Άκουγα, κι έκλαιγε η ψυχή μου κύριε Ιωακείμ Φούχτελ και ιδού ένας Καθώς Πρέπει, Υπερήφανος Ελληνικός Λόγος να σας θεωρώ εχθρό της Ελλάδας και του Λαού της, αφού εργάζεστε και… «συνεργάζεστε», κατ’ εντολήν της καγκελαρίου Μέρκελ, προκειμένου να έχει η Γερμανία από την κατεχόμενη Ελλάδα του χάρτη σας, τα δυνατόν μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη!
Κι ας πεθάνουν παιδιά από την πείνα σαν και τότε κι ας μείνουν αναλφάβητα, ανεπάγγελτα, χωρίς Πατρίδα, χωρίς Όνειρα, με υποθηκευμένο το μέλλον και διαλυμένο το παρόν, όπως τότε!!!
Μια μέρα, έβαλε ο μπαμπάς μέσα σ’ ένα ξύλινο – βαρύ καρότσι, ό,τι πολύτιμο είχε το νοικοκυριό του και πήρε το δρόμο για την Αθήνα να τα πουλήσει για κάτι φαγώσιμο. Έφτασε μέχρι τα Σίδερα Χαλανδρίου και γύρισε πίσω. Τα λυπήθηκε. Δεν άντεχε αυτό το «ξεκλήρισμα». Αυτήν την αποδιοργάνωση του νοικοκυριού του που με τόσο μόχθο, τόσα όνειρα, τόση αγάπη είχε στηθεί.
❍ ❍ ❍
Τα «γερμανικά στούκας», είχαν αρχίσει τους βομβαρδισμούς. Οι Μαρουσιώτες στο μεταξύ, είχαν φροντίσει κι έφτιαξαν καταφύγια, μέσα στις αυλές των σπιτιών τους. Όταν λοιπόν, οι σειρήνες που ήταν στις ταράτσες των σχολείων, ειδοποιούσαν -με κείνον τον ανατριχιαστικό ήχο που ποτέ δεν ξεπέρασε η μητέρα μου- για τον επικείμενο βομβαρδισμό, όλη η γειτονιά έτρεχε να κρυφτεί στο καταφύγιο του σπιτιού μας.
Μόνο η θεία Ειρήνη δεν μπήκε ποτέ μέσα. Έμενε στο σπίτι και έκανε δουλειές. «Εγώ σαν το ποντίκι δεν θέλω να πάω. Ό,τι είναι να μ’ έβρει ας είναι μέσα στο σπίτι μου», έλεγε.
Ίσως κάτι τέτοιο να έλεγε και ο κύριος Κοροδήμος, ο σύζυγος της Αγγελικής Κουβέλου στην απέναντι βίλα.
Αυτός πάλι, όταν άκουγε αεροπλάνα να καταφθάνουν, φώναζε: «Αγγελικούλα τον τέντζερη». Του πήγαινε η Αγγελικούλα τον τέντζερη, εκείνος τον έβαζε στο κεφάλι σαν κράνος και παρακολουθούσε τον βομβαρδισμό, έξω στον κήπο…
Και βέβαια η φράση του αυτή, πέρασε σαν ανέκδοτο και στις επόμενες γενιές της γειτονιάς μας.
Οι οβίδες δε, μικρές, μεσαίες μεγάλες, οι οποίες είχαν σκορπιστεί σε όλο το Μαρούσι, μαζεύτηκαν από τους ανθρώπους και έγιναν… βάζα. Ήταν εκείνα τα μπρούτζινα σωληνωτά «ανθοδοχεία» που κοσμούσαν τις ανθοστήλες. Η μητέρα μου έβαζε μέσα φτερά από ουρές παγωνιού, στάχυα, ή φούντες από διακοσμητικά καλάμια.
Πολλά από τα αντικείμενα του προπολεμικού νοικοκυριού του πατρικού μου και τις οβίδες, τα πρόσφερα στο ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΔΗΜΟΥ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ.
Μνήμες, Ιστορία, Ζωή, που Πρέπει να παραδοθούν στα παιδιά μας, αφού οι εμπειρίες κουβαλούν τη σοφία της γνώσης.
Η αποκοπή από τα προηγούμενα και τα προηγηθέντα, οδηγούν στο «χάος» και ο άνθρωπος αναγκάζεται να ανακαλύψει ξανά, αυτά που θα έπρεπε να γνωρίζει, για να μπορεί να πάει πάρα πέρα.
Έτσι πιστεύοντας, θέλω να ξαναεκφράσω την Ευγνωμοσύνη μου προς όλους Αυτούς που έγραψαν βιβλία, έγραψαν στις εφημερίδες μας, πρόσφεραν στο Ι.Λ.Μ.Α. στοιχεία – ντοκουμέντα από τους αλλοτινούς καιρούς της ζωής των γονιών μας και μέσα από τούτην την κληρονομιά, μάθαμε και το ότι η ΟΔΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ, τιμά τον πρώτο Μαρουσιώτη που έπεσε στο Αλβανικό Μέτωπο το 1941.
Καλή «Εθνική Εορτή» και καααλή σας μέρα.





































































































