Προνομιακό από θέση, ευάερο, φιλόξενο και συμπαθητικό το γωνιακό μανάβικο πάει καιρός που έκλεισε. Τζαμαρίες με απανωτά «ενοικιάζεται», καφάσια και ράφια παρέα με στοίβα λογαριασμών των ΔΕΚΟ. Απλήρωτα ενοίκια και δάνεια, όπως λέγουν οι κακές γλώσσες. Η πολύχρωμη δροσερή πραμάτεια του, αντιστάθμισμα ευχάριστο στο γκρίζο των πολυκατοικιών, στις εξατμίσεις των αυτοκινήτων και στους σωρούς των σκουπιδιών ενίοτε, δεν υπάρχει πια. Το μικρό αυτοσχέδιο εκθετήριο στο πεζοδρόμιο πρόβαλλε τα δώρα της γης κάθε εποχή, με επιτυχή συνδυασμό χρωμάτων, ενώ συγχρόνως υπογράμμιζε το μεράκι του καταστηματάρχη. Κατάφερνε έτσι να αιχμαλωτίζει επιδέξια την όραση, την οσμή και την αφή των πελατών σε πρώτη φάση και σε δεύτερη το πορτοφόλι. Δεν ήταν λίγες μάλιστα οι φορές που διαπιστώναμε την εναλλαγή των εποχών από τα φρούτα και τα λαχανικά του καταστήματος.
– Καλέ, βγήκαν οι φράουλες, τα κεράσια, άνοιξη και δεν πήρα χαμπάρι, μονολογούσαν ηλικιωμένοι, κλεισμένοι στα σπίτια τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Ακόμα και εξωτικά φρούτα διέθετε το κατάστημα όπως ανανάδες, μάνγκο, αβοκάντο κ.ά. Και από εξυπηρέτηση, άλλο πράγμα. Ένα πλατύ χαμόγελο του μανάβη σε περίμενε με το διάβα του σκαλοπατιού, ενώ αυτομάτως έμπαινε σε δράση η καλοπροαίρετη περιέργεια της κυράς του για να μαντέψει κάθε επιθυμία, ακόμα και του πιο δύσκολου πελάτη.
Τι έφταιξε άραγε και γιατί έκλεισε; Διερωτώνταν οι καλοπροαίρετοι πελάτες. Κάποιοι όμως κακεντρεχείς γείτονες υποστηρίζουν πως για το κακό, το φταίξιμο είναι όλο του μαγαζάτορα, «γιατί ήθελε μεγαλεία» ή «δεν λογάριασε καλά και ξανοίχτηκε σε δάνεια» ή «ήταν μωροφιλόδοξος και σπάταλος». Μόνο τεμπέλη και απρόκοπο δεν τον είπαν. Όλοι γνώριζαν πως από τα μαύρα μεσάνυχτα πήγαινε στη λαχαναγορά για να είναι συνεπής με το ωράριο και την επάρκεια του καταστήματός του. Μια επιχείρηση ενοχοποίησης και κατασυκοφάντησης του εμποράκου στήθηκε από τις οικογένειες των υπαλλήλων, οι οποίοι ήδη έπιασαν δουλειά στο τεράστιο super-market που άνοιξε λίγο πιο πάνω, διαθέτοντος μάλιστα και είδη μαναβικής.
Πάντως, ένα είναι σίγουρο, πως όλα έγιναν εν αγνοία του. Τι ήξερε αυτός από Lehman Brothers, οίκους αξιολόγησης, spreads; Αυτός ήξερε πως η ψήφος του διαφέντευε τούτη τη χώρα. Πούθε ξεφύτρωσαν τόσοι αυτόκλητοι διεκδικητές του ζωτικού του χώρου, που με βάρβαρο τρόπο ταπείνωσαν την προσωπική και οικογενειακή του αξιοπρέπεια; «Πώς αλλάζει κανείς κανάλι με το τηλεχειριστήριό του, με την ψευδαίσθηση της ελεύθερης επιλογής; Έτσι πατάνε ένα κουμπί οι νέοι αυθέντες και αλλάζουν πρόγραμμα οικονομικό και πολιτικό για την Ελλάδα» (Παντ. Μπουκάλας).
«Την ίδια τύχη θα έχω κι εγώ» μονολογεί ο νεαρός φαρμακοποιός, κάτοχος διδακτορικού, με το μικρό φαρμακείο στη στοά, καθώς πληθαίνουν οι φήμες πως τα δύο ενωμένα μαγαζιά της νεόδμητης πολυκατοικίας, στη διπλανή πλατεία, διαμορφώνονται σε μεγάλο φαρμακείο από εταιρεία φαρμακοποιών. Άπιαστο όνειρο τα χρωστούμενα από φάρμακα των ελλειμματικών ταμείων!
Το πλήγμα που δέχονται οι συνάνθρωποί μας από την οικονομική κρίση είναι μεγάλο και καθοριστικό. Άλλοι το αντέχουν κι άλλοι λυγίζουν. Πρόσφατη έρευνα, που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβρη, αποδεικνύει με αριθμούς πως έχει δυστυχώς κλονιστεί η ψυχική υγεία των Ελλήνων και πως ακόμα έχει αυξηθεί ο αριθμός των αυτοκτονιών. Το αίσθημα του κοινωνικού αποκλεισμού που αισθάνεται ο άνεργος εξαρτάται κυρίως από την αλληλεγγύη της κοινωνίας και από την υποστήριξη του κράτους πρόνοιας. Ως προς το πρώτο, η σημερινή κοινωνία δεν αφήνει περιθώρια για συμπόνια και αγάπη, καθώς η συνοχή της διασπάται μέρα με τη μέρα και τείνει να μεταλλαχτεί σε κοινωνία αλληλοεξόντωσης, έτσι όπως η μία εργατική τάξη στρέφεται εναντίον της άλλης. Όσο για το κράτος πρόνοιας, καλύτερα να το ξεχάσουμε. Τα θύματα της οικονομικής κρίσης χάνουν την εμπιστοσύνη στην ίδια τη ζωή, τον αυτοσεβασμό τους. Χάνουν το δικαίωμα να κοιτάζουν καταπρόσωπο τα παιδιά τους. Κατρακυλούν αβοήθητα από την παραίτηση στην εγκατάλειψη και από εκεί στην κατάθλιψη. Ελληνική τραγωδία που ζητά κάθαρση εδώ και τώρα!
Ελένη Καραμπέτσου







































































































