Το παρόν κείμενο δεν έχει γραφεί σαν λίβελος εναντίον της συμπαθούς τάξης των ταξιτζήδων, ούτε βέβαια σκοπός του είναι να δηλώσει ότι για όλα τα κακά της χώρας φταίνε οι ταξιτζήδες. Τηρουμένων των αναλογιών θα μπορούσε να ισχύει για τους καθηγητές μέσης εκπαίδευσης, τους υδραυλικούς, τους ηλεκτρολόγους, τους μικροεμπόρους, τους αγρότες, τους λιανοπωλητές των λαϊκών αγορών και για πλήθος άλλων συμπαθών τάξεων της ελληνικής κοινωνίας.
Πιστεύω ότι δεν θα απείχαμε από την πραγματικότητα αν υποστηρίζαμε ότι σε μεγάλο ποσοστό ο ταξιτζής είναι ένας θυμωμένος άνθρωπος. Είναι θυμωμένος γιατί πλήρωσε 150.000 ευρώ για να αγοράσει την άδεια του ταξί και γνωρίζει ότι ο πωλητής κονόμησε εις βάρος του, γιατί την είχε πάρει τζάμπα μέσω κάποιου κολλητού του πολιτικού, είναι θυμωμένος γιατί όλη την ημέρα και τη νύχτα οδηγεί σε πολύ δύσκολες συνθήκες, είναι θυμωμένος γιατί προσπαθεί απεγνωσμένα να φτάσει το βιοτικό επίπεδο των άλλων, δηλαδή να αγοράσει καλό αυτοκίνητο και αν είναι δυνατόν και τζιπ, εξοχικό σπίτι, να σπουδάσει τα παιδιά του στο εξωτερικό και βλέπει ότι δεν τα καταφέρνει….
Έτσι θυμωμένος και αγανακτισμένος, αναζητά ένα αποδιοπομπαίο τράγο για να του φορτώσει… τα κακά της μοίρας του. Και ο πιο κοντινός και εύκολος στόχος είναι τα «λαμόγια» οι πολιτικοί, που βολεύονται οι ίδιοι και βολεύουν και τους φίλους τους, ενώ αυτός αισθάνεται ότι «βρίσκεται στην απέξω»…
Με κυρίαρχα λοιπόν τα συναισθήματα πίκρας, θυμού και αγανάκτησης εξασκεί το επάγγελμά του και αλλοίμονο αν κάποιος πελάτης του ζητήσει απόδειξη. Αυτόματα τον ταυτίζει με τους αδίστακτους πολιτικούς, που προσπαθούν μέσω της φορολόγησής του να του μειώσουν τη δυνατότητα να ικανοποιήσει τις πολυπόθητες ανάγκες του και να σταθεί στο ύψος των άλλων….
Επομένως οποιαδήποτε ανάλυση της συμπεριφοράς του ταξιτζή, όσον αφορά το θέμα της εκπλήρωσης ή μη των φορολογικών του υποχρεώσεων, δεν είναι δυνατόν να φθάσει στην αλήθεια, αν δεν λάβει υπόψη της τα αρνητικά συναισθήματα που τον βασανίζουν.
Ας δούμε όπως τα πράγματα όχι μόνο από την… ψυχολογική, αλλά και από την… ορθολογική, τεχνοκρατική πλευρά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η ετήσια φοροδιαφυγή των ταξιτζήδων ανέρχεται στο ποσό των 300.000.000 ευρώ (30.000 ταξί Χ ¬ 10.000 ετήσια φοροδιαφυγή έκαστο). Αν το ποσό πολλαπλασιαστεί επί 30, όσα και τα χρόνια για τα οποία ζητά την έρευνα δημιουργίας του δημόσιου χρέους η ΝΔ, τότε προκύπτει το ποσό των 9 δισ. ευρώ. Αν λάβουμε υπόψη τη φοροδιαφυγή τα τελευταία τριάντα χρόνια άλλων συμπαθών ομάδων που δεν πληρώνουν φόρους, εισφορές, κλέβουν ή μάλλον ιδιοποιούνται τον ΦΠΑ (γιατρούς, δικηγόρους, εμπόρους, μηχανικούς, τεχνίτες πάσης μορφής, καθηγητές μέσης εκπαίδευσης κ.τ.λ.), μάλλον θα προσεγγίσουμε αρκετά το ποσό του εθνικού μας χρέους (¬ 300 δισ.).
Από την άλλη, το ποσό το οποίο δεν εντοπίσαμε στο μεγάλο σκάνδαλο Κοσκωτά – στο οποίο ήμουν ελεγκτής -γιατί όλα τα άλλα έχουν εντοπιστεί («ΓΡΑΜΜΗ», «Ολυμπιακός» κ.τ.λ.)- ανερχόταν σε 3 δισ. δρχ. ή 9.000.000 ευρώ..
Η διαφορά μεγέθους των παραπάνω ποσών δεν οδηγεί βέβαια στην αθώωση των πάσης μορφής, πολιτικής ή επιχειρηματικής, «λαμόγιων». Αυτά υπήρχαν και θα υπάρχουν και συνετέλεσαν και αυτά στη δημιουργία του εθνικού δημόσιου χρέους, που απειλεί να μας καταβροχθίσει. Πιστεύω όμως ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι πρωτίστως πρόβλημα κοινωνικό, πρόβλημα ολόκληρου του ελληνικού λαού και ίσως τελικά, ακολουθώντας τη σκέψη του μεγάλου Έλληνα ψυχίατρου Ματθαίου Γιωσαφάτ, πρόβλημα ψυχολογικό.
Δημήτριος Σουλιώτης
Διευθυντής Τραπέζης Ελλάδος







































































































