Ο καθηγητής Μπαμπινιώτης μάς λέει σχετικά με τη συμπερίληψη Ελληνικών λέξεων όχι μόνον στην Αγγλική αλλά και σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές και μη γλώσσες: «Λέξεις έννοιες όπως η «λογική», το «σύστημα», η «ανάλυση», η «σύνθεση», η «κατηγορία», η «μέθοδος», το «πρόγραμμα», η «κριτική», η «θεωρία», η «πολιτική», η «δημοκρατία», η «διάγνωση’», η «θεραπεία» και τόσες άλλες λέξεις κλειδιά του πολιτισμού μας συλλαμβάνονται, δηλώνονται και βιώνονται με λέξεις της ελληνικής γλώσσας λόγω του επικοινωνιακού γοήτρου που διαθέτουν οι λέξεις αυτές..».
Είναι γνωστή η μνημειώδης ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Ξενοφώντα Ζολώτα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο το 1957 στη Νέα Υόρκη. Ενώ μίλησε στα Αγγλικά, εξέφρασε ό,τι ήθελε να πει σε ολόκληρη την οικονομικού περιεχομένου ομιλία του χρησιμοποιώντας αποκλειστικά Ελληνικές λέξεις. Έτσι, απέδειξε και κατέστησε φανερή την αξία και την προσφορά της Ελληνικής γλώσσας, όχι μόνο στην Αγγλική αλλά και παγκοσμίως.
Στην ταχύτατα αναπτυσσόμενη τεχνολογία και στις επιστήμες υπάρχει ανάγκη δημιουργίας νέων όρων. Ο θησαυρός των ελληνικών ριζών με τη μεγάλη ποικιλία που τις διακρίνει, μπορεί να συνεισφέρει στη δημιουργία νέων λέξεων και να ικανοποιεί τις ανάγκες των νέων ανακαλύψεων. Έτσι, η γλώσσα μας αποτελεί μόνιμη πηγή και οπλοστάσιο από όπου αντλεί η επιστημονική ορολογία. Χωρίς την ελληνική γλώσσα η επιστημονική σκέψη δεν μπορεί να κάνει ούτε βήμα μπροστά, γιατί η ελληνική μπορεί να αποδώσει τις λεπτές διαφορές των νέων επιστημονικών ανακαλύψεων. Θα αναφέρω μερικές ελληνικές λέξεις κλειδιά – προσφύματα (προθήματα και επιθήματα) που χρησιμοποιούνται ευρύτατα στην επιστημονική ορολογία, ελληνική και ξένη. Το πρόσφυμα «βιο»- (από τη λέξη βίος=ζωή) ως α’ συνθετικό που δηλώνει ότι το β’ συνθετικό έχει σχέση με τη ζωή, όπως βιοχημεία (biochemistry), βιοτεχνολογία (biotechnology), βιοηθική (bioethics) βιορυθμός (biorhythm), βιοψία (biopsy) κ.λπ. Το πρόσφυμα «μακρό»- (από τη λέξη μάκρος) ως α’ συνθετικό που δηλώνει ότι το β’ συνθετικό έχει σχέση με το μεγάλο μήκος όπως μακροοικονομία (macroeconomics), μακροσκοπικός (macroscopic), κ.λπ. Το πρόσφυμα «μικρο»- (από τη λέξη μικρός) ως α’ συνθετικό που δηλώνει ότι το β’ συνθετικό έχει μικρό μέγεθος, όπως μικροαμπέρ (microamber), μικροβάτ (microwatt), μικροκλίμα (microclimate), μικροοργανισμός (microorganism), κ.λπ. Το πρόσφυμα «οικο»- (από τη λέξη οίκος=σπίτι) ως α’ συνθετικό που προσδίδει στο β’ συνθετικό τη σημασία του σπιτιού, της κατοικίας, του περιβάλλοντος όπως οικονομετρικός (econometric), οικονομικός (economical), οικοσύστημα (ecosystem), κ.λπ. Το πρόσφυμα – αλγία (από τη λέξη άλγος = πόνος) ως β’ συνθετικό που σημαίνει επώδυνη κατάσταση αυτού που δηλώνει το α’ συνθετικό, όπως νευραλγία (neuralgy), καρδιαλγία (cardialgy), κεφαλαλγία κ.λπ.
Κάτι που επιπλέον πρέπει να αναφερθεί είναι η αξιοθαύμαστη ικανότητα της ελληνικής να επινοεί σύνθετες λέξεις, λέξεις που συνδέουν δύο διαφορετικά νοήματα σε ένα καινούργιο. Εκεί που άλλες γλώσσες χρειάζονται τρεις ή τέσσερις λέξεις για να περιγράψουν μια έννοια, η ελληνική μπορεί άνετα με μια σύνθετη λέξη να καλύψει μονολεκτικά τη ζητούμενη έννοια. Ένα παράδειγμα είναι η περιγραφή της θεάς Αθηνάς στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια ως «γλαυκόπης Αθήνη», δηλαδή με βλέμμα σαν της κουκουβάγιας (γλαυξ=κουκουβάγια – ορώ=βλέπω). Η λέξη αυτή για να αποδοθεί σε άλλες γλώσσες χρειάζεται τρεις ή και τέσσερις λέξεις. Όμως, η Ελληνική καλύπτει μονολεκτικά τη ζητούμενη έννοια με την ιδιαίτερου βάρους λέξη γλαυκόπης.
Πέρα όμως από τις Ευρωπαϊκές γλώσσες, είναι φανερή η διείσδυση και σε όλες τις γλώσσες της Ανατολής, όπως στη Βουλγαρική, τη Ρωσική, την Ιαπωνική κ.λπ. Έχει γίνει κατανοητή πλέον η αξία της Ελληνικής γλώσσας παγκοσμίως. Συνεπώς, όλο και μεγαλώνει το ενδιαφέρον των ξένων για την Ελληνική γλώσσα. Όλο και περισσότεροι οργανισμοί, ξένα πανεπιστήμια και ιδρύματα διδάσκουν την Ελληνική είτε την αρχαία είτε τη νέα. Θα αναφερθώ μόνο σε μερικά φημισμένα από αυτά. Τα Πανεπιστήμια Χάρβαρντ και Κολούμπια των Η.Π.Α., Σορβόννης στη Γαλλία, Καίμπριτζ, Οξφόρδης και Λονδίνου στη Μ. Βρεταννία, Μιλάνου, Πάδοβας και Ρώμης στην Ιταλία, Μόσχας και Λένινγκραντ στη Ρωσία, Τορόντο και Μόντρεαλ στον Καναδά, Βουδαπέστης στην Ουγγαρία, Στοκχόλμης στη Σουηδία, Σαντιάγκο στη Χιλή και πλήθος άλλα τα οποία δεν είναι δυνατόν να κατονομαστούν στα πλαίσια αυτού του μικρού άρθρου.
Αναμφίβολα, η συμβολή της Ελληνικής γλώσσας στη δημιουργία του πολιτισμού μας υπήρξε τεράστια, καθώς σε αυτή διατυπώθηκαν ιδέες, γράφτηκαν κείμενα, εκφράστηκαν νοήματα με πανανθρώπινη αξία. Ένας τέτοιος λοιπόν γλωσσικός θησαυρός ο οποίος ευεργέτησε διαχρονικά όλη την ανθρωπότητα, διεύρυνε τους ορίζοντές της, ξεπέρασε χρονικά και τοπικά όρια, δεν μπορεί παρά να είναι η γλώσσα της Οικουμένης, για να γίνει αποδεκτή πλέον η ρήση του Σέλλεϋ «είμαστε όλοι Έλληνες».





































































































