Τη Μεγάλη Πέμπτη μυστικά, ίσως και λόγω του συμβολισμού της ημέρας, υπογράφηκε μεταξύ της Διοίκησης και του Συλλόγου Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος νέα επιχειρησιακή σύμβαση τριετούς διάρκειας. Και αμέσως όπως συμβαίνει πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις στη χώρα του συντεχνιακού – πελατειακού πνεύματος, της ανοχής, της συνενοχής και τελευταία και της παράνοιας, άρχισαν τα όργανα: Ανακοινώσεις συνδικαλιστικών παρατάξεων, υπομνήματα, επιθέσεις, υποχωρήσεις τακτικής, απειλές, «κτυπήματα κάτω από τη μέση», προσβολές… Οι συνδικαλιστικές δυνάμεις της πλειοψηφίας του ΣΥΤΕ που συμφωνούν με τη σύμβαση, ισχυρίζονται ότι οι όροι της αποτελούν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα στο πλαίσιο της παρούσας δύσκολης οικονομικής συγκυρίας, ενώ η αντιπολίτευση, συμφωνούσης και της κλαδικής συνδικαλιστικής οργάνωσης των τραπεζοϋπαλλήλων (ΟΤΟΕ), τους κατηγορεί ως μνημονιακούς και προδότες των συμφερόντων των εργαζομένων. Τελικά που βρίσκεται η αλήθεια; Ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί και με ποια κριτήρια θα τους κρίνουμε; Θεωρώ ότι η απάντηση στο ερώτημα μπορεί να αναζητηθεί μόνο μέσα από την ανάλυση του κλειστού, συντεχνιακού συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος. Ας παρατηρήσουμε κάποια βασικά χαρακτηριστικά αυτού του συστήματος:
Η Τράπεζα της Ελλάδος ως μία από τις ισχυρότερες συντεχνίες της χώρας, κατανοεί τον εαυτό της στην αλληλεγγύη των μελών της και την αδιαφορία για τους εκτός αυτής. Με άλλα λόγια βρίσκει τον εαυτό της στη φλογερή υποκειμενική επιθυμία όλων των κέντρων εξουσίας (Διοίκηση, Διευθυντές, ΣΥΤΕ) και των απλών υπαλλήλων να υπερασπίσουν σθεναρά τα συμφέροντά τους. Αυτό έχει σαν συνέπεια να έχει διαμορφωθεί διαχρονικά μια ομόθυμη συλλογική συνείδηση και ταυτόχρονα μια αρρωστημένη φοβία απέναντι σε κάθε είδους εσωτερική σύγκρουση και εξωτερική επέμβαση. Στο εσωτερικό της Τράπεζας έχει καταξιωθεί στον υπέρτατο βαθμό η συναίνεση, ανεξάρτητα από το κόστος. Έτσι κάθε κριτική που έχει χαρακτήρα ρήξης με την εσωτερική συναίνεση και τα «κακώς κείμενα» της Τράπεζας, θεωρείται αμέσως και τελείως λογικά, ως επίθεση εναντίον της ίδιας της Τράπεζας και εναντίον των συμφερόντων των υπαλλήλων της.
Ο συγκεκριμένος όμως τρόπος σκέψης και δράσης, που είναι ο ίδιος σε όλα τα κλειστά συστήματα, εμποδίζει τη συνείδηση των ατόμων ν’ ανοίξει και να χειραφετηθεί έναντι του συνόλου, ακρωτηριάζοντας ταυτόχρονα την ευθύνη και το αίσθημα δικαίου και οδηγώντας στην επικράτηση καθεστώτων ευνοιοκρατίας, αναξιοκρατίας, ρουσφετολογίας και αδιαφάνειας και στη διαμόρφωση ατόμων με ήθος πονηρό, πλάγιο και δουλοπρεπές.
