Μαρούσι – Κατοχή. Γεια και χαρά σας Μαρουσιώτες αδερφοί
και σεις κοπέλες γεια σας.
Φυλάτε την πατρίδα μας
βαθιά μεσ’ στην καρδιά σας…
ΠεριΓράφει η Θέμις Μαυραντή
Η σημερινή μας εκπομπή αγαπητοί συνέλληνες στους 2012 ΟνειρόΚυκλους του Οκτώβρη, ξεκίνησε με τη φωνή της μεγάλης Ελληνίδας Σοφίας Βέμπο, που «τραγούδησε» αποκλειστικά για την ΑΝΤάΡΑ μας, το γνωστό τραγούδι με το οποίο απευθύνει χαιρετισμό στους Μοραΐτες. Τώρα, κατόπιν προσκλήσεως και παρακλήσεως, το έκανε για τους Μαρουσιώτες. Μου υποσχέθηκε δε, πως θα πάει να τραγουδήσει σε όλα τα «μέτωπα» τα οποία άνοιξε η νέα Γερμανική Κατοχή στην Πατρίδα μας, εάν …την καλέσουν οι Έλληνες.
Κάναμε την αρχή!….
❍ ❍ ❍
Την Κατοχή του ’40-44 δεν την έζησα. Ό,τι ξέρω είναι από αφηγήσεις, από όσα διαβάζω, από τις πληροφορίες που μας παρέχουν τα ντοκιμαντέρ κλπ.
Πηγή για την Κατοχή στο Μαρούσι, υπήρξε η μητέρα μου. Εκείνη με «ξενάγησε» στον Υποδουλωμένο τόπο μας, και στα «Μαύρα χρόνια της Κατοχής» του, όπως έλεγε.
Το όμορφο, ήσυχο αυτό προάστιο των Αθηνών, είναι γνωστό πως το κοσμούσαν και ωραία αρχοντικά σπίτια, με μεγάλους περιποιημένους κήπους, με τους φοίνικες να καμαρώνουν ψηλοί τόσο που να φαίνονται από μακριά, παραβγαίνοντας σε μεγαλοπρέπεια τους ανεμόμυλους των επαύλεων.
Κι ήταν πολλά αυτά τα σπίτια και τα είχαν επιτάξει όλα Γερμανοί αξιωματικοί.
Επομένως, σε κάθε γειτονιά, ανάμεσα στα σπιτικά των νοικοκυραίων φιλήσυχων κατοίκων του Μαρουσιού, υπήρχαν και οι σφηκοφωλιές με τους κατακτητές. Άρα, ο φόβος, η ανασφάλεια, η καταισχύνη των Ελλήνων υποδαυλίζονταν καθημερινά από την κτηνωδία των ένστολων «εκπροσώπων» του ναζισμού και του φασισμού.
Είχαν επιτάξει και στη γειτονιά μας την έπαυλη Κουβέλου που βρισκόταν απέναντι διαγώνια από το δικό μας σπίτι, καθώς και το αντίκρυ στην έπαυλη, αρχοντικό του Βασιλειάδη (φωτό).
Οι είσοδοι και των δύο βρίσκονται επί της οδού Σόλωνος.
Στην οδό Διονύσου στο ύψος της Σόλωνος, υπήρχε μακριά σειρά από σπίτια «μακρινάρια», τα οποία στέγαζαν οικογένειες Μαρουσιωτών και μάλιστα πολύτεκνων. Η κυρά Μαρία για παράδειγμα, είχε πέντε παιδιά. Όλα πεινασμένα, όλα παγωμένα από τον πιο βαρύ χειμώνα των τελευταίων χρόνων, αυτόν του ’40-’41.
Αναφέρθηκα στην κτηνωδία των Γερμανών, διότι η ηθική τους κατάπτωση ήταν τέτοια, που έφτασαν να διασκεδάζουν με τον τρόμο, την εξαθλίωση, την πείνα μέχρι θανάτου, μικρών παιδιών. Όταν λοιπόν τα παιδιά της γειτονιάς μας έτρεχαν να μαζέψουν τις πατατόφλουδες, τις στυμμένες λεμονόκουπες και όποια άλλα «φαγώσιμα» σκουπίδια πετούσαν εκείνοι επίτηδες από το παράθυρο, έτσι όπως ήταν μαζεμένα σαν πεινασμένα ζώα πάνω από τροφή, τα περιέλουζαν με τον κουβά γεμάτο βρώμικο νερό της κουζίνας.
Τους διασκέδαζε το θέαμα, τους έκανε χαρούμενους όπως φαίνεται το… αστείο και μάλλον τους εξασφάλιζε τούτη η ευθυμία την… καλή τους χώνευση. Τους λες ανθρώπους αυτούς;
Εκτός από την επίταξη των σπιτιών, είχαν βάλει στο χέρι και τα γεννήματα της γης μας. Είχαν δε «επιστρατεύσει» τεχνίτες να δουλεύουν για τις ανάγκες τους, «πληρώνοντάς» τους σε είδος, που ήταν συνήθως λίγες πατάτες. Ίσως έτσι, αλλά και χάρις στο γεγονός πως στο Μαρούσι φύτρωναν άφθονα χόρτα, οι άνθρωποι εδώ δεν βίωσαν την τραγωδία των κατοίκων Αθήνας, Πειραιά και γενικά των μεγαλουπόλεων της χώρας μας.
Παρ’ όλα αυτά, η «αναλαδιά» οδήγησε τα παιδιά σε αδενοπάθεια και η πρώτη μου εξαδέλφη που ήταν τότε 10-11 ετών, «ήρθε και πρήστηκε…» κι ήταν το 7ο παιδί της θείας μου, η οποία είχε κάνει έξι αποβολές προηγουμένως. Αυτό δε το παιδί που της έζησε μέχρι τότε, το είχε τάξει στον Άγιο Σπυρίδωνα, γι’ αυτό και το βάφτισε Σπυριδούλα και τώρα, παρά τρίχα θα το έχανε και αυτό, αν δεν πουλούσε ό,τι είχε αξία, για λίγο λάδι «να σωθεί το παιδί»!
«Ένα μεσημέρι, τρώγαμε στο τραπέζι λαχανίδες νερόβραστες και μας είχαν μείνει και 5 ελιές. Μία για τον καθένα. Είχαμε αποφάει όταν χτύπησε η εξώπορτα. Άνοιξε η μητέρα. Ήταν ένας φίλος μας ο κυρ Παναγιώτης. Πέρασε μέσα, κάθισε μαζί μας, κοίταξε το τραπέζι, του είπα ότι δεν έχουμε τίποτα να τον φιλέψουμε, κι εκείνος ζήτησε την άδεια να γλείψει τα ελιοκούκουτσα…»
Κάθε φορά που η μητέρα μου διηγιόταν αυτό το περιστατικό, μέχρι και τώρα που το μεταφέρω από το ΡάΔΙΟ ΑΝΤάΡΑ, διάφορα συναισθήματα κάνουν θυμωμένο «πάρτι» μέσα μου…
«Φτιάχναμε ψωμί από τα “αθάνατα>. Κόβαμε τα φύλλα, τα ξεφλουδίζαμε, παίρναμε τη “ψίχα> την κάναμε “αλεύρι> κι αυτό το λέγαμε ψωμί…». Θυμόταν και βούρκωνε…






































































































