Γράφει ο δρ. Αλέξιος Παναγόπουλος
Καθηγητής και ακαδηµαϊκός Ξένων Ακαδηµιών των Επιστηµών
Αξιότιµοι κυρίες και κύριοι,
Η τρέχουσα κλιµάκωση στη Μέση Ανατολή συνιστά µία από τις πλέον σύνθετες γεωπολιτικές κρίσεις του 21ου αιώνα, εντασσόµενη στο ευρύτερο πλαίσιο της αναδιαµόρφωσης του διεθνούς συστήµατος ισχύος.
Η αντιπαράθεση που εκτυλίσσεται µεταξύ περιφερειακών κρατών και υπερδυνάµεων δεν αποτελεί αποµονωµένο φαινόµενο, αλλά εντάσσεται στον ανταγωνισµό µεταξύ ΝΑΤΟ, της Ρωσίας και της Κίνας, µε άµεσες επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια, τους θαλάσσιους διαδρόµους και τη στρατηγική σταθερότητα.
Υπό το πρίσµα αυτό, καθίσταται επιτακτικό να διατυπωθεί µε επιστηµονική σαφήνεια ότι ο εν λόγω πόλεµος δεν αποτελεί πόλεµο της Ελλάδας. Η εµπλοκή της χώρας µας, ιδίως µέσω αποστολής στρατιωτικού υλικού εναντίον του Ιράν, ενέχει σοβαρούς κινδύνους γεωπολιτικής υπερέκτασης (overextension), αποδυναµώνοντας ταυτόχρονα την αποτρεπτική της ικανότητα σε ένα ήδη επιβαρυµένο περιβάλλον ασφαλείας.
Η Ελλάδα αποτελεί κρίσιµο γεωστρατηγικό κόµβο στην Ανατολική Μεσόγειο, µε ιδιαίτερη σηµασία για τους ενεργειακούς διαδρόµους που συνδέουν τη Μέση Ανατολή και την Κασπία µε την ευρωπαϊκή αγορά. Η εµπλοκή σε πολεµικές επιχειρήσεις δύναται να διαταράξει τον ρόλο αυτό, µετατρέποντας τη χώρα από παράγοντα σταθερότητας σε δυνητικό στόχο ασύµµετρων απειλών.
Περαιτέρω, η πολιτική επιλογή ενεργού συµµετοχής ή έµµεσης υποστήριξης στρατιωτικών επιχειρήσεων ενδέχεται να επιδεινώσει τις σχέσεις της Ελλάδας µε τον ευρύτερο ισλαµικό κόσµο, δηµιουργώντας συνθήκες εσωτερικής αποσταθεροποίησης. Η θεωρία της «εσωτερικοποίησης της απειλής» (internalization of threat) υποδεικνύει ότι εξωτερικές συγκρούσεις µπορούν να µεταφερθούν στο εσωτερικό των κρατών µε κοινωνικές ευθραυστότητες, ιδίως όταν απουσιάζει συνεκτική στρατηγική διαχείρισης.
Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να υποτιµάται η αναθεωρητική στρατηγική της Τουρκίας, η οποία, στο πλαίσιο των γκρίζων λύκων, του νεο-οθωµανικού δόγµατος και της κεµαλικής στρατιωτικής παράδοσης, επιδιώκει την αναδιάταξη ισορροπιών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οποιαδήποτε αποδυνάµωση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος ή δηµιουργία ευκαιριακών κενών ασφαλείας ενδέχεται να λειτουργήσει ως καταλύτης για επιθετικές ενέργειες.
Επιπλέον, η µέχρι πρότινος αποστολή στρατιωτικού υλικού προς την Ουκρανία ανέδειξε τα όρια της ελληνικής στρατηγικής ευελιξίας. Η διασπορά αµυντικών πόρων σε εξωγενή µέτωπα περιορίζει την επιχειρησιακή ετοιµότητα σε ένα περιβάλλον όπου η απειλή είναι άµεση και γεωγραφικά εγγύς.
Στο επίπεδο των συµµαχιών, η Ελλάδα οφείλει να επανεκτιµήσει τη θέση της εντός των δυτικών δοµών ασφαλείας, λαµβάνοντας υπόψη την αρχή του ρεαλισµού στις διεθνείς σχέσεις. Οι δηλώσεις ή υπονοούµενα περί περιορισµένης συνδροµής σε περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης καταδεικνύουν ότι τα κράτη δρουν πρωτίστως βάσει ιδίων συµφερόντων και όχι βάσει ηθικών ή ιστορικών δεσµεύσεων.
Η ιστορική εµπειρία του ελληνισµού, ιδίως κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, επιβεβαιώνει µε δραµατικό τρόπο τους κινδύνους της υπερβολικής εξάρτησης από εξωτερικούς παράγοντες. Η απώλεια γεωπολιτικού χώρου και ανθρώπινου δυναµικού υπήρξε συνέπεια στρατηγικών επιλογών που δεν εδράζονταν σε αυτοτελή εθνική ισχύ.
Συνεπώς, προκύπτει ως αναγκαία συνθήκη η υιοθέτηση µίας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, βασισµένης στις αρχές της αποτροπής, της ισορροπίας δυνάµεων και της στρατηγικής αυτονοµίας. Η Ελλάδα πρέπει να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας και όχι ως προκεχωρηµένο φυλάκιο συγκρούσεων τρίτων.
Καταληκτικώς, οι Έλληνες πολιτικοί καλούνται να επιδείξουν υψηλό επίπεδο στρατηγικής αντίληψης και ιστορικής συνείδησης. Η διαφύλαξη της εθνικής κυριαρχίας και η αποτροπή εµπλοκής σε εξωγενείς συγκρούσεις συνιστούν όχι µόνο πολιτική επιλογή, αλλά και εθνική επιταγής.
Ο λαός µας και πολιτικοί µας καλούνται σε εγρήγορση και θρησκευτική ευλάβεια, προκειµένου οι δυνάµεις αφύπνισης να είναι έτοιµες για κάθε περίσταση.





































































































