινή λεωφόρο Κηφισιάς. Το μεγαλύτερο είχε περίμετρο βάσης 16,1 μέτρα και διάμετρο 5,12 μ. Κοντά του βρίσκονταν άλλες ελιές με περίμετρο βάσης από 10 έως 15 μ. Στο τότε εξωκκλήσι των Ασωμάτων (το σημερινό παρεκκλήσι των Ταξιαρχών στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας), υπήρχε ένα δέντρο με πυραμιδόσχημο φύλλωμα, με κάτω περίμετρο κορμού 6 μ. Στα Ανάβρυτα, που ανήκαν τότε στον Ελβετό Κάρολο Λοϊτβάιν, είδαν μια άλλη ελιά με περίμετρο κορμού 7 μ. Όπως σημειώνει ο Σμιτ στο τέλος της αναφοράς του, «ο αριθμός των τόσο μεγάλων δέντρων είναι αρκετά σημαντικός, και αυτά με διάμετρο 3 έως 4 πόδια είναι συχνά. Μερικά μπορεί κανείς να τα δει να στέκονται στο δρόμο, πάνω από το χαντάκι της οδού, έτσι ώστε κάτω από αυτά ή μέσα από κοιλότητες του κορμού, να ρέει το νερό».
Τις μετρήσεις του Σμιτ επιβεβαίωσε μισόν αιώνα αργότερα, το 1908, ο καθηγητής Δημήτριος Αιγινίτης, επίσης διευθυντής του Αστεροσκοπείου Αθηνών, στο βιβλίο του Το Κλίμα της Αττικής: «Εἰς τὸ Ἀμαρούσιον ὑπάρχουσιν (ἅν ὑπάρχουσιν ἀκόμη καθ’ ἥν στιγμὴν γράφομεν) ἐλαιόδενδρα ἀρχαιότερα τῶν Ἀθηνῶν· τὸ μεγαλήτερον ὅλων ἔχει περίμετρον κορμοῦ μὲν κάτω ὑπὲρ τὰ 6 μ. 50, ἐν δὲ τῇ βάσει ὑπὲρ τὰ 16 μ. 20· ἐσώζοντο δὲ μέχρι τινὸς καὶ ἄλλα, ἔχοντα περίμετρον βάσεως μὲν ὑπὲρ τὰ 15 μ. 50, κορμοὺ δὲ περὶ τὰ 6 μ. 20». Το σχόλιο του Αιγινήτη -«ἅν ὑπάρχουσιν ἀκόμη καθ’ ἥν στιγμὴν γράφομεν)»- έχει να κάνει με το γεγονός ότι στην εποχή του οι αιωνόβιες ελιές εξαφανίζονταν ταχύτατα, καθώς ξεριζώνονταν και έδιναν τη θέση τους σε άλλες, κερδοφόρες καλλιέργειες.
Οι απεικονίσεις του Τζέιμς Σκην
Σήμερα δεν έχει απομείνει τίποτε από τον αρχαίο ελαιώνα. Στη θέση του εκτείνονται τώρα συνοικίες, δρόμοι και λεωφόροι, ενώ μόνον εδώ και εκεί επιβιώνουν μερικά παλαιά ελαιόδεντρα, σε πεζοδρόμια και κήπους, όχι όμως της ηλικίας εκείνων που κατέγραψε ο Σμιτ. Τη μόνη δυνατότητα να αποκτήσουμε μια εικόνα του ελαιοδάσους του 19ου αιώνα μας δίνουν τα έργα του Τζέιμς Σκην (James Skene of Rubislaw), ενός Σκωτσέζου ευγενούς που έζησε στην Ελλάδα μεταξύ του 1838 και 1845 και ζωγράφισε πάμπολλα τοπία της. Ο γιός του, ο Χένρυ Τζέιμς Σκην, είχε αγοράσει το νότιο τμήμα του μετέπειτα κτήματος Συγγρού, και έτσι ο πατέρας γνώρισε καλά την περιοχή.
Ο Τζέιμς Σκην ζωγράφισε τον ελαιώνα του Αμαρουσίου τρεις φορές. Τα έργα αυτά βρίσκονται μοιρασμένα σε μουσεία της Ελλάδας και της Μεγάλης Βρετανίας. Η σειρά με την οποία τα φιλοτέχνησε δεν είναι γνωστή. Όπως προκύπτει από τα ημερολόγιά του, που φυλάσσονται στην Ακαδημία Αθηνών, φαίνεται ότι ο Σκην συνήθιζε να κάνει πρώτα ένα λεπτομερές σχέδιο, εκ του φυσικού, και να το χρωματίζει αργότερα με την τεχνική της υδατογραφίας. Έτσι εξηγείται η ομοιότητα των δύο έργων με τίτλο «Olive grove of Marousi» (Ελαιώνας του Αμαρουσίου), σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και στο Μουσείο Γουλανδρή Κυκλαδικής Τέχνης: και τα δύο, αναπαράγουν το ίδιο σχέδιο, το οποίο θα έκανε ο ζωγράφος επιτόπου. Στην παράσταση δεσπόζει μια πελώρια ελιά, με μεγάλη κουφάλα, ενώ γύρω της απλώνεται το δάσος των ελαιοδέντρων. Κάποιοι χωρικοί έχουν ανάψει φωτιά στον ίσκιο του· ένας άλλος τους παρατηρεί προχωρώντας καβάλα στο γαϊδουράκι του.
Η τρίτη υδατογραφία του Σκην, πάλι με τον τίτλο «Olive grove of Marousi» (Ελαιώνας του Αμαρουσίου), σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο, φιλοτεχνήθηκε το 1838 και διαφέρει από τις δύο προηγούμενες, καθώς απεικονίζει μια διαφορετική άποψη του ελαιώνα. Το τοπίο περιλαμβάνει έναν χωματόδρομο, υπό τον ίσκιο μιας θεόρατης ελιάς με παχύ κορμό, ενώ γύρω στέκουν άλλες συνθέτοντας ένα πυκνό δάσος. Ένα μικρό ρυάκι με νερό και ο μανδρότοιχος μιας ιδιοκτησίας ποικίλλουν την εικόνα. Ο ζωγράφος τοποθέτησε και εδώ έναν μικροσκοπικό χωρικό να διασχίζει τον δρόμο με το γαϊδουράκι του, θέλοντας έτσι να τονίσει το μέγεθος των δέντρων.
Οι υδατογραφίες του Σκην, αλλά και οι επιστημονικές μετρήσεις των Σμιτ και Αιγινίτη, μοιάζουν σχεδόν εξωπραγματικές, συγκρινόμενες με τη σημερινή μορφή του Αμαρουσίου. Μας θυμίζουν δε τον προφητικό λόγο του περίφημου αθηναιογράφου Δημητρίου Καμπούρογλου, ήδη από το 1920: «Δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ θεωροῦμεν ὑπερβολικὰς τὰς περιγραφὰς καὶ τὰς ἀπεικονίσεις τῶν περιηγητῶν τῶν παρελθόντων αἰώνων».






































































































