Εξεγείρονται οι δήμαρχοι, οι κάτοικοι και οι τοπικοί φορείς και των 14, επιλεγμένων από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, περιοχών όπου σχεδιάζεται να λειτουργήσουν μονάδες υποδοχής και κράτησης μεταναστών, στο πλαίσιο της νέας Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής Μεταναστών.
Του Θάνου Σταθόπουλου
Αντίστοιχες αντιδράσεις σημειώνονται και στις περιοχές όπου λειτουργούν νοσοκομεία, στα οποία το αρμόδιο υπουργείο σχεδιάζει να μεταφέρει δομές του ΟΚΑΝΑ (Οργανισμός Κατά των Ναρκωτικών). Ήδη, πολλοί αιρετοί, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα τοπικών φορέων, προαναγγέλλουν δυναμικές αντιδράσεις στα κυβερνητικά σχέδια, όπως πρόσφατα διαπιστώσαμε και σε Δήμους των Βορείων Προαστίων (Μαρούσι – Κηφισιά).
Πρόθεση της κυβέρνησης είναι, μεταξύ άλλων, με τις παραπάνω κινήσεις να αποσυμφορήσει το κέντρο της Αθήνας από την υψηλή εγκληματικότητα που, δυστυχώς, εκκολάπτεται πέριξ και μέσα στις τάξεις των παραπάνων κοινωνικών ομάδων και να προσπαθήσει να ελέγξει καλύτερα τα όποια ακραία φαινόμενα δημιουργούνται.
Σκοπός της αντίδρασης των τοπικών κοινωνιών είναι να μη θιγούν – υποβαθμιστούν οι περιοχές τους και να μη τεθούν σε κίνδυνο η προσωπική και οικογενειακή ασφάλειά τους και οι περιουσίες τους.
Δύσκολο το εγχείρημα να πάρεις τη θέση της μίας ή της άλλης πλευράς. Ιδιαίτερα στην περίπτωση που αποποιηθείς τον ευχάριστο και βολικό ρόλο του «υπερασπιστή» της «λαϊκής» αγανάκτησης και προσπαθήσεις να προσεγγίσεις και την «άλλη πλευρά του φεγγαριού», κινδυνεύεις να βρεθείς μεταξύ διασταυρούμενων «πυρών».
Ας είναι. Η στήλη έχει συνηθίσει τον… αιρετικό, πολλές φορές, ρόλο της, καθώς πιστεύει ότι ο σκοπός των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας είναι να παρουσιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερες πτυχές ενός θέματος και να προσπαθούν να μη «ρίχνουν λάδι στη φωτιά» των εξελίξεων. Δυστυχώς, ο περιορισμένος χώρος της στήλης θα μας επιτρέψει να δούμε μόνο δύο πτυχές του «καυτού» μετώπου που πάει ν’ ανοίξει μεταξύ κυβέρνησης και τοπικών κοινωνιών, οι οποίες ωστόσο είναι αρκετές, αν μη τι άλλο, για να μας προβληματίσουν.
Η πρώτη πτυχή αφορά, όπως καταγγέλλουν οι αιρετοί, την ανυπαρξία ενημέρωσης από πλευράς της κυβέρνησης για τις προθέσεις της να προβεί στις κινήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω. Δικαίως, αν αυτό έχει συμβεί, οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι των τοπικών κοινωνιών αισθάνονται ως «τελευταίοι τροχοί της αμάξης», κάτι που δεν συνάδει με τον θεσμικό ρόλο που τους έχει αναθέσει το Σύνταγμα της χώρας.
Και σίγουρα καμία δικαιολογία της κεντρικής εξουσίας δεν μπορεί να καλύψει το τεράστιο επικοινωνιακό σφάλμα, του να προσπαθείς να λάβεις δύσκολα ή δυσάρεστα μέτρα δίχως να τα συζητάς πριν με εκείνους που θα κληθούν να υποστούν τις όποιες συνέπειες. Σε τελική ανάλυση, δεν μπορείς να θεωρείς τους πολίτες – δημότες ικανούς και ώριμους για να εκλέγουν τοπικές και κεντρικές κυβερνήσεις και, ταυτόχρονα, να τους αγνοείς για θέματα που άπτονται άμεσα της καθημερινότητάς τους.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη πτυχή στην όλη υπόθεση που, μάλλον, δεν θα ακουστεί και πολύ ευχάριστα σε όσους αρέσκονται στις «εύκολες» κραυγές και τις λύσεις τύπου «άσπρο-μαύρο».
