Διόλου τιμητική ήταν η εικόνα που έβγαλε προς τα έξω το Δημοτικό Συμβούλιο των Μελισσίων στη διάρκεια πρόσφατης συνεδρίασης, όπου -μεταξύ άλλων- συζητήθηκε μία πιθανολογούμενη μεταφορά παραρτήματος του ΟΚΑΝΑ σε νοσοκομείο της περιοχής. Από τη μία, ανενημέρωτοι -και γι’ αυτό ίσως υπερβολικά εξοργισμένοι- κάτοικοι απαιτούσαν από τη δημοτική αρχή την «εδώ και τώρα» σαφή δέσμευσή της ότι δεν θα δεχθεί επουδενί μια τέτοια «καταστροφική για την πόλη προοπτική». Από την άλλη, δημοτικοί σύμβουλοι, εξίσου ανενημέρωτοι, οι οποίοι ακροβατούσαν επικίνδυνα ανάμεσα στον εύκολο λαϊκισμό και την αυτοϋπονόμευση του ρόλου τους. Κάπου στη μέση η διοίκηση, η οποία ωστόσο δεν κατάφερε ν’ αντέξει έως το τέλος τις πιέσεις -δεδομένης και της αριθμητικής αδυναμίας της σε ό,τι αφορά τις ψηφοφορίες εντός του Σώματος- με αποτέλεσμα τελικώς να αποδεχθεί την έκδοση αρνητικού στην πιθανή έλευση του ΟΚΑΝΑ ψηφίσματος.
Μάταια οι ελάχιστες, αλλά φωτεινές εξαιρέσεις, προσπάθησαν να δείξουν ότι υπάρχει κι η άλλη πλευρά του φεγγαριού… Η φωνή τους, νηφάλια και ταυτόχρονα ανεκτική στα υπάρχοντα κοινωνικά προβλήματα, πνίγηκε μέσα στους θορυβώδεις διαμαρτυρόμενους πολίτες, κάποιοι εκ των οποίων, αν ο χώρος δεν ήταν αυτός του Δημοτικού Συμβουλίου, ίσως να είχαν κινηθεί κι απειλητικά απέναντι στους συμβούλους που τόλμησαν ν’ αρθρώσουν έναν διαφορετικό λόγο, απαλλαγμένο από αυτό το κακώς εννοούμενο πολιτικό κόστος.
Όση προσπάθεια κι αν κατέβαλε το Δημοτικό Συμβούλιο των Μελισσίων να καταλήξει σ’ ένα όσο το δυνατόν «στρογγυλεμένο» ψήφισμα, που να μη βγάζει προς τα έξω την εικόνα μιας φοβικής πόλης, φοβούμαι ότι όσοι παρακολούθησαν την προαναφερόμενη συνεδρίαση μάλλον δεν κατάφεραν παρά να σχηματίσουν αυτήν την εντύπωση. Με τη μόνη επιφύλαξη, ΙΣΩΣ, ότι οι πολίτες που βρίσκονταν στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου δεν αντιπροσώπευαν το σύνολο της μελισσιώτικης κοινωνίας.
Ωστόσο, το ΙΣΩΣ κρίνεται απαραίτητο, γιατί δυστυχώς τα δείγματα που έχουμε καθημερινά, μάλλον προς την αντίθετη κατεύθυνση οδηγούν. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο των Μελισσίων και δεν αφορά αποκλειστικά στους εξαρτημένους από ναρκωτικές ουσίες συνανθρώπους μας. Η υστερία που έχει καταλάβει την κοινωνία, αλλά και την πολιτική, με τους μετανάστες, αποτελεί άλλη μια σοβαρή παράμετρο που έχει να κάνει με τ’ αντανακλαστικά που διαθέτουμε ως πολίτες και ως φορείς.
«Μα δεν είναι πρόβλημα να έχεις δίπλα από σχολεία χώρους όπου θα συγκεντρώνονται ναρκομανείς κι έμποροι ή να μη μπορείς να βγεις στην πλατεία απέναντι από το σπίτι σου, επειδή έχει γίνει τόπος συγκέντρωσης και σύγκρουσης μεταναστών;», θ’ αναρωτηθεί εύλογα ο αναγνώστης. Και, βέβαια, είναι. Μόνο που η λύση σε αυτό το πρόβλημα δεν είναι να φύγει από εμάς και να πάει οπουδήποτε αλλού.
