Τι είπες; Γέμισε ο κόσμος κλέφτες, ψεύτες, απατεώνες,…. Κοινώς λαμόγια; Ντροπή, να λες τέτοια λόγια. Θα σου βάλω πιπέρι στο στόμα. Η αλήθεια είναι, ότι κι εγώ συμφωνώ με αυτά που φωνάζεις οργισμένος, αλλά δεν κάνω έτσι… Προσπαθώ με υπομονή και χιούμορ -πού άραγε τα πουλάνε αυτά; – να αντιμετωπίσω τα δύσκολα που μου συμβαίνουν.
Για παράδειγμα προχτές χρειάστηκα γιατρό ορθοπαιδικό. Ζήτησα από το Ταμείο μου να μου κλείσει ραντεβού, όσο πιο γρήγορα γινόταν, γιατί υπέφερα πολύ. Μου είπαν να πάω σε ένα μήνα που είχε ελεύθερη ημερομηνία ο γιατρός. Τους είπα: «Τόσο νωρίς… Μπράβο!» και μου έκλεισαν στη μούρη το τηλέφωνο. Την ίδια ημέρα τηλεφώνησα και με καλοδέχτηκε στο ιδιωτικό ιατρείο του, ο ίδιος ο γιατρός του Ταμείου μου. Με εξέτασε, τον πλήρωσα ωραία, καλά και «γερά» την επίσκεψη που έκανα και ευγενέστατος μού κράτησε και τα βιβλιάρια του Ταμείου για να μου γράψει με την άνεση του, ακτινογραφίες, φάρμακα, και κάποια ορθοπαιδικά είδη που χρειαζόμουν. Πήρα τις συνταγές και την επόμενη ημέρα κίνησα για το φαρμακείο. Τα ορθοπαιδικά αυτά είδη, που ήταν κάτι σαν μισά σανδάλια με αυτοκόλλητα λουριά, τα πλήρωσα αμέσως στο φαρμακείο και με τη συνταγή και την απόδειξη της πληρωμής, μ’ έστειλε ο φαρμακοποιός στο Ταμείο μου για να πάρω, μου είπε, τα χρήματα που είχα δώσει.
Σκέφτηκα: «Ευτυχώς που έχω κι αυτό το Ταμείο. Τουλάχιστον θα πάρω πίσω τα λεφτά που έδωσα». Βέβαια, αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα να φορέσω αυτά τα μισά σανδάλια -τη νύχτα μόνο έλεγε η οδηγία του γιατρού- και να κυκλοφορώ στο σπίτι σαν μπαλαρίνα του Μπολσόι.
Πήγα με τα χαρτιά μου στο Ταμείο μου. Η υπάλληλος με αγνόησε όσα λεπτά στεκόμουν μπροστά της. Τόλμησα να ρωτήσω: «Μπορώ να εισπράξω αυτά τα χρήματα;». Με κοίταξε σα να έβλεπε εξωγήινη και μου έδωσε ένα πολυγραφημένο χαρτί με ένα «κατεβατό» αριθμημένων δικαιολογητικών που έπρεπε να συγκεντρώσω, και να τα καταθέσω, μού είπε βαριεστημένα, στο τάδε τμήμα. Έφυγα με τα χαρτιά μου, και πιο κάτω έκατσα σ’ ένα παγκάκι κι άρχισα να διαβάζω τα δικαιολογητικά που έπρεπε να συγκεντρώσω για να πάρω πίσω τα λεφτά μου. Ήταν: Βιβλιάριο Υγείας, το τραπεζικό βιβλιάριο και φωτοτυπία της πρώτης σελίδας του, Αστυνομική Ταυτότητα ή Διαβατήριο και φωτοτυπία, στοιχείο που να επιβεβαιώνει τη Διεύθυνση Κατοικίας μου, πρόσφατος Λογαριασμός ΔΕΗ ή ΕΥΔΑΠ ή ΟΤΕ, και Εκκαθαριστικό Σημείωμα Εφορίας ή Αποδεικτικό λογαριασμού Κινητής Τηλεφωνίας.
Όταν τα διάβασα όλα είχα μείνει με γουρλωμένα μάτια να βλέπω το κενό και με το στόμα ανοιχτό. Για να τα μαζέψω όλα αυτά, έπρεπε να χάσω κάποιες ώρες από την εργασία μου. «Άξιζε τον κόπο;… αναρωτήθηκα». Και τότε ήταν που μ’ επισκέφτηκε η υπομονή αγκαλιά με το χιούμορ, και είπα με πείσμα: «Ναι… θα τα συγκεντρώσω…. Πρέπει να μάθω αυτή η Λερναία Ύδρα της Γραφειοκρατίας, που χρόνια μας κατατρέχει και μας λυγίζει… επιτέλους πόσα κεφάλια έχει. Ήθελα να το μάθω αυτό…».
