Πέρα όμως από γεωγραφικά και εθνικά όρια, ένας άλλος λόγος συνηγορεί στην επιτακτική ανάγκη διαφύλαξης της γλώσσας μας. Αποτελεί τη συνέχεια της δόξας του ανθρώπινου πνεύματος, αφού τα μεγάλα πνεύματα της ανθρωπότητας θαύμασαν, έμαθαν, μίλησαν, εκφράστηκαν γραπτά με αυτήν. Ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίχτηκε στις έννοιες που εκφράστηκαν από την Ελληνική γλώσσα. Αξίες όπως η Φιλοσοφία, τα Μαθηματικά, η Ποίηση, το Θέατρο, το Δράμα κ.λπ. είναι λέξεις καθαρά ελληνικές, έννοιες πάνω στις οποίες στηρίχτηκε το ελληνογενές οικοδόμημα του δυτικού πολιτισμού. Ακόμα και η λέξη Ευρώπη, από την Ελληνική Μυθολογία προέρχεται. Η Ελληνική είναι η γλώσσα που επωμίστηκε ανεπτυγμένες μορφές του ανθρώπινου πολιτισμού. Και αυτό είναι η μεγάλη προσφορά της Ελλάδας στην ανθρωπότητα. Ο καθηγητής Ν. Παρασκευόπουλος γράφει: «Θεωρώ την ελληνική γλώσσα θησαυρό ανεκτίμητο της ανθρωπότητας, ιδίως επειδή αυτή συνδέει με την πνευματική παραγωγή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Με το σπουδαιότερο επίτευγμα του ανθρώπου στη Γη, το οποίο παρέχει αδιάκοπα ιδέες, σύμβολα, εργαλεία λόγου και αξιοπρέπειας».
Από πού να ξεκινήσει όμως κανείς για να περιγράψει τα χαρακτηριστικά, τα χαρίσματα και τα πλεονεκτήματά της; Είναι η πλέον αξιόλογη και ευγενής γλώσσα γιατί είναι η πλουσιότερη και η πληρέστερη του ανθρώπινου γένους.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό της, που πρέπει ιδιαιτέρως να τονιστεί, είναι η πρωτογενής σχέση, η πλήρης αντιστοιχία ανάμεσα στη λέξη (το σημαίνον) και στην έννοια (το σημαινόμενο). Και αυτό γιατί η Ελληνική είναι νοηματική γλώσσα, εν αντιθέσει προς τις σημειολογικές γλώσσες που αυθαίρετα και συμβατικά ορίζεται η λέξη (το σημαίνον) που θα εκφράσει την έννοια (το σημαινόμενο). Λόγω αυτού του χαρακτηριστικού της, έχει διαπιστωθεί ότι οι Η/Υ προχωρημένης τεχνολογίας είναι συμβατοί με την Ελληνική γλώσσα την οποία αναγνωρίζουν ως μόνη νοηματική.
Εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις όλων των εποχών, ομηρικές, αρχαίες, μεσαιωνικές, νεότερες, περιλαμβάνονται στο λεξιλόγιό της. Είναι η γλώσσα που μπορεί να εκφράσει λεπτούς πνευματικούς στοχασμούς και σημασιολογικές αποχρώσεις της ανθρώπινης σκέψης να διατυπώσει με ακρίβεια και σαφήνεια επιστημονικούς όρους. Είναι εύηχη, χαρακτηρίζεται από ρυθμό, αρμονία, πλαστικότητα, ομοιογένεια και ευελιξία. Είναι ικανή να καλύπτει όλες τις εκφάνσεις του ανθρώπινου πνεύματος: λογοτεχνία, τέχνη, επιστήμη, ιστορία, φιλοσοφία κ.λπ. Χάρη στον πλούτο και την πολυμορφία της, η Ελλάδα απέκτησε δύο νόμπελ λογοτεχνίας και μάλιστα ποίησης μέσα σε δέκα χρόνια. Του Γιώργου Σεφέρη το 1963 και του Οδυσσέα Ελύτη το 1979. Επίσης ένα βραβείο Λένιν του ποιητή Γιάννη Ρίτσου το 1976. Θαμπωμένος από τον πλούτο και το κάλλος της ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε:
«… Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα καλαμιές. Ξόδεψα πολύν άνεμο για να μεγαλώσω. Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς, να ακριβολογώ μες στα μυστήρια. Μια γλώσσα όπως η Ελληνική, όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη κι άλλο πράγμα ο έρωτας, άλλο η επιθυμία και άλλο η λαχτάρα, άλλο η πίκρα και άλλο το μαράζι, άλλο τα σπλάχνα και άλλο τα σωθικά. Με καθαρούς τόνους θέλω να πω, που -αλίμονο- τους αντιλαμβάνονται ολοένα λιγότερο αυτοί που ολοένα περισσότερο απομακρύνονται από το νόημα ενός ουράνιου σώματος, που το φως του είναι ο αφομοιωμένος μας μόχθος, έτσι καθώς δεν παύει να επαναστρέφεται κάθε μέρα όλος θάμβος για να μας ανταμείψει..»





































































































