Είμαστε όλοι εμείς εδώ. Άλλοι από εμάς παλιοκαιρισμένοι από τις ιδεολογικές κακουχίες μιας ζωής στην Κεντροαριστερά. Παιδιά ενός νόθου μορφώματος μεταπολίτευσης, που βαφτιστήκαμε στον απόηχο της γενιάς του Πολυτεχνείου, γενιά της Αλλαγής. Μεγάλοι σχετικά, αλλά όχι τελειωμένοι. Με ανεκπλήρωτα όνειρα, διαλόγους στο κενό κατ’ επανάληψη, αριστεροί ή κεντροαριστεροί κατ’ επίφαση, συνήθεια, αλλά όχι κατ’ επάγγελμα. Οι περισσότεροι από εμάς μετράμε κάτι χρόνια ή και δεκαετίες στην Κεντροαριστερά, την ανανεωτική Αριστερά και έχουμε καλούς φίλους στην πεφωτισμένη μεταρρυθμιστική Δεξιά. Δεν ήμασταν δρακογενιά, γιατί δεν μπήκαμε φυλακή για τις ιδέες μας. Μπήκαν κάποιων οι πατεράδες, όμως δεν είμαστε και η γενιά ύστερων ανύπαρκτων κινημάτων, που πούλησαν Αριστερά, με το χαρτζιλίκι του μπαμπά. Μεγαλώσαμε με δυσκολίες στις γειτονιές του 1960, του 1970, ζήσαμε τη μέτρια φτώχια και ανεβήκαμε με δυσκολία, αλλά ανεβήκαμε. Σπουδάσαμε, φάγαμε ψωμί, αφισοκολλήσαμε, πουλήσαμε κομματικές εφημερίδες, χάσαμε βράδια σε αμφιθέατρα, πολεμήσαμε για το σοσιαλισμό, τη σοσιαλδημοκρατία, αναζητήσαμε πίσω από τις ιδεολογίες μας το ανθρώπινο πρόσωπο.
Είμαστε τουλάχιστον Κεϋνσιανοί, ακούσαμε ροκ, ακούσαμε Νέο Κύμα, αλλά στο βάθος μερακλώσαμε με καμιά ζεϊμπεκιά, ακόμα και δεύτερη. Όλοι εμείς πήραμε πάνω μας τη μεταπολίτευση, τη μετα-δημοκρατία, ανεβοκατεβήκαμε από τα τραίνα της Αλλαγής, την Ανανεωτική Αριστερά, συζητήσαμε με τους σοβαρούς συντηρητικούς, που μερικοί από αυτούς ήταν περισσότερο σοβαροί από τους σοβαροφανείς μηδέποτε εργασθέντες Αριστερούς. Της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά, που λέει και το τραγούδι. Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, κολλήσαμε ένσημα, βαρεθήκαμε ιδέες και προγράμματα του λόγου και όχι της πράξης, υποκύψαμε σε μοντέρνους Μαυρογιαλούρους της μετα-αριστερής διανόησης. Μας βρήκε η κρίση απροετοίμαστους και ξοδεμένους, ακούσαμε το Γιώργο να έχει τις βαρκούλες πίσω στο Καστελόριζο και να δηλώνει σε παγκόσμιο ακροατήριο την πρεμιέρα του ΔΝΤ στην Ευρώπη. Περιμέναμε 3 χρόνια Γιώργου και Παπαδήμου για να εννοήσουμε το βάθος του προβλήματος.
Έγιναν πολλά, αλλά περισσότερα δεν έγιναν. Πολλές αναγκαίες μεταρρυθμίσεις από αυτές που συζητήσαμε και περιμέναμε, έμειναν στα χαρτιά. Ζήσαμε έντονες στιγμές, λεκτικές μεταρρυθμίσεις, ζήσαμε τομές που δε διαφημίστηκαν, τελικά μπήκαμε πίσω από το τραίνο της Ιστορίας. Και τότε πήραμε τις αποφάσεις μας. Άλλοι μείναμε στο ΠΑΣΟΚ, όσοι ήμασταν από παλιά, να δώσουμε την τελευταία μάχη, ελπίζοντας να μη μοιάζει, με το «δεύτε τελευταίον ασπασμόν». Μείναμε καρτερικά δίπλα στον άρρωστο, την ώρα που άλλοι δικαιολογημένα έλεγαν «εδώ που έφτασε, καλά να πάθει». Άλλοι από εμάς έφυγαν για τη ΔΗΜΑΡ, ένα ευγενές μετα-ΠΑΣΟΚ, όπου ευπρεπώς γίνονταν δεκτοί, όσοι δε μπορούσαν να συμβιβαστούν με το να τους αποκαλούν ακόμη Πασόκους. Αυτή ήταν μία αναχώρηση με αξιοπρέπεια στη συμπαθή παρέα του Φώτη Κουβέλη, ένα είδος κλασικού μουσικού ρεπερτορίου μετά από το άγριο ζεϊμπέκικο του ΠΑΣΟΚ που έληξε με απόηχους από Carmina Bourana και εν μέσω αναγεννησιακών πρελουδίων.
Κάποιοι από εμάς, του γράφοντος συμπεριλαμβανομένου, έδωσαν τη μάχη πάνω στα απομεινάρια της παλιάς εποχής, συμμετέχοντας σε ψηφοδέλτια για τη χαρά της συμμετοχής, όπως έλεγε και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Μας παραπήρε όμως η χαρά, που βλέπαμε τον άρρωστο να πηγαίνει για μακαρίτης, υπό τους ήχους της ευπρέπειας, της σοβαρότητας και της λιτής παρουσίας, εκείνου που διακριτικά φαίνεται να αποχωρεί από το πολιτικό σκηνικό. Οι δύο εκλογές ήταν μία ευγενής αποχώρηση από το κέντρο της πολιτικής σκηνής, όσων απέμειναν και ένα αγενές τροχοβολητό, όσων την είχαν κοπανήσει στο νέο λαϊκίστικο ΠΑΣΟΚ του δημοσίου, στην μετενσάρκωση τού «λεφτά υπάρχουν», στο ΣΥΡΙΖΑ. Όσοι έφυγαν προς τα εκεί, τους ευχόμαστε καλά μυαλά, καλή ζωή και πάνω απ’ όλα όταν καταλάβουν το πραγματικό θέμα της χώρας, να μην είναι αργά. Οι ΠΑΣΟΚΟΙ γλεντήσαμε το 13 που έγινε 12 και οι φίλοι μας της ΔΗΜΑΡ το διαχρονικό, εντός διμήνου, περίπου 7% και όλοι μετά χαρήκαμε τους Συριζαίους, τους Καμμένους να επιθυμούν μία Ελλάδα χωρίς υποχρεώσεις, αλλά μόνο με δικαιώματα και υποχρεώσεις των ευρωπαϊκών λαών να μας τα δίνουν έτσι χάριν αρχαίας παιδείας και ακατάληπτης παιδιάς.






































































































