Στη Συρία των 20 εκατ. κατοίκων και πάνω, με Μουσουλμάνους 90% και 10% Χριστιανούς(το 1970 δεν ξεπερνούσε τους 6 εκ κατοίκους), το βόρειο μέρος συνορεύει με την Τουρκία που ακόμη κατέχει Συριακό έδαφος, δηλαδή την περιοχή της Αντιοχείας, ανατολικά με το Ιράκ, νοτιοανατολικά με την Ιορδανία, δυτικά με τη Μεσόγειο και το Λίβανο και νότια με Ιορδανία, Παλαιστίνη (στενή λωρίδα Ισραήλ 70 χλμ.). Οι Σύριοι Μουσουλμάνοι χωρίζονται περίπου σε ίσα μέρη, Σουνίτες και Σήτες καθώς και ένα μικρό ποσοστό Αλεβιτών που σε αυτούς ανήκει ο πρόεδρος Άσαντ αλλά και πολλά άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της κυβερνήσεως. Το 10% των Χριστιανών απολαμβάνει όλων των ελευθεριών μετέχοντας, με υπουργούς 2 έως 3 στην κυβέρνηση, αλλά ταυτόχρονα στην οικονομική ζωή ισχυρά, καθώς και στη διοίκηση.
Toυ πολίτη Πεντέλης, Γιώργου Βασιλόπουλου
Εκεί σε αυτή τη χώρα συναντά κανείς πάμπολλες Ελληνικές αρχαιότητες, κατάλοιπα παλαιότερων εποχών, αλλά, αιφνιδιαστικά και με έκπληξη, βρίσκεις μια ολόκληρη πόλη στα παράλια βορείως του Λιβάνου γεμάτη Ελληνικές φωνές! Είναι το χωριό Χαμιντιέ που χτίστηκε από Έλληνες Μουσουλμάνους της Κρήτης από την εποχή του 1897. Αυτό το χωριό επισκεφθήκαμε εντελώς συμπτωματικά (γιατί ήταν εκτός προγράμματος του ταξιδιωτικού πρακτορείου) μια ομάδα Ελλήνων. Οι εκδηλώσεις χαράς ήταν απερίγραπτες εκατέρωθεν. Το νέο διαδόθηκε γρήγορα και το μικρό καφενείο που μας δέχθηκε γέμισε γελαστά πρόσωπα με έκδηλη τη συγκίνησή τους που μας καλωσόριζαν και μας ρωτούσαν για την πατρίδα. Ήθελαν να μάθουν τα πάντα για την οικονομία, την πολιτική, την ζωή των κατοίκων, ιδιαίτερα για την Κρήτη, που τη στερήθηκαν εκείνες τις αποφράδες μέρες του 1897.
Άρχισαν να μιλούν με πόνο και νοσταλγία, να λένε για τον βίαιο ξεριζωμό των Κρητικών προγόνων τους, και για το πώς έπεσαν θύματα των πολιτικών και θρησκευτικών αντιθέσεων της εποχής. Δεν έπαυαν να επαναλαμβάνουν με τόλμη και αυτοπεποίθηση, σχεδόν φανατικά: «Εμείς είμαστε γνήσιοι Κρητικοί, πάππου προς πάππου, αγαπάμε την Κρήτη!». Μας είπαν πως κρατάνε με πείσμα τα παλιά τους ήθη, την γλώσσα την μαθαίνουν στα παιδιά τους, στα εγγόνια τους και ακόμη κρατάνε ως εικονίσματα τις παλιές τους φορεσιές. Με πίκρα μας δήλωσαν πως θέλουν να έρχονται ελεύθερα στην Ελλάδα, όχι για να μείνουν μόνιμα, αλλά να εργάζονται και να μαθαίνουν καλύτερα τη γλώσσα. Ζήτησαν Ελληνικά βιβλία και έναν δάσκαλο για τα παιδιά τους, του δημοτικού, που υπερβαίνουν τα 400. Με αγωνιώδη κραυγή έμοιαζε η γοερή παράκληση να τους βοηθήσουμε να διατηρήσουν την Ελληνικότητά τους : «Δεν θέλουμε χρήματα, ένα δάσκαλο ζητάμε για τα παιδιά μας, η γλώσσα χωρίς γραφή και ανάγνωση χάνεται σιγά σιγά, σας παρακαλούμε πολύ, στείλτε μας ένα δάσκαλο!»… Μαζεύτηκαν γυναίκες, νέοι, άνδρες, παιδιά και ηλικιωμένοι, όλοι μας παρατηρούσαν περίεργα λες και έβλεπαν πάνω μας κάτι δικό τους από τα παλιά, ονόματα ανάμικτα με μουσουλμανικά, δίπλα δίπλα ο Χασάν, ο Λιάκος και ο Αλέκος, τα επώνυμα όλα σχεδόν με την κατάληξη …άκης.