Τι πρεσβεύει αυτή η πτυχή; Μα το αυτονόητο. Ότι, δηλαδή, οι κεντρικές και τοπικές αρχές εκλέγονται για να προασπίζουν πρωτίστως το κοινό συμφέρον και δευτερευόντως τα συμφέροντα επιμέρους κοινωνικών ομάδων ή ακόμη και μεμονωμένων προσώπων. Άρα, όταν τίθεται θέμα προστασίας ευρύτερων κοινωνικών συνόλων, το τοπικό συμφέρον μάλλον μπαίνει σε δεύτερη μοίρα.
Πέραν αυτού, ας καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν ευνοημένες και μη περιοχές μπροστά στην εγκληματικότητα. Δείτε τι έγινε προχθές στην Πεύκη, με τον σοβαρό τραυματισμό δύο αστυνομικών κι ενός δράστη και χθες στη Λυκόβρυση, με τη δολοφονία νεαρού κοσμηματοπώλη. Η εγκληματικότητα «διαχέεται» σε κάθε περιοχή και η απομόνωση των όποιων κοινωνικών ομάδων, επιρρεπών σε αυτήν, στο κέντρο της Αθήνας δεν πρόκειται να μας προφυλάξει. Εκτός κι αν κάποιοι αιρετοί και κάτοικοι πιστεύουν ότι μπορούν να σηκώσουν τείχη και να περιχαρακώσουν τις περιοχές τους από τους… ανεπιθύμητους.
Τέλος, υπάρχει και μια άλλη πλευρά, περισσότερο επικίνδυνη. Είναι η παγίδα που στήνεται γύρω μας και η οποία, εκμεταλλευόμενη την οικονομική κρίση ή τα προσωπικά τραυματικά βιώματά μας, μας παρασύρει να υιοθετούμε ακραίες θέσεις και ν’ αναζητούμε «εξιλαστήρια θύματα» στους συνανθρώπους μας, μετανάστες, ναρκομανείς κ.λπ. Είναι η εύκολη λύση, να φύγουν μακριά μου κι ας πάνε στην αυλή του γείτονα…
Λυπούμαστε αν στενοχωρήσουμε κάποιους, αλλά μερικά από τα παιδιά – ναρκομανείς, που δέχονται τις υπηρεσίες του ΟΚΑΝΑ, ανήκουν ΚΑΙ σε οικογένειες από τα Βόρεια Προάστια, δηλαδή στις δικές μας. Επίσης, πολλοί από εμάς απασχολούμε ανασφάλιστους μετανάστες για να καθαρίζουν τα σπίτια μας, να φροντίζουν τους κήπους μας, να βγάζουν βόλτα τα σκυλιά μας, να μας κάνουν τα ψώνια. Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι, όταν φεύγουν από εμάς; Μήπως σε κάποιο άθλιο διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας, όπου ένας άλλος «ηθικός» συμπατριώτης μας «στοιβάζει» εκεί δεκάδες «κολασμένες» ψυχές, για να εισπράξει ένα διόλου ευκαταφρόνητο τίμημα;
Σίγουρα, τόσο το πρόβλημα των ναρκωτικών, όσο και αυτό της μετανάστευσης είναι εξαιρετικά σημαντικά και έχουν τεράστιες κοινωνικές προεκτάσεις. Ωστόσο, ούτε οι ναρκομανείς, ούτε οι μετανάστες είναι η αιτία για τη διάλυση του κράτους μας. Απεναντίας, το διαλυμένο κράτος μας έχει οδηγήσει τις δύο αυτές ομάδες συνανθρώπων μας να βολοδέρνουν δίχως νόημα, να γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης και -πολλές φορές- να εξωθούνται στην εγκληματικότητα.
Αν επιθυμούμε να τους εξαφανίσουμε μ’ έναν μαγικό ή, ακόμη χειρότερο, μαζικό τρόπο, απλούστατα παίζουμε με τη φωτιά. Εάν επιθυμούμε να δώσουμε αποτελεσματική λύση, σε βάθος χρόνου και κυρίως να καταπολεμήσουμε τα αίτια που δημιουργούν ανάλογα φαινόμενα, θα πρέπει να καθίσουμε σ’ ένα τραπέζι και να συζητήσουμε, χωρίς υστερίες, χωρίς σκοπιμότητες, χωρίς πάθος.
Και μην ξεχνάμε ότι οι σπίθες από τις «φωτιές» στο Σύνταγμα, μπορούν εύκολα να μεταδοθούν στα όποια δικά μας, προνομιούχα προάστια…







































































