Πώς εξειδικεύεται η παραπάνω γενική θεωρητική ανάλυση στο επίπεδο της πράξης και ειδικότερα στο συγκεκριμένο θέμα της υπογραφής επιχειρησιακής σύμβασης; Κατ’ αρχήν ο πρώτος στόχος των κέντρων εξουσίας της Τράπεζας είναι το «παιχνίδι» ή το «θέατρο» να παιχθεί εντός των τειχών της Τράπεζας, για να «στηθεί» και να ελέγχεται απόλυτα, γιατί αν υπεισέλθουν και άλλοι μη ελεγχόμενοι εξωτερικοί παράγοντες, κινδυνεύει το προνομιακό status quo. Ο συγκεκριμένος στόχος περιγράφεται σαφώς σε πρόσφατη ανακοίνωση συνδικαλιστικής παράταξης, η οποία έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπογραφή της σύμβασης, που αναφέρει χαρακτηριστικά: «Δια μέσου του κειμένου της συμφωνίας αναγνωρίζεται το καθεστώς εσωτερικής διαβούλευσης… Αποκτάμε έτσι σημαντικά όπλα πρόσθετης δύναμης στο εσωτερικό μας, για την προάσπιση των εργασιακών μας δικαιωμάτων από οποιαδήποτε κακόβουλη εξωτερική επιβουλή.
Ο δεύτερος στόχος είναι η παραπλάνηση μέσω της δημιουργικής λογιστικής των εκτός του συστήματος, περί του πραγματικού ύψους των σχετικών οικονομικών μεγεθών. Για το δεύτερο στόχο η παραπάνω ανακοίνωση αναφέρει: «Όμως έπρεπε σαν χώρος που δεχόμαστε ανηλεή πίεση να αποκτήσουμε κοινωνικά ερείσματα, γεγονός που στρατηγικά θα μας επιτρέψει να περιφρουρήσουμε τα συμφωνηθέντα στις επερχόμενες θύελλες. Αν το τίμημα γι’ αυτό ήτανε μεγάλο θα το κρίνει στη συνέχεια ο κάθε συνάδελφος στη φύση της υλοποίησης και εφαρμογής της συμφωνίας (μετά τον συμψηφισμό εισροών – εκροών και την απεικόνιση των πραγματικών οικονομικών μεγεθών).
Αν η παραπάνω ανάλυση είναι σωστή, γιατί διαμαρτύρονται και μάλιστα τόσο έντονα οι αντιπολιτευόμενες συνδικαλιστικές κινήσεις; Απλά γιατί δεν κατάφεραν να ενταχθούν στα κέντρα εξουσίας της Τράπεζας, που παίρνουν τις κρίσιμες αποφάσεις και αισθάνονται ότι είναι στην «απέξω». Χαρακτηριστική είναι η στάση της συνδικαλιστικής παράταξης που πρόσκειται στον ΣΥΡΙΖΑ, η οποία προσπαθεί να διαμορφώσει μια ερμαφρόδιτη πολιτική επιδεχόμενη διαφορετικές ερμηνείες, ανάλογα με τα διαφορετικής ιδεολογίας και ισχύος ακροατήρια προς τα οποία απευθύνεται.
Τελικά τι μπορεί να περιμένει κάποιος στο πεδίο της ηθικής και ενός καλύτερου κόσμου, τον οποίο υπόσχονται όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας, ενόψει και των προσεχών εκλογών, από τέτοια κλειστά συστήματα με σχέσεις αδιαφανείς, πονηρές και πλάγιες τόσο μεταξύ των μελών του, όσο και με τους εκτός αυτού;
Δημήτριος Γ. Σουλιώτης
Υ.Γ. (προς τους συναδέλφους μου, της Τράπεζας της Ελλάδος, συνταξιούχους και εν ενεργεία): Το παρόν κείμενο μπορεί να διαβαστεί σε δυο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι το στενό ατομικό ή συντεχνιακό και όπως είναι ευνόητο το κείμενο και ο συγγραφέας του καταδικάζονται στο «πυρ το εξώτερον». Το δεύτερο επίπεδο είναι το επίπεδο του γενικού καλού, των αξιών, της ηθικής, της δικαιοσύνης, της ειλικρίνειας. Ίσως σ’ αυτό το δεύτερο επίπεδο το κείμενο και ο συγγραφέας γλιτώσουν την καύση…




































































