Ας το καταλάβουμε, εάν θέλουμε να βρούμε πραγματικά ρεαλιστικές και για τούτο εφικτές λύσεις σε αυτά τα μείζονα κοινωνικά θέματα, με τα οποία είμαστε αναγκασμένοι να συμβιώσουμε -κι άρα υποχρεωμένοι να τα διαχειρισθούμε- τα επόμενα χρόνια. Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με το να «εξορίσουμε» τον όποιο ΟΚΑΝΑ από τα όποια Μελίσσια ή να «σκουπίσουμε» την όποια περιοχή από τους μετανάστες. Αυτό που δεν θα συμβεί στη δική μας αυλή, θα συμβεί στου γείτονα και, κάποια στιγμή, ίσως να επιστρέψει και πάλι σ’ εμάς…
Οι φαύλοι κύκλοι δεν λύνονται με το να πετάμε ο ένας στον άλλον το μπαλάκι, αλλά με το να κάτσουμε όλοι μαζί και να δούμε τις εναλλακτικές δυνατότητες που έχουμε. Κι όταν γράφουμε όλοι μαζί, εννοούμε άπαντες. Κόμματα, οργανισμοί, φορείς, ενεργοί πολίτες, δημοσιογράφοι. Γιατί, δυστυχώς, όλοι οι παραπάνω εμπλέκονται κι ευθύνονται για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί και συνεχώς επιδεινώνεται.
Η εξουσία με το ν’ αγνοεί τα εδώ και δεκαετίες διογκούμενα κοινωνικά προβλήματα (ναρκωτικά, μετανάστευση κ.λπ.) ή, στην καλύτερη περίπτωση, να προσπαθεί να τα προσεγγίσει αποσπασματικά και μ’ επικίνδυνη προχειρότητα.
Τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας με το να προβάλλουν διαρκώς την αρνητική πλευρά τους, αγνοώντας επιδεικτικά τα θέματα που θα μπορούσαν να καλλιεργήσουν την ανοχή και τη συνεργασία των πολιτών για την καλύτερη ένταξη των όποιων μειονοτήτων ή ευπαθών κοινωνικών ομάδων στον κοινωνικό ιστό.
Οι ίδιοι οι πολίτες, οι οποίοι ξέρουν μόνο να χρησιμοποιούν το φθηνό μεταναστευτικό δυναμικό, στα σπίτια, στα εξοχικά, στις επιχειρήσεις τους, ακόμη και για να ικανοποιηθούν σεξουαλικά και την ίδια στιγμή πρωτοστατούν στην εκδίωξή του, μη διστάζοντας μάλιστα πολλές φορές να παίρνουν στα χέρια τους πρώτοι τον λίθο του αναθέματος.
Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στη μετανάστευση, εμείς οι Έλληνες οφείλουμε να είμαστε ακόμη προσεκτικότεροι και λόγω της παλαιότερης μετανάστευσης εργατικών χεριών στις ευρωπαϊκές -και όχι μόνο- φάμπρικες, αλλά και για την τωρινή μετανάστευση μυαλών. Κι ας αφήσουμε στην άκρη αυτά τα «εμείς όπου πήγαμε δεν δημιουργούσαμε προβλήματα, ενταχθήκαμε αμέσως στις τοπικές κοινωνίες κ.ο.τ.». Ας συζητήσει κάποιος με ανθρώπους από χώρες που είχαν Έλληνες μετανάστες και θα συνειδητοποιήσει ότι τα πράγματα δεν ήταν και τόσο… ιδανικά για την εθνική μας συμπεριφορά εκτός συνόρων.
Από εκεί και πέρα, ας δούμε πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε συνθήκες που να μας συμφιλιώνουν με τους αλλοεθνείς συνανθρώπους μας. Ας αντιληφθούμε ότι ο κόσμος στον οποίο καλούμαστε να ζήσουμε και να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας δεν μπορεί ν’ αποτελείται αποκλειστικά από «καθαρούς Έλληνες». Ας πιέσουμε τους κατέχοντες τις όποιες εξουσίες να δημιουργήσουν τις κατάλληλες υποδομές και συνθήκες για ν’ απορροφηθούν και να ενταχθούν -με τον ομαλότερο δυνατό τρόπο- οι μειονότητες κι οι ευπαθείς κοινωνικές ομάδες στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.
Οι φοβίες, οι αφορισμοί, οι εκκαθαρίσεις, οι αποκλεισμοί ουδέποτε βοήθησαν στην εκτόνωση της όποιας κρίσης. Αντιθέτως, εξέθρεψαν αντιδημοκρατικά καθεστώτα, τα οποία, όταν απέκτησαν δύναμη κι εξουσία, δεν περιόρισαν την εκδικητική τους μανία μόνο απέναντι στις μειονότητες, τις οποίες είχαν ως στόχο, αλλά επεκτάθηκαν και στον… πολιτισμένο κόσμο. Και κάπως έτσι, σε μία από αυτές τις περιπτώσεις, ξεκίνησε κι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος.
Θάνος Σταθόπουλος






































































































