Η ανταπόκριση που είχε στο κέλευσμα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κηφισιάς, Αμαρουσίου και Ωρωπού κ. Κυρίλλου για συγκέντρωση δεμάτων ιματισμού και τροφίμων στο Πνευματικό Κέντρο του Μητροπολιτικού ναού της Κοίμησης στο Μαρούσι από τους ενορίτες της Ιεράς Μητροπόλεως, ως συμπαράσταση στους έχοντες ανάγκη συνανθρώπους μας εξαιτίας της φοβερής οικονομικής κρίσης, που χτυπάει τη χώρα μας, έχει τα άμεσα αποτελέσματά της.
Γράφει ο Δημήτρης Μασούρης
Το Πνευματικό Κέντρο του Μητροπολιτικού Ναού της Κοίμησης και στους δύο ορόφους του κατακλύστηκε από πλήθος δεμάτων ιματισμού και τροφίμων, αποδεικνύοντας έτσι την απέραντη αγάπη των πιστών έμπρακτα προς τους αναξιοπαθούντες αδελφούς μας. Η συγκέντρωση των δεμάτων αποκαλύπτει αυτό, που ο Ιωάννης, ο Χρυσορρήμονας Ιεράρχης, τόνιζε πως «φτωχός είναι όχι εκείνος, που δεν έχει τίποτε, αλλά εκείνος, που φοβάται τη φτώχια». Ο λαός φοβάται τη φτώχια και προσπαθεί να την αποτρέψει και από το διπλανό του με κάθε τρόπο. Πέρασε πολέμους, καταστροφές, πείνα, στέρηση. Είδε τα σπίτια του και βλέπει την περιουσία του να καταστρέφεται. Προσπαθεί να αποτρέψει το κακό.
Υπάρχουν σπείρες ετεροκίνητες; Όταν αγαπάς το Θεό θα σκύψεις με προσοχή ν’ ακούσεις τη φωνή του διπλανού σου, της κοινωνίας, στην ανάγκη να δείξεις αγάπη, ν’ αποκαλύψεις μίαν ελπίδα ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες αναγέννησης, που εσύ θα κρίνεις, όταν έρθει η ώρα. Πολεμάς με τους άλλους!
Πέρασα και είδα τα δέματα. Οι κρίσεις σ’ ένα κράτος, όσες κι αν επισυμβαίνουν, οικονομικές, ηθικές, πνευματικές -γενικότερα παιδείας- τοποθετούν τους ανθρώπους απέναντι στις ευθύνες τους. Είναι αποκαλυπτικές και απογυμνώνουν αυτούς, που ευθύνονται και που οδήγησαν σ’ αυτήν την πρωτοφανή κρίση. Μελαγχολείς και παράλληλα αγανακτείς. Γιατί ένας λαός υπερήφανος να πέφτει τόσο χαμηλά και να τσαλακώνεται η υπόστασή του; Νιώσαμε όμως πατριωτική υπερηφάνεια σαν Έλληνες της εποχής του ’40. Και τότε ο στρατός μας δεν είχε ανάμεσα στα άλλα και ιματισμό. Και πλέκανε νυχθημερόν όλες οι Ελληνίδες -και φυσικά οι Μαρουσιώτισσες- κάλτσες, πουλόβερ, γάντια, κασκόλ για τους μαχόμενους – γυμνούς και πεινασμένους με μία χούφτα σταφίδες, και αν υπήρχαν, στις τσέπες της κουρελιασμένης χλαίνης. Και η Ελληνίδα έστελνε τα δέματα με τα μάλλινα ή κουλουράκια, σύκα, μύγδαλα κ.ά., ό,τι είχε, στο μέτωπο. Ο αγώνας τότε ήταν για τη Λευτεριά. Αγωνιστήκαμε όλοι.
Σωρός τα μάλλινα τότε, σα λόφοι του Ιβάν και της Τομορίτσας, περίμεναν τα στρατιωτικά οχήματα. Και τώρα πάλι το ίδιο. Σωροί οι τσάντες και τα δέματα περιμένουν τη μεταφορά τους στους έχοντες ανάγκη, κάτω από άλλες συνθήκες σ’ αυτούς που ζουν κάτω από τα όρια της φτώχιας, μέσα σε οικογένειες ασθμαίνουσες για την αβέβαιη εξασφάλιση του επιούσιου. Σ’ αυτούς, που βρίσκονται στα έσχατα όρια της υπομονής τους και δεν αντέχουν άλλο, σα να ήταν αυτοί οι αίτιοι της γενικής οικονομικής δυσπραγίας του κράτους. Δεν υπάρχει στον ορίζοντα προοπτική αισιοδοξίας. Μαραίνεται η νεανική αλκή της χώρας στην απραξία. Η ανεργία μαστιγώνει ανελέητα. Ο εφιάλτης του τρόμου «τι θα γίνει;» χαράζει το μέλλον ζοφερό. Οι νέοι έγιναν έρμαια της πιο φρικτής καταστροφής.
