Για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου υπήρξαν διάφορα ερεθίσματα: Το πρώτο έχει σχέση με την προσωπική μου ενόχληση -με περισσότερη είναι αλήθεια ένταση μετά τα πενήντα μου χρόνια- όταν κάποιος -εκτός του στενού οικογενειακού μου περιβάλλοντος- απευθύνεται στο άτομό μου χρησιμοποιώντας το υποκοριστικό του ονόματός μου, ενώ το δεύτερο προέρχεται από την παρατήρηση ότι κατά τα τελευταία χρόνια έχουν γεμίσει οι παιδικές χαρές της χώρας από… Αλέξανδρους και Νεφέλες. Ένα τρίτο ερέθισμα έχει σχέση με τη χρήση υποκοριστικών από κάποιους έλληνες, για τον νυν και πρώην πρωθυπουργό (Γιωργάκης, Κωστάκης), σε αντίθεση με τη χρήση εννοιών μεγαλοπρέπειας για τους δεινοσαύρους της ελληνικής πολιτικής σκηνής (Κωνσταντίνος – Καραμανλής, Μεγάλος – Α. Παπανδρέου, Ψηλός – Κ. Μητσοτάκης)
Έτσι λοιπόν αποφάσισα να εξετάσω από μια κοινωνιολογική, αλλά και ψυχολογική -όπως συνήθως- σκοπιά το θέμα. Ειδικότερα από κοινωνιολογικής πλευράς με απασχόλησε η εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας από τον Κώτσο και τον Κώστα στον Κωνσταντίνο, τον Αλέξανδρο, τον Αριστοτέλη. Από ψυχολογικής πλευράς προσπάθησα να εντοπίσω τα συναισθήματα που νιώθουν ο πομπός και ο δέκτης κατά τη χρήση των τριών ιεραρχικών βαθμίδων του τίτλου. Επίσης θέμα κοινωνικής ψυχολογίας είναι και η ναρκισσιστική ή μη σχέση των ελλήνων με τους ηγέτες τους.
Λόγω των γνωστών ιστορικών, κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών συνθηκών η αστικοποίηση της χώρας όχι μόνο άργησε υπερβολικά, αλλά έλαβε χώρα με έναν άναρχο και ανορθολογικό τρόπο. Ο θαλασσοδαρμένος ψαράς, ο αφελής βλάχος, ο αγαθός χωριάτης βρέθηκαν ξαφνικά από τις θάλασσες, τα βουνά, τις πεδιάδες και τα αλώνια του χωριού τους στις λεωφόρους των πόλεων, στα καταπιεστικά διαμερίσματα των πολυκατοικιών και στα αυθαίρετα εξοχικά.
Νεωτερικότητα, διαφωτισμός, ορθολογισμός, λογική, παιδεία, κριτική σκέψη, έννοιες άγνωστες και εχθρικές, ο λαός πορευόταν με το ένστικτο αυτοσυντήρησης, το συναίσθημα, τον παρορμητισμό, την παρέα του, το τσάμικο, το ζεϊμπέκικο. Και τελικά το μόνο που απέμενε για να καλύψει το τεράστιο κενό προσωπικής και εθνικής ταυτότητας, ήταν η χυδαία κατανάλωση.
Και δυστυχώς μετά τη μεταπολίτευση, ελέω Ευρώπης, έπεσε ως μάννα εξ ουρανού. Μέσα σ’ αυτό το αμάλγαμα ανορθολογισμού (όλοι να βολευτούμε), ωχαδερφισμού (τι σε νοιάζει εσένα) και καθυστέρησης, ελέω Ευρώπης και παγκοσμιοποίησης, τα φτωχικά δυάρια γίνανε ρετιρέ και μονοκατοικίες στα βόρεια προάστια, τα φιατάκια και για κάποιους ο γάιδαρος στο χωριό γίνανε τζιπ, μερσεντές και άουντι, ο αλατζάς και το ντρίλι γίνανε ρούχα σινιέ και ο μικρός Κωστάκης και ο μεγαλύτερος Κώστας γίνανε και οι δυο Κωνσταντίνοι. Τι σχέση όμως μπορεί να έχει αυτό το νεοπλουτίστικο ελληνικό κιτσαριό με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, ο Κωστάκης και ο Κώστας με τον Κωνσταντίνο, τον Αλέξανδρο, τον Αριστοτέλη και τα άλλα αρχαία ελληνικά ονόματα; Πιστεύω ότι υπάρχει κάποια σχέση και κάποιες έννοιες που την εξηγούν, όπως ναρκισσισμός, ανασφάλεια, σχέσεις αλληλεξάρτησης, χαμηλή αυτοεκτίμηση.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο λεξικό του Μπαμπινιώτη, στις περισσότερες γλώσσες και κατ’ εξοχήν στην ελληνική και σε ορισμένες γλώσσες της Μεσογείου χρησιμοποιείται σε ευρεία έκταση ο υποκορισμός, παράγωγα δηλαδή και σύνθετες λέξεις που δηλώνουν πραγματική ή συναισθηματική σμίκρυνση. Έτσι λ.χ. ο Κώστας μπορεί να είναι μεγάλος ή μικρός (πραγματικά ή συναισθηματικά). Στη δεύτερη περίπτωση μπορούμε να μιλήσουμε για «τον μικρό Κώστα», να λεξικοποιήσουμε δηλαδή τη δήλωση της σμίκρυνσης, ή να μιλήσουμε για «τον Κωστάκη», γραμματικοποιώντας με την παραγωγική κατάληξη -ακης τη δήλωση της σμίκρυνσης.
