Γράφει ο Χρήστος Νικολόπουλος
Δρ. Θεολογίας – Βυζαντινολόγος
H πιο σημαντική πηγή για την επίσκεψη του μεγάλου Αλεξάνδρου στα Ιεροσόλυμα είναι το έργο Ιουδαϊκή Αρχαιολογία του Ιουδαίου ιστορικού Φλαβίου Ιωσήπου ή Γιωσέφ μπεν Ματιτιάχου (37-100 μ.Χ.), το οποίο γράφτηκε τετρακόσια περίπου χρόνια μετά τον θάνατο του Μακεδόνα βασιλιά.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Ιώσηπο, όταν ο Αλέξανδρος βρισκόταν στην περιοχή της Φοινίκης και πολιορκούσε την Τύρο, ζήτησε προμήθειες από τον Ιουδαίο αρχιερέα Ιαδδούς των Ιεροσολύμων. Ο αρχιερέας απάντησε ότι οι Ιουδαίοι είχαν ορκιστεί μὴ βαστάζειν ὅπλα κατ’ αὐτοῦ, καὶ τούτους ἕως ἂν ᾖ Δαρεῖος ἐν τοῖς ζῶσιν μὴ παραβήσεσθαι φήσαντος (1). Ο Αλέξανδρος εξοργίστηκε και απειλούσε να στραφεί εναντίον του αρχιερέα και των Ιουδαίων. Μετά από επτά μήνες πολιορκία της Τύρου η πόλη καταλήφθηκε και ο Αλέξανδρος προχώρησε στην πολιορκία της Γάζας. Η πόλη έπεσε μετά από δύο μήνες πολιορκία. Τότε ο Μακεδόνας στρατηλάτης στράφηκε προς το εσωτερικό της Ιουδαίας, τα Ιεροσόλυμα.
Ο Ιαδδούς τρομοκρατήθηκε λόγω της ανυπακοής του προς τον Αλέξανδρο. Διέταξε όλο τον λαό να κάνει ικεσίες και θυσίες προς τον Θεό. Ο Θεός όμως ειδοποίησε τον αρχιερέα, με όνειρο, να έχει θάρρος, να στολίσει την πόλη και να ανοίξει τις πύλες. Όλοι έπρεπε να ντυθούν με λευκά ενδύματα, ενώ οι ιερείς και ο ίδιος ο αρχιερέας θα έπρεπε να συναντήσουν τον Μακεδόνα, σύμφωνα με τους κανόνες του τελετουργικού τους, χωρίς κανένα απολύτως φόβο (2). Διαναστὰς δὲ ἐκ τοῦ ὕπνου ἔχαιρέν τε μεγάλως ο Ιαδδούς και ετοιμάστηκε να συναντήσει τον στρατηλάτη.
Τον Αλέξανδρο, στην πορεία του προς τα Ιεροσόλυμα, συνόδευαν και Φοίνικες και Χαλδαίοι οι οποίοι πίστευαν ότι, μαζί με τους Μακεδόνες, θα μπορούσαν να λεηλατήσουν την πόλη, λόγω της απειθείας της. Ο αρχιερέας μαζί με τον λαό περίμεναν τον ελληνικό στρατό έξω από την πόλη, στην τοποθεσία Σαφείν. Ο Αλέξανδρος μόλις αντίκρυσε το πλήθος να τον περιμένει, πλησίασε μόνος του, προσκύνησε τον αρχιερέα και τον ασπάστηκε (3). Οι Ιουδαίοι χάρηκαν πάρα πολύ με την αντίδραση του στρατηλάτη, ενώ ο στρατός του νόμισε ότι ο αρχηγός τους είχε χάσει τα λογικά του. Μόνο ο Παρμενίωνας είχε το θάρρος να τον ρωτήσει για την αλλόκοτη αυτή ενέργειά του. Γιατί ενώ όλοι προσκυνούσαν τον Αλέξανδρο αυτός προσκύνησε τον αρχιερέα; Τότε ο στρατηλάτης του απάντησε: «Δεν προσκύνησα το πρόσωπο του αρχιερέα, αλλά τον Θεό ο οποίος τον τίμησε με το αξίωμα του αρχιερέα» (4).
Μάλιστα ο Μακεδόνας στρατηλάτης συνέχισε την εξήγηση γι’ αυτήν την περίεργη πράξη του φανερώνοντας, στον αγαπημένο του φίλο και στρατηγό, ότι τον Θεό αυτόν είχε δει, φορώντας τα ίδια άμφια, σε όνειρο, όταν ήταν στο Δίον της Μακεδονίας. Τότε τον είχε παροτρύνει, με θάρρος, να εισβάλει στην περσική αυτοκρατορία και ότι θα νικούσε με τη βοήθειά του.