Πανευτυχής συγκέντρωσα τα χαρτιά που μου ζητούσαν. Όλα… και Λογαριασμούς Τραπέζης, και ‘μαι χαμογελαστή και πανέτοιμη, με το φάκελο αγκαλιά, στην Υπηρεσία που με έστειλαν. Είδα δύο θυρίδες. Πήγα και στήθηκα στη μία, πίσω από τον κύριο που εξυπηρετούσαν. Σκέφτηκα: Ευτυχώς.. Θα τελειώσω γρήγορα… Δε θα χάσω όλο το μεροκάματο… Τότε ήταν που άκουσα διάφορες οργισμένες φωνές. Ανδρικές, γυναικείες, σφυριχτές, αλλά όλες εχθρικές και άσχημες. Γύρισα έκπληκτη και τότε είδα πίσω μου και λίγο δεξιά, σ’ έναν χώρο μικρό σαν κρυμμένο δωματιάκι με σειρές καθισμάτων κολλημένων μεταξύ τους, ένα πλήθος ανθρώπων οργισμένων, με κάτι άσπρα χαρτάκια στο χέρι, να με δείχνουν περιφρονητικά φωνάζοντας το δικό του: «Δηλαδή, εσύ είσαι έξυπνη, και εμείς που περιμένουμε στη σειρά απ’ τα χαράματα, είμαστε τα κορόιδα;» και ο άλλος: «Μπράβο σου, ωραίος τρόπος…. δε σέβεσαι κανέναν….» και η άλλη: «Τι αριθμό έχεις; Στη ζούλα τρύπωσες… Πού είναι ο αριθμός σου; Γιατί δεν περιμένεις στη σειρά σου;»
Ταραγμένη κατάλαβα ότι η «ένοχη» ήμουν εγώ. Έφυγα από τη θυρίδα και πλησίασα τους αγανακτισμένους που φώναζαν:
«Συγνώμη… συγνώμη… κατάφερα να πω. Πρώτη φορά κάνω αυτή την διαδικασία…. Δεν ξέρω τι άλλο χρειάζεται να έχω…»
Μια φωνή βαριά και νευριασμένη ακούστηκε από το βάθος:
«Αριθμός χρειάζεται… Πήγαινε να βγάλεις αριθμό για να μπεις στη σειρά… και άσε τις εξυπνάδες…» συμπλήρωσε χαμηλόφωνα.
Μου έδειξαν που ήταν το μηχάνημα, πήρα αριθμό 52 και κάθισα σε μια άκρη καταντροπιασμένη κι αμίλητη και περίμενα υπομονετικά τη σειρά μου, χωρίς χιούμορ αυτή τη φορά.
Τότε ήταν που πρόσεξα ότι πάνω από τις δύο θυρίδες αναβόσβηναν κόκκινα φωτάκια που έδειχναν έναν αριθμό. Τώρα ο αριθμός ήταν 22. Άρα, σκέφτηκα, πρέπει πριν από εμένα να εξυπηρετηθούν τριάντα ταλαιπωρημένοι άνθρωποι. «Πάει το μεροκάματό μου… Αλλά δεν φεύγω… μουρμούρισα με πείσμα. Θα τα πάρω σήμερα τα χρήματα που πλήρωσα στο φαρμακείο, όσο κι αν χρειαστεί να περιμένω…»
Τα δύο κόκκινα φωτάκια αναβόσβηναν δείχνοντας νέους αριθμούς.
Άλλες φορές πιο γρήγορα, άλλες νόμιζες πως κολλούσαν και η επικοινωνία με την υπάλληλο στη θυρίδα ήταν ατέλειωτη.
Η αναμονή με είχε κουράσει και την ώρα που η καλή διάθεσή μου για υπομονή και χιούμορ είχε γίνει χίλια κομμάτια, φάνηκε να μου χαμογελά στη θυρίδα το κόκκινο δικό μου 52!
Έτρεξα στην υπάλληλο. Της έδωσα αμίλητη όλα τα δικαιολογητικά πλήρη, και άριστα τακτοποιημένα. Τα πήρε, τα κοίταξε προσεκτικά και μου επέστρεψε το Βιβλιάριο του Ταμείου μου και ένα χαρτί, λέγοντας ένα άχρωμο «όλα εν τάξει»…. Ξαφνικά συνήλθα. Ήταν σα να ξυπνούσα απότομα από την πολύωρη νάρκη της εξαντλητικής αναμονής. Με αβέβαιη φωνή ρώτησα: «Να περάσω στο ταμείο να πληρωθώ;» Με κοίταξε περίεργα και είπε:
«Όχι…. όχι…. δεν θα πληρωθείτε εδώ… Το μέρος του ποσού που θα σας επιστραφεί-από αυτά που πληρώσατε στο φαρμακείο -θα κατατεθεί το Σεπτέμβριο στο λογαριασμό σας στην Τράπεζα…»
«Τι… Μα τώρα είναι Ιούλιος, και θα μου επιστραφεί ένα μέρος, μου λέτε, το Σεπτέμβριο;» Η κοπέλα κούνησε αμήχανα τους ώμους της: «Τι να κάνουμε εμείς; Αυτό λέει ο νόμος…»
Έφυγα με το κεφάλι χαμηλά. Το αίσχος της Γραφειοκρατίας είχε και πάλι νικήσει, κλέβοντας μου, την υπομονή και το χιούμορ.
Κατάλαβα, για μια φορά ακόμα, ότι η ανεξήγητη δύναμή της, δεν θα αφήσει ποτέ τη δύσμοιρη πατρίδα μας να ορθοποδήσει, σπάζοντας τα δεσμά της μιζέριας, της καχυποψίας και της ατολμίας, γιατί δυστυχώς αυτή η Λερναία Ύδρα δεν θα νικηθεί ποτέ.
Και αν κάποιοι τολμηροί ηγέτες κόβουν ένα κεφάλι της, αρκετοί άλλοι πονηροί και άσχετοι, θα βοηθούν με τον τρόπο τους, να φυτρώνουν στην άδεια θέση του ενός, δέκα καινούρια κεφάλια οπισθοδρόμησης.







































































