Τα παράγωγα που δηλώνουν πραγματική σμίκρυνση ονομάζονται σμικρυντικά ή και υποκοριστικά. Ωστόσο, ο δεύτερος όρος υποκοριστικά από το αρχαίο ελληνικό υποκορισμός, που προήλθε από το αρχαίο ρήμα υποκορίζομαι (μιλώ με αγάπη, μιλώ χαϊδευτικά), κατά τον Μπαμπινιώτη είναι καλύτερο να χρησιμοποιείται για παράγωγα που δηλώνουν ένα άλλο είδος σμίκρυνσης, τη συναισθηματική σμίκρυνση. Η τελευταία αποτελεί γλωσσικό μηχανισμό με τον οποίο εκφράζουμε τρυφερότητα, αγάπη, στενότερη συναισθηματική σχέση με ότι δηλώνει η υποκοριζόμενη λέξη. Τα συγκεκριμένα όμως συναισθήματα έχουν συνήθως σχέση με άτομα του στενού οικογενειακού και φιλικού μας περιβάλλοντος και μόνο για ειδικές περιπτώσεις.
Χρησιμοποιώντας για λόγους αναλογίας, ένα επίθετο με θετική αξιολόγηση π.χ. καλός, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο «Κώστας» αντιστοιχεί στον θετικό βαθμό (Κώστας – καλός) και εκφράζει την κανονικότητα, την ισοτιμία, την αποδοχή, ενώ ο «Κωνσταντίνος» αντιστοιχεί στον υπερθετικό βαθμό και εκφράζει το ιδανικό, το ανώτερο, το μεγαλοπρεπές. Ο «Κωστάκης» (και ο «Γιωργάκης») αντιστοιχεί στον συγκριτικό βαθμό και στις περιπτώσεις σχέσεων με άτομα εκτός του στενού περιβάλλοντος, δηλώνει αρνητική αξιολόγηση έναντι των δύο άλλων, δηλαδή είναι υποδεέστερος του «Κώστα» και πολύ περισσότερο του «Κωνσταντίνου». Επομένως υπάρχει μια λεπτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ της τρυφερότητας και του υποβιβασμού, η οποία έχει σχέση με το στενό ή μη περιβάλλον του ατόμου και την χρονική στιγμή.
Όσον αφορά τα συναισθήματα που νιώθουν ο πομπός και ο δέκτης κατά τη χρήση των τριών ιεραρχικών βαθμίδων του τίτλου, μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής:
Αποκλείοντας την έκφραση τρυφερότητας μεταξύ ατόμων του στενού περιβάλλοντος ή ακόμη και συνήθειας, η χρήση του γλωσσικού παραγώγου στην περίπτωση ονομάτων (Κωστάκης), δηλώνει σμίκρυνση και όχι υποκορισμό. Έτσι ο πομπός μπορεί να προσπαθεί, συνήθως ασυνείδητα και για λόγους χαμηλής αυτοεκτίμησης να εμφανιστεί ανώτερος –μειώνει τους άλλους για να αισθανθεί καλύτερα- έναντι του δέκτη, ενώ ο τελευταίος ίσως να καταλαμβάνεται από αισθήματα μειονεξίας.
Η χρήση του θετικού βαθμού (Κώστας), όπως αναφέρθηκε δηλώνει την κανονικότητα, την ισοτιμία, το μέτρο, τον σεβασμό του άλλου. Όταν, λόγου χάριν, ένας Γιώργος απευθύνεται σ’ ένα Κώστα, τον θέτει στο ίδιο επίπεδο με τον εαυτό του. Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η διαφορά, σκεφθείτε έναν Κωνσταντίνο να απευθύνεται σ’ ένα Γιωργάκη.
Τέλος η χρήση του υπερθετικού βαθμού (Κωνσταντίνος) έχει σχέση με την προσπάθεια δημιουργίας μιας αίσθησης μεγαλείου και μεγαλοπρέπειας, η οποία είναι επίσης προϊόν χαμηλής αυτοεκτίμησης -φουσκώνω το εγώ μου και μέσω του παιδιού μου ως προέκταση του εαυτού μου, για να αισθανθώ καλύτερα. Αυτό είναι περισσότερο σαφές στους γονείς, που αναζητούν στα λεξικά αρχαία ελληνικά ονόματα για τα παιδιά τους… όταν δεν έχουν παππού Κωνσταντίνο. Μέσα σ’ ένα ναρκισσιστικό πεδίο ο Κωνσταντίνος, ο Αλέξανδρος, ο Πλάτων, ο Σωκράτης, η Νεφέλη, η Ιοκάστη κ.τ.λ. είναι προορισμένοι για μεγάλα πράγματα, για να εκπληρώσουν τα ανεκπλήρωτα όνειρα και ως εκ τούτου να ελαττώσουν την χαμηλή αυτοεκτίμηση του έλληνα πατέρα και της ελληνίδας μητέρας. Άλλωστε, αφού κατάφεραν και έγιναν πρωθυπουργοί ένας Κωστάκης και ένας Γιωργάκης, είναι δυνατόν να υστερήσουν οι μεγαλοπρεπείς Κωνσταντίνοι, οι Αλέξανδροι και οι λοιποί με τα αρχαία ονόματα μεγαλείου;
Δημήτρης Σουλιώτης






































































