Όταν κανείς διαχειρίζεται τις τύχες των πολιτών μιας χώρας, πρέπει να είναι υπεύθυνος για ό,τι αποφασίζει. Πατρίδα δεν είναι μόνον οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και ο μοχθών λαός. Είναι και οι καμερο-καμάρηδες στο γυαλί, ξυλινολογούντες κολλαρισμένοι γραβατωδοί ή επιμελώς ατημέλητοι μουσάτοι, που κανοναρχούν το ίδιο πάντα φερεφωνικό τους ποίημα με το διπλό πρόσωπο του ρωμαίου Ιανού, που κρύβουν την αλήθεια από το λαό συστηματικά, για να κλέψουν τώρα χρόνο, όχι λεφτά. Η ελληνική πολιτεία δε φτουράει να έχει τόσους ανθρώπους σε ύπατα αξιώματα. Πολλοί είναι αμφίβολο, αν γνωρίζουν, τι υπογράφουν! Είναι άγευστοι αγάπης προς το μοχθούντα λαό.
Ο Θουκυδίδης (Η, 97), όταν ο πολεμικός κίνδυνος για την Αθήνα ήταν εγγύς, έγραφεν, ότι «οι Αθηναίοι ψήφισαν νόμο ότι κανείς από τους ασκούντες δημόσια υπηρεσία δεν θα παίρνει χρήματα». Και ο παραβάτης της απαγόρευσης αυτής είχε τη δημόσια κατακραυγή, το δημόσιο ανάθεμα, την αρά! Αυτός, που αποφάσιζε, ήταν υπεύθυνος για την απόφασή του και πλήρωνε τα επίχειρά του γι’ αυτήν. Εμείς τώρα κούρεμα στο κούρεμα γίναμε πια φαλακροί.
Οι ασκήσαντες ή ασκούντες σήμερα εξουσία, ανεπάγγελτοι ή αποτυχημένοι επαγγελματίες το πλείστον, επιβιώνουν στην εξουσία και αποφασίζουν για το μοχθούντα πολίτη, που όλο και κατρακυλάει στην οικονομική δυσπραγία και την τηλεοπτική εξαθλίωση. Οι ίδιοι είναι απρόσβλητοι, άτρωτοι.
Χρειάζεται μια εκ βάθρων πολιτική οργανωτική αναγέννηση. Φτάνει ο εξευτελισμός της αναζήτησης της τροφής, ένδυσης και υπόδυσης μέσα από τους κάδους των απορριμμάτων. Φτάνει ο εξευτελισμός δεσμευτικών συγκαταθέσεων στις εκβιαστικές προτροπές των δυνατών, που πριν εβδομήντα χρόνια αιματοκύλησαν την Ελλάδα χωρίς ίχνος ντροπής στα Καλάβρυτα, το Δίστομο και αλλού, αποβλέποντες πάντα στο συμφέρον τους και την παντοδυναμία τους.
Οι πολίτες είναι σε θέση ν’ αντισταθούν στα οργανωμένα συμφέροντα αυτών, που έχουν εξασφαλίσει το πουγγί τους στις μεγάλες τράπεζες του εξωτερικού. Ατυχώς δε διαθέτουμε θωράκιση από ηγήτορες ή ικανούς διαπραγματευτές. Πολλές ασημαντότητες μας οδηγούν στην εξαθλίωση και μας εκμεταλλεύονται οι τοκογλύφοι. Είμαστε δέσμιοι της ακρισίας μας και διαθέτουμε ανθρώπους όμηρους των συντεχνιών της πιο σκληρής φαυλότητας και άρρωστης εξουσιολαγνείας. Είμαστε ανυπεράσπιστοι.
Αναγέννηση χρειαζόμαστε. Πρέπει να απομακρυνθούμε από τα οργανωμένα συμφέροντα και να τραβήξουμε το δρόμο, που μας υπαγορεύει η συνείδησή μας. Η σημερινή μας στέρηση και η εξοντωτική οικονομική κρίση, ας χαράξει νέους δρόμους για έναν κόσμο, που θα αγαπάει τον άνθρωπο. Γιατί η σημερινή κοινωνία μας δεν έχει πλήρως αλωθεί. Παρέχει ελπίδες έμπρακτης αγάπης. Έλα αλληλέγγυος προς την κοινωνία αυτή και ενίσχυσέ την με την ένταξή σου σ’ αυτήν, αγάπα το συνάνθρωπό σου κι από όποιο θώκο βρίσκεσαι, μην τον κατατρέχεις τουλάχιστον. Στρέψε την προσοχή σου προς τα αίτια και αυτά διόρθωσε. Αυτό σημαίνει έμπρακτη αγάπη για έναν κόσμο, που δεινοπαθεί.




































































