Στη συνέχεια, ο Αλέξανδρος μπήκε στην πόλη και με την καθοδήγηση του αρχιερέα προσέφερε θυσία στον Ναό του Σολομώντα. Κατόπιν, του έδειξαν το βιβλίο του προφήτη Δανιήλ, το απόσπασμα που αναφέρει ότι η περσική αυτοκρατορία θα καταλυθεί από έναν Έλληνα. Ο στρατηλάτης ικανοποιήθηκε με αυτά που γράφονταν και δήλωσε πρόθυμος να ικανοποιήσει οτιδήποτε του ζητούσαν. Ο Ιαδδούς ζήτησε το προνόμιο οι Ιουδαίοι να ζουν σύμφωνα με τους πατροπαράδοτους νόμους τους και να μην αποδίδουν τη φορολογία του εβδόμου έτους, του λεγόμενου «Σαββατικού» (5). Μάλιστα τα προνόμια αυτά επεκτάθηκαν και στους Ιουδαίους των περιοχών της Βαβυλώνας και της Μηδίας. Θα πρέπει να διευκρινισθεί, ότι κατά τη διάρκεια του σαμπατικού ή σαββατικού έτους, η γη έμενε χέρσα και απαγορευόταν το όργωμα, το φύτευμα και το μάζεμα της σοδιάς. Αυτό γινόταν κάθε επτά χρόνια με εντολή του Κυρίου και αναφέρεται με λεπτομέρειες στο Λευτικό (6).
Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί τι εξιστορείται στο βιβλίο του Δανιήλ. Ο προφήτης Δανιήλ είδε, σε όραμα, ένα κριάρι με δύο μεγάλα κέρατα, το ένα ψηλότερο από το άλλο, να εξουσιάζει όλη την κτίση και κανένα θηρίο να μη μπορεί να αναμετρηθεί μαζί του. Ξαφνικά όμως ένας τράγος, με ένα κέρατο ανάμεσα στα μάτια του, έτρεξε με δύναμη κατά του κριαριού και το συνέτριψε. Τότε το κέρατο του τράγου μεγάλωσε πάρα πολύ μέχρι που έσπασε σε τέσσερα σημεία (7).
Ενώ ο προφήτης Δανιήλ απορούσε για το όραμα που μόλις είχε δει, του εμφανίστηκε ο αρχάγγελος Γαβριήλ και του είπε: «Ο κριός που είδες με τα κέρατα είναι ο βασιλιάς των Μήδων και των Περσών, ενώ ο τράγος είναι ο βασιλιάς των Ελλήνων και το κέρατό του το μεγάλο ανάμεσα στα μάτια του είναι ο ίδιος ο πρώτος βασιλιάς τους. Όταν θα καταρρεύσει αυτός, θα φυτρώσουν από κάτω τέσσερα κέρατα, θα εμφανισθούν τέσσερις βασιλείς από το έθνος του αλλά δεν θα έχουν τη δύναμη εκείνου» (8). Αυτό το απόσπασμα διαβάστηκε στον Μέγα Αλέξανδρο όταν επισκέφτηκε τα Ιεροσόλυμα (9). Το βιβλίο του Δανιήλ σύμφωνα με τους περισσότερους ερμηνευτές της Παλαιάς Διαθήκης και την Ιουδαϊκή Συναγωγή γράφτηκε από τον ίδιο τον προφήτη Δανιήλ τον 6ο αι. π.Χ. (10) τριακόσια περίπου χρόνια πριν επαληθευτούν τα γεγονότα.
Τα παραπάνω γεγονότα της προσκύνησης του αρχιερέα και της εισόδου του Αλέξανδρου στα Ιεροσόλυμα δεν αναφέρονται καθόλου στο σύγγραμμα του Αρριανού (2ος αι. μ.Χ.) Αλεξάνδρου Ανάβασις (11), στο έργο του Quintus Curtius Rufus (1ος αι. μ.Χ.), Historia Alexandri Magni (12) καθώς και στους Βίους Παράλληλους του Πλουτάρχου.
Ο Αρριανός, αφού περιέγραψε με λεπτομέρειες την πολιορκία της Τύρου και της Γάζας, αναφέρει ότι ο στρατηλάτης συνέχισε την εκστρατεία του στην Αίγυπτο (13). Την ίδια ακολουθία των γεγονότων διηγούνται ο Rufus (14) και ο Πλούταρχος (15). Γιατί λοιπόν τα προηγούμενα γεγονότα αναφέρονται μόνο από έναν Ιουδαίο Ισραηλίτη, τον Ιώσηπο και τι σημασία είχαν για τον ιουδαϊκό λαό; Ο Ιώσηπος έβαλε τον Αλέξανδρο, που δεχόταν προσκύνηση από όλους τους κατακτημένους λαούς, να γονατίσει μπροστά σε έναν Ιουδαίο, προσκυνώντας τον Θεό τους. Άρα, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του, τον στρατηλάτη τον βασάνιζε το ερώτημα για το ποια θεότητα τον προστάτευε και του υποσχέθηκε στο Δίον την εκπλήρωση των σχεδίων του. Τώρα όμως το ταξίδι του βρήκε αληθινό νόημα. Η εκστρατεία αυτή απέβη ταξίδι αναζήτησης του θείου και η επίσκεψη στα Ιεροσόλυμα έγινε βίωση της αποκάλυψης του Θεού. Ο Ιώσηπος λοιπόν όρισε τον Αλέξανδρο ως υπηρέτη της θείας βούλησης.
