Και ο Νικηφόρος Βρεττάκος πολύ γλαφυρά περιγράφει:
«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως, θα ελιχθώ προς τα πάνω -όπως ένα ρυάκι που μουρμουρίζει- κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική».
Το πλέον καίριο όμως χαρακτηριστικό της είναι η μακραίωνη ιστορία της, πράγμα που αποτελεί και τη δύναμή της. Αυτός ο μακρόβιος ζωντανός οργανισμός, η Ελληνική γλώσσα, έχει να επιδείξει ζωή 4000 χρόνων προφορικής παράδοσης και 3500 χρόνων γραπτής παράδοσης. Παρ’ όλες τις επιρροές και τις κατά καιρούς προσμίξεις της έμεινε ακέραιη στα βάθη των αιώνων. Αδιάψευστοι μάρτυρες της μακροβιότητάς της και της αδιάλειπτης ιστορικής της συνέχειας οι μεγάλες αθάνατες δημιουργίες του ανθρώπινου πνεύματος που εκφράστηκαν με αυτή. Από τα Ομηρικά έπη και τα έπη του Ησιόδου, τα φιλοσοφικά, ποιητικά και ιστορικά κείμενα των συγγραφέων της κλασσικής αρχαιότητας (Πλάτων, Αριστοτέλης, Ευριπίδης, Αισχύλος Σοφοκλής, Ξενοφών, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Πλούταρχος, κ.λπ.) ως την Καινή Διαθήκη, τα εκκλησιαστικά κείμενα και την υμνογραφία, τη Θεία Λειτουργία, το έπος του Διγενή Ακρίτα, τα μεσαιωνικά μυθιστορήματα (Ερωτόκριτος – Ερωφίλη), τα δημοτικά μας τραγούδια, η γλώσσα πορεύεται ενωμένη με την ιστορία του Ελληνικού έθνους. Είναι τέτοια η δομική και λεξιλογική συνοχή της, ώστε μπορούμε να μιλάμε για μια ενιαία γλώσσα από την αρχαιότητα ως σήμερα.
Ο μεγάλος μας γλωσσολόγος, δημοτικιστής Μανώλης Τριανταφυλλίδης γράφει: «…Η νέα μας γλώσσα είναι η ίδια η αρχαία, που μιλημένη αδιάκοπα από χείλη Ελλήνων για 4000 χρόνια, άλλαξε από χείλη σε χείλη, και από πατέρα σε παιδί για να καταλήξει στη σημερινή της μορφή». Και ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο πλούτος της Ελληνικής γλώσσας οφείλεται στη συνέχεια της από τα αρχαία Ελληνικά». Και πράγματι το 80% των ελληνικών λέξεων έλκουν την καταγωγή τους από την εποχή του Ομήρου. Λέξεις όπως «θάλασσα», «ουρανός», «ελευθερία», «αγαπώ», «φίλος» κ.λπ. τις χρησιμοποιούν οι Έλληνες εδώ και πολλούς αιώνες διαχρονικά.
Οι δύο νομπελίστες μας ποιητές πολύ γλαφυρά αναφέρονται στο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μακροβιότητάς της. Ο Γιώργος Σεφέρης γράφει:
«…Η Ελληνική γλώσσα, ο άνθρωπος η θάλασσα… Για κοιτάξτε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος έως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Και αυτό δεν σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι…»
Και ο Οδυσσέας Ελύτης, κατά την τελετή βράβευσης του από την Σουηδική Ακαδημία της Στοκχόλμης θα πει:
«Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισυ χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και με ελάχιστες διαφορές… Η χώρα μου είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου».
Και αλλού ο Οδυσσέας Ελύτης λέει:
«Στο μάκρος 25 αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην Ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το βάρος της παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει».
Ο Ελύτης αναδεικνύει έτσι με αυτό την υπεροχή της Ελληνικής σε μια κατ’ εξοχήν γλωσσικά απαιτητική μορφή λογοτεχνίας όπως είναι η ποίηση.