Ο παππούς Ταχίρ με τα κοντοκομμένα γένια και τον Κρητικό του σκούφο, το μπλάβο του αυστηρό πρόσωπο και τα σπινθηροβόλα του μάτια, μας διηγήθηκε την παλαιά ιστορία του ξεριζωμού τους, μιλώντας άπταιστα Ελληνικά με καθαρή Κρητική διάλεκτο. Κατέκρινε την τότε απόφαση των προγόνων του να εγκαταλείψουν την Κρήτη, χαρακτηριστικά είπε: «Δεν έπρεπε ν’ αμολήσουν την Κρήτη, είχαν ξερή την κεφαλή των!..». Κάθε τόσο έπαιρνε μιαν ανάσα και μας καλούσε αυστηρά:
«Προσέχετε, θα μας πάρουν την Κρήτη, κάντε πολλά παιδιά, ο κόσμος είναι πλατύς… μη φοβούσαστε τα παιδιά, θα χάσουμε την Κρήτη, εγώ έχω έξι ντελικανήδες (γιους), μη φοβόσαστε την τουρκιά, η φυλή μας είναι γερή». Στο λίγο χρόνο που καθίσαμε μαζί τους, σαν αστραπή διαδόθηκε το νέο. Πλήθος μεγάλο κατέφθασε παρόλο που ήταν ώρα εργασίας. Ήρθε ο γιατρός και η γυναίκα του με το μωρό στην αγκαλιά της, οι οικοδόμοι της διπλανής οικοδομής. ήρθε ο πολιτικός μηχανικός και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, που με δάκρυα στα μάτια μας καλωσόρισε. Νόμιζε, ο άμοιρος, ότι ήμαστε επίσημη κρατική αποστολή!…
Την ώρα του αποχωρισμού άρχισαν τις μαντινάδες. Προλάβαμε και ηχογραφήσαμε κάποιες όπως: «Σαν πας στην Κρήτη, κρητικό, φέρε μου ένα μαχαίρι, να το βαστώ στη μέση μου, χειμώνα καλοκαίρι./ Καλώς ήλθαν τα νέφελα, που φέρουν τον αέρα, και καλοθρέψαν τα δεντρά, που ήσαν μαραμένα/ σαν πας στην Κρήτη φίλε μου, χαιρέτα μου την Κρήτη, χαιρέτα μου και το βουνό, που λένε Ψηλορείτη». Μας ακολούθησαν μέχρι το λεωφορείο, δίνοντας ευχές με αυτοσχέδιες μαντινάδες: «Φίλοι καλώς κοπιάσετε, εσείς πού’στε δικοί μας, κι αν ειν’ το σπίτι μας μικρό, πάνω στην κεφαλή μας / χίλια καλώς κοπιάσατε, χίλια και δυο χιλιάδες, ο κάμπος με τα λούλουδα και με τις πρασινάδες».
Φεύγοντας ο γερο-Λιακάκης, ο πατέρας των ντελικανίδων μου φώναξε σκουπίζοντας το δάκρυ που κύλισε: «Σαν Έλληνας να ζεις και να θυμάσαι, και μες στα χρυσολούλουδα να στρώνεις να κοιμάσαι». Το λεωφορείο κύλισε με κατεύθυνση το Χαλέπι(πρώην Βέροια). Μείναμε όλοι βουβοί. Ένοιωσα να χάνομαι στο παρελθόν και να με κυριεύει ένα μελαγχολικό συναίσθημα. Αφήσαμε πίσω μας ένα κομμάτι Ελληνισμού, εκεί πεταμένο στα παράλια της Συρίας, ξεκομμένο και χαμένο στον χρόνο. Σκέφτηκα πως ίσως, αυτό το ανάπηρο κράτος των επαγγελματιών της πολιτικής, αν κάποιοι το ερεθίσουν, κάνει κάτι γι’ αυτούς τους αιμάτινους συγγενείς μας, πριν χάσουν και το τελευταίο τους οχυρό, την ελληνική γλώσσα. Εξάλλου αυτό ζήτησαν από την πατρίδα, έναν δάσκαλο και λίγα βιβλία για τα 400 και πάνω Ελληνόπουλα.
Αν δείξει κουφότητα το Υπουργείο Παιδείας, τότε ας γίνουν ευήκοοι οι Κρήτες πολίτες αυτής της ταλαίπωρης χώρας και ας πιέσουν με κάθε τρόπο τους Νομάρχες, περιφερειάρχες, Δημάρχους, Πρυτάνεις της Κρήτης, αλλά και κάθε λογής συνδέσμους Κρητών να στείλουν έναν δάσκαλο και λίγα βιβλία.
Τα παιδιά περιμένουν!..





































































