Στην Παλαιά Διαθήκη είχαμε και άλλη μία προσκύνηση αλλόθρησκου και αλλοφύλου σε αντιπρόσωπο του Θεού των Ιουδαίων. Ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσωρ προσκύνησε τον Δανιήλ επειδή του εξήγησε ένα όνειρό του και ομολόγησε ότι: ὁ Θεὸς ὑμῶν αὐτός ἐστι Θεὸς θεῶν καὶ κύριος τῶν βασιλέων. (16) Και στις δύο περιπτώσεις λοιπόν οι βασιλιάδες προσκύνησαν τους ανθρώπους εκείνους που ήταν μεσίτες του Θεού και τους βοήθησαν να συνειδητοποιήσουν τις θεϊκές αποκαλύψεις που δέχτηκαν. Οι κατακτητές της Οικουμένης του αρχαίου κόσμου υποτάχθηκαν στον έναν Θεό, τον Θεό των θεών και Κύριο των βασιλιάδων, για να συνειδητοποιήσουν ότι η εξουσία που τους δόθηκε, παραχωρήθηκε από τον απόλυτο κύριο του κόσμου, τον Θεό των Ιουδαίων.
Δεν γνωρίζουμε λοιπόν σίγουρα αν ο Αλέξανδρος επισκέφτηκε ποτέ τα Ιεροσόλυμα ή, αν εισήλθε στην πόλη, του διάβασαν την προφητεία του Δανιήλ. Ή ακόμη και αν του έδειξαν την προφητεία πείστηκε ότι αναφερόταν σε αυτόν. Δυστυχώς οι πηγές δεν μας διαφωτίζουν σε αυτό. Ο μόνος που αναφέρει την επίσκεψη του Αλεξάνδρου στα Ιεροσόλυμα το έκανε εσκεμμένα για να προβάλει ότι ο Αλέξανδρος, όπως και οι προκάτοχοί του, κατέκτησε την Οικουμένη επειδή το θέλησε ο Θεός του Ισραήλ, ο μόνος αληθινός κοσμοκράτορας. Στον παραπάνω σκοπό τον βοήθησε και η προφητεία που ήδη είχε γραφτεί στο βιβλίο του Δανιήλ. Ο μεγάλος λοιπόν αυτός στρατηλάτης, με αυτόν τον τρόπο, εντάχθηκε στη βιβλική κατανόηση και θεώρηση της παγκόσμιας ιστορίας που έγραψε ο Ιώσηπος.
1. Ιώσηπος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία 11, 318.
2. Ό. π. 11, 326-327.
3. Ό. π. 11, 331: προσελθὼν μόνος προσεκύνησεν τὸ ὄνομα καὶ τὸν ἀρχιερέα πρῶτος ἠσπάσατο.
4. Ό. π. 11, 333: οὐ τοῦτον, εἶπεν, προσεκύνησα, τὸν δὲ θεόν, οὗ τὴν ἀρχιερωσύνην
οὗτος τετίμηται.
5. Ό. π. 11, 338: τοῦ δ’ ἀρχιερέως αἰτησαμένου χρήσασθαι τοῖς πατρίοις νόμοις
καὶ τὸ ἕβδομον ἔτος ἀνείσφορον εἶναι, συνεχώρησεν πάντα.
6. Λευτ. 25, 3-4: ἓξ ἔτη σπερεῖς τὸν ἀγρόν σου καὶ ἓξ ἔτη τεμεῖς τὴν ἄμπελόν σου καὶ συνάξεις τὸν καρπὸν αὐτῆς. τῷ δὲ ἔτει τῷ ἑβδόμῳ σάββατα, ἀνάπαυσις ἔσται τῇ γῇ, σάββατα τῷ Κυρίῳ· τὸν ἀγρόν σου οὐ σπερεῖς καὶ τὴν ἄμπελόν σου οὐ τεμεῖς.
7. Δαν. 8, 3-9.
8. Ό. π. 8, 15-22.
9. Ιώσηπος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία 11, 337.
10. Βλέπε Ν. Παπαδόπουλος, Σύντομος εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην, Αθήνα 1995,
σ. 140 και Π. Μπρατσιώτης, Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην, Αθήνα 1993, σσ. 431-438.
11. Αρριανός, Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις, A. G Roos & G. Wirth:
«Flavii Arriani quae exstant omnia vol. 1.» (έκδ. Teubner), Leipzig 1967.
12. Quintus Curtius Rufus, Historia Alexandri Magni, Florentia 1478.
13. Αρριανός, Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις, 2, 2.21-2.27.
14. Rufus, Historia Alexandri Magni, 4, 6-7.
15. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι: Αλέξανδρος, 25-27.
16. Δαν. 2, 47.





































































