Όπως είπαμε, αμέτρητες οι λέξεις όλων των εποχών που περιλαμβάνονται στο λεξιλόγιό της. Κυρίως όμως της αττικής διαλέκτου που επικράτησε όλων των άλλων Ελληνικών διαλέκτων (αιολικής και δωρικής) κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα με την πολιτική και πνευματική άνθιση των Αθηνών. Η αττική διάλεκτος έγινε η κοινή γλώσσα των Ελλήνων, η ελληνιστική ή αλεξανδρινή κοινή η οποία στη συνέχεια έγινε παγκόσμια γλώσσα μετά τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου, αφού δανείστηκε στοιχεία και από άλλες διαλέκτους και ιδίως από την ιωνική. Η γλώσσα αυτή, με τους άφθονους νεωτερισμούς (ως προς τη φωνητική, τονισμό, λεξιλόγιο) που επικράτησαν στις διάφορες εποχές (μεσαιωνική, τουρκοκρατία κ.λ.π.) αποτελεί τη βάση και τον θησαυρό της Νέας Ελληνικής γλώσσας. Μπορεί να λέμε σήμερα μάτια και όχι οφθαλμοί, λέμε όμως οφθαλμίατρος, οφθαλμαπάτη, οφθαλμοφανές…. Μπορεί να λέμε σήμερα νερό και όχι ύδωρ, λέμε όμως υδρατμός, υδρόβιος, υδραυλικός, υδατοσφαίριση, υδατοκαλλιέργεια, υδατοφράχτης…. Μπορεί να λέμε σήμερα αυτιά και όχι ώτα, λέμε όμως ωτασπίδα, ωτακουστής, ωτίτιδα…, και πλήθος άλλες λέξεις ων ουκ έστιν αριθμός. Απατάται λοιπόν όποιος επιχειρεί να ερμηνεύσει τη νέα Ελληνική γλώσσα χωρίς να έχει γνώση της αρχαίας. Γιατί η Ελληνική είναι μία και αδιαίρετη γλώσσα.
Σήμερα, με την ενσωμάτωση στοιχείων από τη λόγια παράδοση (καθαρεύουσα) στην προφορική δημοτική μας γλώσσα, έχει διαμορφωθεί περισσότερο από ποτέ ένα ενιαίο σύνολο, πλούσιο και αρμονικό με γενικά αποδεκτούς γραμματικούς και συντακτικούς τύπους, ένα από τα τελειότερα γλωσσικά όργανα του κόσμου, η Νέα Ελληνική. Ποιος μπορεί να αρνηθεί και σήμερα τη χρήση λέξεων και εκφράσεων που καθημερινά βλέπουμε στον Τύπο και συχνά πυκνά ακούμε όπως «εν τη ρύμη του λόγου», «ιδίοις όμμασι», «εκ των ών ουκ άνευ», «επί ξυρού ακμής», «στη διαπασών», «όμβρια ύδατα», «αυτόπτης μάρτυρας», «ηλίου φαεινότερον», «αναφανδόν», «ανεπιστρεπτί», «ναυσιπλοία», «ερήμην», «ευήκοον ους», «αυθημερόν» και «νυχθημερόν» «εις το διηνεκές» και ένα πλήθος άλλων που προέρχονται από τη λόγια γλώσσα και κοσμούν τη νέα μας γλώσσα, της προσθέτουν επικοινωνιακό γόητρο και κύρος και θυμίζουν την προέλευση και την ιστορία της.
Εκτός από όσα σημαντικά χαρακτηριστικά προαναφέρθηκαν, θα πρέπει να προσθέσουμε ότι η Αρχαία Ελληνική υπήρξε η μήτρα της Λατινικής από την οποία δημιουργήθηκαν οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Ο Κικέρων έλεγε ότι η γλώσσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ξεκίνησε με 250 αγροτικές λέξεις και ότι πλούτισε το λεξιλόγιο της παίρνοντας άπειρες λέξεις από την ελληνική. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε συνεπώς την ελληνική ως τη μητέρα όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών και να κατανοήσουμε γιατί όλες οι ευρωπαϊκές γλώσσες έχουν εντάξει ένα πλήθος ελληνικές λέξεις στο λεξιλόγιό τους. Ιδιαίτερα στην Αγγλική γλώσσα, το 20% περίπου του λεξιλογίου της έχουν ρίζα ελληνική, ενώ στην επιστημονική ορολογία εγγίζουν το 80% περίπου. Ιδιαίτερα στην ιατρική το 90% των ιατρικών όρων είναι ελληνικές λέξεις.





































































































